Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΟΜΙΛΙΑ Π. ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πάφου καί ὁ Ἱερός Ναός Ἀποστόλων Παύλου καί Βαρνάβα
σᾶς προσκαλοῦν στήν Ὁμιλία,
πού θά γίνει στήν Αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου Ἀποστόλου Παύλου
τήν Δευτέρα 22α Ὀκτωβρίου στίς 6.30 τό ἀπόγευμα.
Ὁμιλητής:
ὁ Ἀρχιμανδρίτης – Συγγραφέας
π. Ἀστέριος Χατζηνικολάου
Θέμα:
«ΑΓΑΠΗ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ».

ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
      ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΛΟΥΚΑ
(21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018)


 Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΚΑ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, εἰ­δό­τες ὅ­τι οὐ δι­και­οῦ­ται ἄν­θρω­πος ἐξ ἔρ­γων νό­μου, ἐ­ὰν μὴ διὰ πί­στε­ως ᾽Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ, καὶ ἡ­μεῖς εἰς Χρι­στὸν ᾽Ι­η­σοῦν ἐ­πι­στε­ύ­σα­μεν, ἵ­να δι­και­ω­θῶ­μεν ἐκ πί­στε­ως Χρι­στοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔρ­γων νό­μου· δι­ό­τι ἐξ ἔρ­γων νό­μου οὐ δι­και­ω­θή­σε­ται πᾶ­σα σάρξ. Εἰ δὲ ζη­τοῦν­τες δι­και­ω­θῆ­ναι ἐν Χρι­στῷ εὑ­ρέ­θη­μεν καὶ αὐ­τοὶ ἁ­μαρ­τω­λοί, ἆ­ρα Χρι­στὸς ἁ­μαρ­τί­ας δι­ά­κο­νος; μὴ γέ­νοι­το! Εἰ γὰρ, ἃ κα­τέ­λυ­σα, ταῦ­τα πά­λιν οἰ­κο­δο­μῶ, πα­ρα­βά­την ἐ­μαυ­τὸν συ­νί­στη­μι. Ἐ­γὼ γὰρ διὰ νό­μου νό­μῳ ἀ­πέ­θα­νον ἵ­να Θε­ῷ ζή­σω. Χρι­στῷ συ­νε­στα­ύ­ρω­μαι· ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζῇ δὲ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πί­στει ζῶ τῇ τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­γα­πή­σαν­τός με καὶ πα­ρα­δόν­τος ἑ­αυ­τὸν ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ. 
                                         (Γαλ.  β΄[1] 16-20)  
ΠΕΘΑΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΩ
1. ΓΙΑΤΙ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Στὸ ση­με­ρι­νὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἐ­ξη­γεῖ για­τί ὁ ἄν­θρω­πος δὲν σώ­ζε­ται τη­ρών­τας μό­νο τὶς τυ­πι­κὲς δι­α­τά­ξεις τοῦ Νό­μου τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης· καὶ ἀ­πο­λο­γεῖ­ται για­τί ὁ ἴ­διος ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὸν Νό­μο αὐ­τό. Βέ­βαι­α ἐ­μεῖς ἀ­κού­γον­τας αὐ­τὲς τὶς ἔν­νοι­ες δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τί σή­μαι­νε γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ γιὰ ἕ­ναν Ἑ­βραῖ­ο καὶ μά­λι­στα γιὰ ἕ­ναν τό­σο με­γά­λο νο­μο­δι­δά­σκα­λο ὅ­πως ὁ Παῦ­λος νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸν Νό­μο. Αὐ­τὸ φαι­νό­ταν ἀ­δι­α­νό­η­το ἢ πα­ρά­λο­γο. Μπο­ροῦ­με νὰ σκε­φθοῦ­με ἕ­να χα­ρι­σμα­τοῦ­χο νέ­ο μὲ τέ­τοι­α μόρ­φω­ση, δρά­ση καὶ προ­ο­πτι­κή, νὰ τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πει ὅ­λα καὶ νὰ δι­α­κη­ρύτ­τει μὲ θάρ­ρος τὴν ἀ­νε­πάρ­κεια τοῦ Νό­μου; Ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὰ ὅ­λα αὐ­τὰ ἕ­νας θά­να­τος. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὅ­μως πε­ρι­φρό­νη­σε τὴν κα­τα­κραυ­γὴ τοῦ κό­σμου, ἀ­δι­α­φό­ρη­σε γιὰ τὶς προ­σω­πι­κὲς συ­νέ­πει­ες καὶ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ τὸ ἅλ­μα.
Καὶ δι­α­κη­ρύτ­τει πλέ­ον ξε­κά­θα­ρα: κα­νεὶς ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ τη­ρών­τας τὶς τυ­πι­κὲς δι­α­τά­ξεις τοῦ Μω­σα­ϊ­κοῦ Νό­μου. Ὁ ἄν­θρω­πος σώ­ζε­ται μό­νο πι­στεύ­ον­τας στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό.
Καὶ ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ πολ­λοὶ Ἑ­βραῖ­οι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν ὅ­τι ὅ­σοι ἄ­φη­σαν τὸν Νό­μο εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λοί, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­πο­λο­γεῖ­ται: Δὲν εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοὶ ὅ­σοι ἀ­φή­σα­με τὸν Νό­μο, δι­ό­τι σ᾿ αὐ­τή μας τὴν πρά­ξη μᾶς ὁ­δή­γη­σε ὁ Χρι­στός. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν λοι­πὸν κι ὁ Χρι­στὸς νὰ εἶ­ναι ὑ­πη­ρέ­της τῆς ἁ­μαρ­τί­ας;
Ὅ­μως ὁ ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος προ­σθέ­τει κι ἕ­να ἀ­κό­μη ἐ­πι­χεί­ρη­μα: Ὁ Νό­μος, λέ­ει, τι­μω­ρεῖ μὲ θά­να­το κά­θε πα­ρα­βά­τη του. Ἄ­ρα ἐ­γὼ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὸν Νό­μο εἶ­μαι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ θά­να­το. Κι ἐφ᾿ ὅ­σον εἶ­μαι νε­κρός, πά­νω μου δὲν ἔ­χει κα­μί­α ἰ­σχὺ πλέ­ον ὁ Νό­μος. Ἔ­χω πε­θά­νει ὡς πρὸς τὸν Νό­μο γιὰ νὰ ζή­σω γιὰ τὸν Χρι­στό.
Ἀ­κού­γον­τας ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ με­γά­λα καὶ ἱ­ε­ρὰ ποὺ λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἂς θέ­σου­με ἐ­μεῖς ἕ­να ἁ­πλὸ ἐ­ρώ­τη­μα στὸν ἑ­αυ­τό μας. Ἐ­μεῖς ἄ­ρα­γε ποὺ βα­πτι­σθή­κα­με στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ καὶ μέ­σα στὴν ἁ­γί­α κο­λυμ­βή­θρα νε­κρω­θή­κα­με ὡς πρὸς τὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἔ­χου­με τὴ δι­ά­θε­ση τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου νὰ νε­κρώ­νου­με κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν ἑ­αυ­τό μας ὡς πρὸς τὸν κό­σμο καὶ τὴν ἁ­μαρ­τί­α; Ἔ­χου­με τὴ δύ­να­μη νὰ πε­ρι­φρο­νοῦ­με κά­θε ἐγ­κό­σμιο, γιὰ νὰ ζοῦ­με μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ γιὰ τὸν Χρι­στό;
2. Η ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΖΩΗ
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὅ­μως δὲν μέ­νει μό­νο μέ­χρι τὸ στά­διο τοῦ θα­νά­του. Ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει λέ­γον­τας ὅ­τι πλέ­ον ζεῖ μιὰ νέ­α ζω­ή, ζω­ὴ ἀ­συγ­κρί­τως ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ φυ­σι­κὴ ζω­ὴ ποὺ μέ­χρι τό­τε ζοῦ­σε. Δι­ό­τι πλέ­ον δὲν ζεῖ ὁ ἴ­διος, ὁ πα­λαι­ὸς δη­λα­δὴ ἄν­θρω­πος, ἀλ­λὰ ζεῖ μέ­σα του ὁ Χρι­στός.
Βέ­βαι­α εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ πε­ρι­γρά­ψει κα­νεὶς αὐ­τὴ τὴ νέ­α ζω­ὴ τοῦ Παύ­λου καὶ κά­θε ἀ­να­γεν­νη­μέ­νου πι­στοῦ. Δι­ό­τι εἶ­ναι ζω­ὴ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη καὶ ὑ­περ­φυ­σι­κή. Δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ κα­λύ­τε­ρη ζω­ὴ ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ τῶν πολ­λῶν ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἡ ὄν­τως ζω­ή, ζω­ὴ πί­στε­ως καὶ ἁ­γι­ό­τη­τος καὶ πλή­ρους ἀ­φο­σι­ώ­σε­ως στὸν Θε­ό. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ζεῖ αὐ­τὴ τὴ νέ­α ζω­ὴ ἀ­γω­νί­ζε­ται νὰ νε­κρώ­νει μέ­σα του κα­θη­με­ρι­νὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, νὰ νε­κρώ­νει τὸ δι­κό του θέ­λη­μα, γιὰ νὰ ἀ­φή­νει τὸ θέ­λη­μα τοῦ Χρι­στοῦ νὰ κυ­βερ­νᾶ τὴ ζω­ή του. Κι ἔ­τσι μέ­σα στὴν καρ­διά του κα­τοι­κεῖ πλέ­ον ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός. Ὁ Χρι­στὸς κυ­ρι­εύ­ει τὴν ψυ­χή του καὶ τὴν κι­νεῖ πρὸς τὸ δι­κό του θεῖ­ο θέ­λη­μα. Τώ­ρα πλέ­ον δὲν ἐ­νερ­γεῖ ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος ἀλ­λὰ μέ­σα του ἐ­νερ­γεῖ ὁ Χρι­στός. Ὁ Χρι­στὸς κά­νει τὰ πάν­τα, ὁ Χρι­στὸς μι­λά­ει, ὁ Χρι­στὸς ἀ­κού­ει, ἀ­γα­πά­ει, κυ­ρια­ρχεῖ καὶ δε­σπό­ζει.
3. ΠΟΣΟ ΜΕ ΑΓΑΠΗΣΕ
Ποι­ὰ ἦ­ταν ὅ­μως ἡ κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη ποὺ ὁ­δή­γη­σε τὸν Παῦ­λο σὲ μί­α τό­σο με­γά­λη με­τα­στρο­φή; Μᾶς ἀ­παν­τᾶ ὁ ἴ­διος ὁ Ἀ­πό­στο­λος: Ἡ πί­στη στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ Ὁ­ποῖ­ος, λέ­ει, τὸν ἀ­γά­πη­σε προ­σω­πι­κὰ καὶ πα­ρέ­δω­σε τὸν Ἑ­αυ­τό του στὸ θά­να­το γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α του.
Ἐ­δῶ ὅ­μως προ­κύ­πτει τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: Ὁ Χρι­στὸς μό­νο τὸν Παῦ­λο ἀ­γά­πη­σε καὶ μό­νο γι᾿ αὐ­τὸν σταυ­ρώ­θη­κε καὶ πέ­θα­νε; Ὁ Χρι­στὸς ὅ­λους τοὺς ἀ­γά­πη­σε καὶ γιὰ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους θυ­σι­ά­στη­κε. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὅ­μως ἐ­πει­δὴ κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ τί μᾶς ἀ­πάλ­λα­ξε ὁ Χρι­στὸς καὶ ποι­ὰ ἀ­γα­θὰ μᾶς χά­ρι­σε, τό­σο πο­λὺ πυ­ρώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, ὥ­στε, ὅ­πως λέ­νε οἱ ἱ­ε­ροὶ Πα­τέ­ρες, «τὸ κοι­νὸν ἴ­διον ποι­εῖ­ται», αἰ­σθάν­θη­κε αὐ­τὴ τὴν οἰ­κου­με­νι­κὴ κί­νη­ση τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Χρι­στοῦ σὲ προ­σω­πι­κὸ ἐ­πί­πε­δο· σὰν νὰ ἀ­γά­πη­σε ὁ Χρι­στὸς μό­νο τὸν Παῦ­λο καὶ σὰν νὰ πέ­θα­νε μό­νο γι᾿ αὐ­τόν.
Ἂς προ­σπα­θή­σου­με λοι­πὸν κι ἐ­μεῖς ὅ­σο μπο­ροῦ­με νὰ αἰ­σθαν­θοῦ­με αὐ­τὴν τὴν προ­σω­πι­κὴ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ στὸν κα­θέ­να μας. Νὰ συ­ναι­σθαν­θοῦ­με ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς μᾶς ἀ­γά­πη­σε σὰν νὰ ἦ­ταν ὁ κα­θέ­νας μας τὸ μο­να­δι­κὸ πρό­σω­πο τῆς ἀ­γά­πης του. Καὶ σταυ­ρώ­θη­κε γιὰ μᾶς προ­σω­πι­κά. Καὶ μᾶς ἀ­πάλ­λα­ξε ἀ­πὸ τὸ χει­ρό­τε­ρο δει­νό, τὴν ἁ­μαρ­τί­α, τὴ φθο­ρὰ καὶ τὸν θά­να­το. Ἂν τὸ αἰ­σθαν­θοῦ­με αὐ­τὸ πραγ­μα­τι­κὰ μέ­σα μας, θὰ γε­μί­σει ἡ ψυ­χή μας ἀ­πὸ εὐ­γνω­μο­σύ­νη γιὰ τὸν Λυ­τρω­τή μας, θὰ ἀλ­λά­ξει καὶ ἡ δι­κή μας ζω­ή. Θὰ μπο­ροῦ­με κι ἐ­μεῖς τό­τε νὰ ζοῦ­με τὸ μυ­στή­ριο τῆς νέ­ας ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς καὶ νὰ λέ­με: «ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζῇ δὲ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στός». Ἀ­μήν.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ­  ἐλ­θόν­τι τῷ Ἰ­η­σοῦ εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γα­δα­ρη­νῶν ὑ­πήν­τη­σε­ν αὐ­τῷ ἀ­νή­ρ τι­ς ἐκ τῆς πό­λε­ως, ὃς εἶ­χε δαι­μό­νια ἐκ χρό­νω­ν ἱ­κα­νῶν, καὶ ἱ­μά­τι­ο­ν οὐ­κ ἐ­νε­δι­δύ­σκε­το, καὶ ἐν οἰ­κί­ᾳ οὐ­κ ἔ­με­νεν, ἀλ­λ' ἐν τοῖς μνή­μα­σιν. ἰ­δὼ­ν δὲ τὸ­ν Ἰ­η­σοῦ­ν καὶ ἀ­να­κρά­ξα­ς προ­σέ­πε­σεν αὐ­τῷ καὶ φω­νῇ με­γά­λῃ εἶ­πε· Τί ἐ­μοὶ καὶ σοί, Ἰ­η­σοῦ υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ὑ­ψί­στου; δέ­ο­μαί σου, μή με βα­σα­νί­σῃς. πα­ρήγ­γει­λε γὰρ τῷ πνε­ύ­μα­τι τῷ ἀ­κα­θάρ­τῳ ἐ­ξελ­θεῖν ἀ­πὸ τοῦ ἀν­θρώ­που. πολ­λοῖς γὰρ χρό­νοις συ­νηρ­πά­κει αὐ­τόν, καὶ ἐ­δε­σμεῖ­το ἁ­λύ­σε­σι καὶ πέ­δαις φυ­λασ­σό­με­νος, καὶ δι­αρ­ρήσ­σων τὰ δε­σμὰ ἠ­λα­ύ­νε­το ὑ­πὸ τοῦ δα­ί­μο­νος εἰς τὰ­ς ἐ­ρή­μους. ἐ­πη­ρώ­τη­σε δὲ αὐ­τὸ­ν ὁ Ἰ­η­σοῦ­ς λέ­γων· Τί σο­ί ἐ­στιν ὄ­νο­μα; ὁ δὲ εἶ­πε· Λε­γε­ών· ὅ­τι δαι­μό­νια πολ­λὰ εἰ­σῆλ­θεν εἰς αὐ­τόν· καὶ πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸ­ν ἵ­να μὴ ἐ­πι­τά­ξῃ αὐ­τοῖς εἰς τὴ­ν ἄ­βυσ­σον ἀ­πελ­θεῖν. Ἦν δὲ ἐ­κεῖ ἀ­γέ­λη χο­ί­ρω­ν ἱ­κα­νῶ­ν βο­σκο­μέ­νη ἐν τῷ ὄ­ρει· καὶ πα­ρε­κά­λουν αὐ­τὸ­ν ἵ­να ἐ­πι­τρέ­ψῃ αὐ­τοῖς εἰ­ς ἐ­κε­ί­νου­ς εἰ­σελ­θεῖν· καὶ ἐ­πέ­τρε­ψε­ν αὐ­τοῖς. ἐ­ξελ­θόν­τα δὲ τὰ δαι­μό­νια ἀ­πὸ τοῦ ἀν­θρώ­που εἰ­σῆλ­θον εἰς τοὺς χο­ί­ρους, καὶ ὥρ­μη­σεν ἡ ἀ­γέ­λη κα­τὰ τοῦ κρη­μνοῦ εἰς τὴν λί­μνην καὶ ἀ­πε­πνί­γη. ἰ­δόν­τε­ς δὲ οἱ βό­σκον­τες τὸ γε­γε­νη­μέ­νο­ν ἔ­φυ­γον, καὶ ἀ­πήγ­γει­λα­ν εἰς τὴν πό­λιν καὶ εἰς τοὺ­ς ἀ­γρο­ύς. ἐ­ξῆλ­θο­ν δὲ ἰ­δεῖ­ν τὸ γε­γο­νὸς, καὶ ἦλ­θο­ν πρὸς τὸ­ν Ἰ­η­σοῦν, καὶ εὗ­ρον κα­θή­με­νον τὸ­ν ἄν­θρω­πον, ἀ­φ' οὗ τὰ δαι­μό­νια ἐ­ξε­λη­λύ­θει, ἱ­μα­τι­σμέ­νο­ν καὶ σω­φρο­νοῦν­τα πα­ρὰ τοὺς πό­δας τοῦ Ἰ­η­σοῦ, καὶ ἐ­φο­βή­θη­σαν. ἀ­πήγ­γει­λα­ν δὲ αὐ­τοῖς οἱ ἰ­δόν­τε­ς πῶ­ς ἐ­σώ­θη ὁ δαι­μο­νι­σθε­ίς. καὶ ἠ­ρώ­τη­σα­ν αὐ­τὸ­ν ἅ­πα­ν τὸ πλῆ­θος τῆς πε­ρι­χώ­ρου τῶν Γα­δα­ρη­νῶ­ν ἀ­πελ­θεῖν ἀ­π' αὐ­τῶν, ὅ­τι φό­βῳ με­γά­λῳ συ­νε­ί­χον­το· αὐ­τὸς δὲ ἐμ­βὰ­ς εἰς τὸ πλοῖ­ο ὑ­πέ­στρε­ψεν. ἐ­δέ­ε­το δὲ αὐ­τοῦ ὁ ἀ­νὴρ, ἀ­φ' οὗ ἐ­ξε­λη­λύ­θει τὰ δαι­μό­νια, εἶ­ναι σὺν αὐ­τῷ· ἀ­πέ­λυ­σε δὲ αὐ­τὸ­ν ὁ Ἰ­η­σοῦ­ς λέ­γων· Ὑ­πό­στρε­φε εἰς τὸν οἶ­κόν σου καὶ δι­η­γοῦ ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σέ σοι ὁ Θε­ός. καὶ ἀ­πῆλ­θε κα­θ' ὅ­λη­ν τὴν πό­λιν κη­ρύσ­σω­ν ὅ­σα ἐ­πο­ί­η­σε­ν αὐ­τῷ ὁ Ἰ­η­σοῦς.    
                            (Λουκ. η΄[8] 26 – 39)
    
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ὁ Ἰ­η­σοῦς κα­τέ­πλευ­σε στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῶν Γα­δα­ρη­νῶν, πού εἶ­ναι ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαί­α. Κι ὅ­ταν βγῆ­κε στὴ στε­ριά, τὸν συ­νάν­τη­σε κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος πού κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν πό­λη, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε μέ­σα του δαι­μό­νια ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια. Αὐ­τὸς δὲν φο­ροῦ­σε πά­νω του ροῦ­χα οὔ­τε ἔ­με­νε σὲ σπί­τι, ἀλ­λά ζοῦ­σε μέ­σα στὰ μνή­μα­τα. Ὅ­ταν ὅ­μως εἶ­δε τὸν Ἰ­η­σοῦ, ἀ­πὸ τὸ φό­βο του ἔ­βγα­λε μιὰ δυ­να­τὴ κραυ­γή, ἔ­πε­σε στὰ πό­δια του καὶ μὲ φω­νὴ με­γά­λη εἶ­πε: Ποι­ὰ σχέ­ση ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα σὲ μέ­να καὶ σὲ σέ­να καὶ τί ζη­τᾶς ἀ­πὸ μέ­να, Ἰ­η­σοῦ, Υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ὑ­ψί­στου; Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μὴ μὲ βα­σα­νί­σεις καὶ μὴ μοῦ ἐ­πι­βά­λεις τὴν τι­μω­ρί­α νὰ κλει­στῶ ἀ­πὸ τώ­ρα μέ­σα στὰ σκο­τά­δια τοῦ Ἅ­δη. Καὶ εἶ­πε τὰ λό­για αὐ­τὰ ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος, δι­ό­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­χε δι­α­τά­ξει τὸ ἀ­κά­θαρ­το δαι­μο­νι­κὸ πνεῦ­μα νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο. Δι­ό­τι ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια τὸν εἶ­χε κυ­ρι­εύ­σει, καὶ τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἄ­γρια ἔ­ξα­ψη. Γι’ αὐ­τό τὸν ἔ­δε­ναν μὲ ἁ­λυ­σί­δες καὶ μὲ σι­δε­ρέ­νια δε­σμὰ στὰ πό­δια, καὶ τὸν φύ­λα­γαν νὰ μὴν κά­νει κα­νέ­να κα­κὸ ἢ βλά­ψει κα­νέ­ναν. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἔ­σπα­ζε τὰ δε­σμὰ καὶ συ­ρό­ταν βί­αι­α ἀ­πὸ τὸν δαί­μο­να στὶς ἐ­ρη­μι­ές. Τὸν ρώ­τη­σε τό­τε ὁ Ἰ­η­σοῦς: Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ὄ­νο­μά σου; Κι αὐ­τὸς τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Λε­γε­ών, δη­λα­δὴ τα­ξι­αρ­χί­α στρα­τι­ω­τῶν. Καὶ εἶ­χε αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα, δι­ό­τι εἶ­χαν μπεῖ μέ­σα στὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ ὄ­χι μό­νο ἕ­να ἀλ­λά πολ­λὰ δαι­μό­νια. Καὶ τὰ δαι­μό­νια αὐ­τὰ μὲ τὸ στό­μα τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νὰ μὴν τὰ δι­α­τά­ξει νὰ πᾶ­νε στὰ τρί­σβα­θα τοῦ Ἅ­δη. Στὸ με­τα­ξὺ ἐ­κεῖ κον­τὰ ἦ­ταν ἕ­να κο­πά­δι ἀ­πὸ πολ­λοὺς χοί­ρους πού ἔ­βο­σκαν στὸ βου­νό. Καὶ τὰ δαι­μό­νια τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νὰ τοὺς ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ μποῦν σ' ἐ­κεί­νους τοὺς χοί­ρους. Καὶ ὁ Κύ­ριος τούς τὸ ἐ­πέ­τρε­ψε, ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ πού ἔ­τρε­φαν τοὺς χοί­ρους τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ πα­ρα­βαί­νον­τας τὸ Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πα­γό­ρευ­ε ὡς ἀ­κά­θαρ­το τὸ χοι­ρι­νὸ κρέ­ας. Μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ ὁ Κύ­ριος τι­μώ­ρη­σε τὴν πα­ρα­νο­μί­α τους αὐ­τή. Κι ἀ­φοῦ βγῆ­καν τὰ δαι­μό­νια ἀ­πό τὸν ἄν­θρω­πο, μπῆ­καν στοὺς χοί­ρους. Τό­τε τὸ κο­πά­δι ὅρ­μη­σε μὲ ἀ­συγ­κρά­τη­τη μα­νί­α πρὸς τὸν γκρε­μό, κι ἔ­πε­σε κά­τω στὴ λί­μνη καὶ πνί­γη­κε. Μό­λις εἶ­δαν αὐ­τὸ πού ἔ­γι­νε ἐ­κεῖ­νοι πού ἔ­βο­σκαν τοὺς χοί­ρους, ἔ­φυ­γαν καὶ ἀ­νήγ­γει­λαν τὸ συμ­βὰν τῆς κα­τα­στρο­φῆς τῶν χοί­ρων στοὺς κα­τοί­κους τῆς πό­λε­ως καὶ σ' ὅ­σους ἔ­με­ναν ἔ­ξω στὴν ὕ­παι­θρο. Τό­τε οἱ ἄν­θρω­ποι βγῆ­καν ἀ­πὸ τὴν πό­λη καὶ τὰ πε­ρί­χω­ρα γιὰ νὰ δοῦν αὐ­τὸ πού ἔ­γι­νε, καὶ ἦλ­θαν στόν Ἰ­η­σοῦ. Καὶ πράγ­μα­τι, βρῆ­καν τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τό­ν ὁ­ποῖ­ον εἶ­χαν βγεῖ τά δαι­μό­νια νά κά­θε­ται κον­τά στά πό­δια τοῦ Ἰ­η­σοῦ καί νά εἶ­ναι ντυ­μέ­νος καί σω­φρο­νι­σμέ­νος. Καί φο­βή­θη­καν. Κι ὅ­σοι εἶ­χαν δεῖ τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ τοὺς δι­η­γή­θη­καν πῶς ἔ­γι­νε κα­λὰ καὶ σώ­θη­κε ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος. Τό­τε ὅ­λο τὸ πλῆ­θος τῆς πε­ρι­φέ­ρειας τῶν Γα­δα­ρη­νῶν πα­ρα­κά­λε­σαν τὸν Ἰ­η­σοῦ νὰ φύ­γει ἀ­πὸ κον­τά τους, δι­ό­τι κυ­ρι­εύ­θη­καν ἀ­πὸ με­γά­λο φό­βο ὅ­ταν εἶ­δαν τὴ δί­και­η τι­μω­ρί­α πού ἐ­πι­βλή­θη­κε σ' ἐ­κεί­νους πού ἐ­ξέ­τρε­φαν χοί­ρους πα­ρὰ τὴν ἀ­πα­γό­ρευ­ση τοῦ νό­μου. Καὶ ὁ Ἰ­η­σοῦς μπῆ­κε στὸ πλοῖ­ο καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ μέ­ρος ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἔλ­θει. Ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­μως ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν βγεῖ τὰ δαι­μό­νια τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ μέ­νει μα­ζί του. Ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­μως τοῦ ἔ­δω­σε τὴν ἐν­το­λὴ νὰ φύ­γει λέ­γον­τας: Γύ­ρι­σε πί­σω στὸ σπί­τι σου καὶ νὰ δι­η­γεῖ­σαι ὅ­σα σοῦ ἔ­κα­νε ὁ Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος σὲ ἀ­πάλ­λα­ξε ἀ­πὸ τὰ δαι­μό­νια. Κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε καὶ δι­ε­κή­ρυτ­τε σ' ὅ­λη τὴν πό­λη ὅ­σα τοῦ ἔ­κα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς.



Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
      ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ
(ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)

(14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)
Τέκνον Τίτε, πι­στὸς λό­γος· κα πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ο πε­πι­στευ­κό­τες τ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τ κα­λὰ κα ὠ­φέ­λι­μα τος ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δ ζη­τή­σεις κα γε­νε­α­λο­γί­ας κα ἔ­ρεις κα μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γρ ἀ­νω­φε­λεῖς κα μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν κα δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος κα ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρς σε Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρς με ες Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τν νο­μι­κὸν κα Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. μαν­θα­νέ­τω­σαν δ κα ο ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ες τς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε ο με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τος φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. χά­ρις με­τὰ πάν­των ὑ­μῶν· ἀ­μήν.
                                    (Τίτ. γ΄[3] 8 – 15)

ΤΑ ΕΡΓΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΑΣ
1. ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ
Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας σή­με­ρα τι­μᾶ τὴ μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων τῆς Ζ' ἐν Νικαίᾳ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, οἱ ὁποῖοι ὄ­χι μό­νο ἀ­να­στή­λω­σαν τὶς ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, ἀλλὰ καὶ κα­τα­δί­κα­σαν συ­νο­λι­κῶς ὅ­λες τὶς αἱ­ρέ­σεις ποὺ εἶ­χαν ἐμ­φα­νι­σθεῖ μέ­χρι τό­τε.
Στὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­λε­γεῖ πρὸς τι­μὴν τῶν ἁγί­ων αὐ­τῶν Πα­τέ­ρων, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος το­νί­ζει στὸν μα­θη­τή του Τί­το ὅ­τι οἱ ἀ­λή­θει­ες τῆς πί­στε­ως ποὺ τοῦ προ­α­νέ­φε­ρε εἶ­ναι ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τες. Καὶ τοῦ ζη­τᾶ νὰ μι­λά­ει στοὺς πι­στοὺς γιὰ τὶς ἀ­λή­θει­ες αὐ­τὲς μὲ βε­βαι­ό­τη­τα, γιὰ νὰ φρον­τί­ζουν ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ νὰ πρω­το­στα­τοῦν ἀ­κού­ρα­στα σὲ κα­λὰ ἔρ­γα. «Τα­ῦτά ἐστι τὰ κα­λὰ καὶ ὠ­φέ­λι­μα τοῖς ἀνθρώ­ποις», γρά­φει. Στὴ συ­νέ­χεια ζη­τεῖ ἀ­πὸ τὸν ἅ­γιο Τί­το νὰ ἀ­πο­φεύ­γει τὶς ἀ­νό­η­τες συ­ζη­τή­σεις καὶ τὶς γε­νε­α­λο­γί­ες γιὰ τοὺς μυ­θι­κοὺς θε­οὺς ἢ τοὺς προ­γό­νους, ὅ­πως καὶ τὶς φι­λο­νι­κί­ες γιὰ τὸν ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ νό­μο, δι­ό­τι δὲν φέρ­νουν κα­μί­α ὠ­φέ­λεια ἀλλ᾿ εἶ­ναι μά­ται­ες.
Δύ­ο λοι­πὸν βα­σι­κὰ στοι­χεῖ­α ζη­τεῖ ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τὸν μα­θη­τή του Τί­το ἀλλὰ καὶ ἀ­πὸ κά­θε πι­στὸ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας: τὰ κα­λὰ ἔρ­γα καὶ τὰ ὠ­φέ­λι­μα λό­για. Ἔρ­γα καὶ λό­για. Καὶ μά­λι­στα σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ὅ­πως ἡ ση­με­ρι­νή, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κου­ρα­στεῖ ἀ­πὸ τὰ πολ­λὰ λό­για ποὺ δὲν ἔ­χουν ἀν­τί­κρι­σμα, ἡ προ­τρο­πὴ τοῦ θεί­ου Ἀ­πο­στό­λου ἔ­χει με­γά­λη ἐ­πι­και­ρό­τη­τα.
Καὶ θέ­τουν ὅ­λους ἐ­μᾶς τοὺς πι­στοὺς μπρο­στὰ στὴν εὐ­θύ­νη μας. Δι­ό­τι κι ἔ­μεῖς δυ­στυ­χῶς κά­πο­τε ἐ­πη­ρε­α­ζό­μα­στε ἀ­πὸ τὸ πνεῦ­μα τῆς ἐ­πο­χῆς, νὰ λέ­με λό­για χω­ρίς­ να κά­νου­με ἔρ­γα. Νὰ κά­νου­με εὔ­κο­λα κρι­τι­κές, χω­ρὶς νὰ θέ­λου­με νὰ κου­ρα­στοῦ­με καὶ νὰ ἐρ­γα­σθοῦ­με σὲ ἔρ­γα ἀ­γά­πης καὶ δι­α­κο­νί­ας. Ὁ θε­ό­πνευ­στος Ἀ­πό­στο­λος ὅ­μως μᾶς ζη­τεῖ ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το: λί­γα λό­για καὶ πολ­λὰ ἔρ­γα. Νὰ ἀ­φή­σου­με τὶς ἀ­τε­λεί­ω­τες συ­ζη­τή­σεις γιὰ πράγ­μα­τα ἀ­νού­σια ἢ καὶ ἁ­μαρ­τω­λά, καὶ νὰ πρω­το­στα­τοῦ­με στὰ κα­λὰ ἔρ­γα. Νὰ τὰ ἐ­πι­τε­λοῦ­με ὄ­χι ἀ­ναγ­κα­στι­κά, ἀλλὰ μὲ ζῆ­λο καὶ αὐ­τα­πάρ­νη­ση. Χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νου­με ὅ­σους ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη, νὰ ζη­τή­σουν τὴ βο­ή­θειά μας. Ἄλ­λα νὰ ἐ­πι­ζη­τοῦ­με οἱ ἴ­διοι εὐ­και­ρί­ες ἀγάπης.
Κά­ποι­οι ὑ­πο­φέ­ρουν, ἄλ­λοι πει­νοῦν, κά­ποι­οι ἀ­νήμ­πο­ροι θέ­λουν συμ­πα­ρά­στα­ση, κά­ποι­οι μο­να­χι­κοὶ τὴν πα­ρη­γο­ριά μας. Ἄλ­λοι ἀ­πο­γο­η­τεύ­ον­ται στὶς μα­κρο­χρό­νι­ες ἀρ­ρώ­στι­ες τους καὶ ἄλ­λοι ἀ­πελ­πί­ζον­ται ἀ­πὸ τὰ βά­σα­να τῆς ζω­ῆς. Ἂν ἀρ­κού­μα­στε μό­νο σὲ δι­α­πι­στώ­σεις γιὰ τὸ κα­κό της ἐ­πο­χῆς μας καὶ σὲ λό­για κρι­τι­κὰ γιὰ τοὺς ἄλ­λους, δὲν κερ­δί­ζου­με τί­πο­τε. Τὰ λό­γιά μας δὲν ἔ­χουν κα­νέ­να ἀν­τί­κρι­σμα καὶ ἡ ζωή μας μοιά­ζει ὑ­πο­κρι­τι­κὴ καὶ ψεύ­τι­κη. Ὅ­λοι μας λοι­πὸν ἂς κά­νου­με ἕ­να νέ­ο ξε­κί­νη­μα ἀ­γά­πης. Νὰ ψά­ξου­με νὰ βροῦ­με τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ χρει­ά­ζον­ται τὴν ἀ­γά­πη μας. Ἔ­τσι θὰ πλου­τί­σει ἡ ζω­ή μας μὲ καρ­ποὺς ἀ­ρε­τῆς καὶ θὰ πλημ­μυ­ρί­σει ἡ καρ­διά μας ἀ­πὸ εἰ­ρή­νη καὶ ἀ­νά­παυ­ση.
2. ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ
Στὴ συ­νέ­χεια ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος κα­λεῖ τὸν μα­θη­τή του Τί­το νὰ προ­σέ­χει ἰ­δι­αι­τέ­ρως τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς ἀν­θρώ­πους. Το­ῦ λέ­ει συγ­κε­κρι­μέ­να: «Αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν καὶ δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ». Αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ σκάν­δα­λα καὶ δι­αι­ρέ­σεις στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­νῶ τὸν συμ­βού­λευ­σες γιὰ πρώ­τη καὶ γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρά, πα­ρά­τη­σέ τον καὶ ἀ­πό­φευ­γέ τον. Μά­θε ὅ­τι ἕ­νας τέ­τοι­ος ἄν­θρω­πος ἔ­χει δι­α­στρα­φεῖ καὶ ἁ­μαρ­τά­νει· καὶ γιὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α του αὐ­τὴ ἐ­λέγ­χε­ται καὶ κα­τα­κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή του καὶ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό.
Κα­τό­πιν ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος δί­νει στὸν μα­θη­τή του κά­ποι­ες πρα­κτι­κὲς ὁ­δη­γί­ες. Τοῦ λέ­ει: Ὅ­ταν σοῦ στεί­λω τὸν Ἀρτεμᾶ ἢ τὸν Τυχι­κό, φρόν­τι­σε γρή­γο­ρα νὰ ἔλ­θεις στὴ Νι­κό­πο­λη, δι­ό­τι ἐκεῖ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρά­σω τὸν χει­μώ­να. Τὸν Ζη­νᾶ καὶ τὸν Ἀπολλὼ κατευ­ό­δω­σέ τους μὲ ἐ­πι­με­λη­μέ­νη φρον­τί­δα, γιὰ νὰ μὴν τοὺς λεί­πει τί­πο­τε στὸ τα­ξί­δι τους. Ἂς παίρ­νουν ἔ­τσι μά­θη­μα καὶ οἱ ἄλ­λοι πι­στοὶ νὰ πρω­το­στα­τοῦν στὰ κα­λὰ ἔρ­γα καὶ νὰ συν­τρέ­χουν τοὺς ἀ­δελ­φοὺς στὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ὑ­λι­κές τους ἀ­νάγ­κες, γιὰ νὰ μὴ στε­ροῦν­ται πνευ­μα­τι­κοὺς καρ­πούς. Σὲ χαι­ρε­τοῦν ἐγ­κάρ­δια ὅ­σοι εἶ­ναι μα­ζί μου. Χαι­ρέ­τη­σε ὅ­λους τους πι­στοὺς ποὺ μᾶς ἀ­γα­ποῦν. Ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ νὰ εἶναι μὲ ὅ­λους σας.
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος λοι­πὸν ζη­τᾶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀ­πὸ τὸν μα­θη­τή του νὰ ἀ­πο­φεύ­γει κά­θε αἱ­ρε­τι­κὸ ἄν­θρω­πο. Ἡ προ­τρο­πή του αὐ­τὴ ἴ­σως φαί­νε­ται σὲ με­ρι­κοὺς ἀν­θρώ­πους τῆς ἐ­πο­χῆς μας κά­πως ὑ­περ­βο­λι­κή. Λέ­νε κά­ποι­οι σχε­τι­κά: Για­τί νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με τοὺς αἱ­ρε­τι­κούς; Ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μας μα­ζί τους θὰ τοὺς βο­η­θή­σει νὰ με­τα­νο­ή­σουν. Ἄλ­λω­στε, λέ­νε, ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α, ἡ μόνη ἀλήθεια, δὲν ἔχει να φοβηθεῖ τίποτε καὶ κανένα.
Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α πράγ­μα­τι δὲν ἔ­χει νὰ φο­βη­θεῖ τί­πο­τε, ἀλλὰ ἐμεῖς προ­σω­πι­κὰ κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ ζη­μι­ω­θοῦ­με πο­λὺ ὅ­ταν συ­να­να­στρε­φό­μα­στε μὲ αἱ­ρε­τι­κούς. Δι­ό­τι οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἔ­χουν ἐ­κτρα­πεῖ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο τῆς ἀ­λή­θειας καὶ μέ­νουν πει­σμα­τι­κὰ στὸ ψεῦ­δος τους. Ὅ­ταν συ­ζη­τᾶ κα­νεὶς μα­ζί τους, ὄ­χι μό­νο δὲν δέ­χον­ται ν᾿ ἀ­κού­σουν τὴν ἀ­λή­θεια, ἀλλὰ δη­μι­ουρ­γοῦν καὶ ἐν­τά­σεις καὶ ἀ­να­στα­τώ­σεις, δι­ό­τι εἶ­ναι πει­σμα­τι­κὰ προ­σκολ­λη­μέ­νοι στὴν πλά­νη τους. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ οἱ ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νες συ­ζη­τή­σεις μα­ζί τους ἀ­πο­τε­λοῦν ἄ­σκο­πο κό­πο. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἐ­πει­δὴ κά­ποι­οι πι­στοὶ δυ­στυ­χῶς δὲν γνω­ρί­ζουν κα­λὰ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μας, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­ται καὶ γε­μί­ζουν ἀμ­φι­βο­λί­ες. Τὸ ἔρ­γο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν ἄλ­λω­στε τὸ ἔ­χουν στὴν εὐ­θύ­νη τους οἱ κλη­ρι­κοὶ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Ἐμεῖς ἂς προ­σευ­χό­μα­στε κι ἂς πε­ρι­μέ­νου­με τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ κά­ποι­ων ἀπ᾿ αὐ­τούς, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ ἔ­χου­με συ­να­να­στρο­φὲς μα­ζί τους.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην. ἐ­ξῆλ­θεν ὁ σπε­ί­ρων το σπεῖ­ραι τν σπό­ρον αὐ­τοῦ. κα ν τ σπε­ί­ρειν αὐ­τὸν μν ἔ­πε­σε πα­ρὰ τν ὁ­δόν, κα κα­τε­πα­τή­θη, κα τ πε­τει­νὰ το οὐ­ρα­νοῦ κα­τέ­φα­γεν αὐ­τό· κα ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐ­πὶ τν πέ­τραν, κα φυ­ὲν ἐ­ξη­ράν­θη δι­ὰ τ μ ἔ­χειν ἰ­κμά­δα· κα ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐν μέ­σῳ τν ἀ­καν­θῶν, κα συμ­φυ­εῖ­σαι α ἄ­καν­θαι ἀ­πέ­πνι­ξαν αὐ­τό. κα ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ες τν γν τν ἀ­γα­θήν, κα φυ­ὲν ἐ­πο­ί­η­σε καρ­πὸν ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ο­να. ταῦ­τα λέ­γων ἐ­φώ­νει· ἔ­χων ὦ­τα ἀ­κο­ύ­ειν ἀ­κου­έ­τω. Ἐ­πη­ρώ­των δ αὐ­τὸν ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Τς εἴ­η πα­ρα­βο­λή αὕ­τη; δ εἶ­πεν· Ὑ­μῖν δέ­δο­ται γνῶ­ναι τ μυ­στή­ρι­α τς βα­σι­λε­ί­ας το Θε­οῦ, τος δ λοι­ποῖς ν πα­ρα­βο­λαῖς, ἵ­να βλέ­πον­τες μ βλέ­πω­σι κα ἀ­κο­ύ­ον­τες μ συ­νι­ῶ­σιν. Ἔ­στι δ αὕ­τη πα­ρα­βο­λή· σπό­ρος ἐ­στὶν ὁ λό­γος το Θε­οῦ· ο δ πα­ρὰ τν ὁ­δόν εἰ­σιν ο ἀ­κο­ύ­σαν­τες, εἶ­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος κα αἴ­ρει τν λό­γον ἀ­πὸ τς καρ­δί­ας αὐ­τῶν, ἵ­να μ πι­στε­ύ­σαν­τες σω­θῶ­σιν. ο δ ἐ­πὶ τς πέ­τρας ο ὅ­ταν ἀ­κο­ύ­σω­σι, με­τὰ χα­ρᾶς δέ­χον­ται τν λό­γον, κα οὗ­τοι ῥί­ζαν οκ ἔ­χου­σιν, ο πρς και­ρὸν πι­στε­ύ­ου­σι κα ν και­ρῷ πει­ρα­σμοῦ ἀ­φί­σταν­ται. τ δ ες τς ἀ­κάν­θας πε­σόν, οὗ­τοί εἰ­σιν ο ἀ­κού­σαν­τες, κα ὑ­πὸ με­ρι­μνῶν κα πλο­ύ­του κα ἡ­δο­νῶν το βί­ου πο­ρευ­ό­με­νοι συμ­πνί­γον­ται κα ο τε­λε­σφο­ροῦ­σι. τ δ ν τ κα­λῇ γ, οὗ­τοί εἰ­σιν οἵ­τι­νες ν καρ­δί­ᾳ κα­λῇ κα ἀ­γα­θῇ ἀ­κο­ύ­σαν­τες τν λό­γον κα­τέ­χου­σι κα καρ­πο­φο­ροῦ­σιν ν ὑ­πο­μο­νῇ.            
        (Λουκ. η΄[8] 5 – 15)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτή τήν πα­ρα­βο­λή: Βγῆ­κε ὁ σπο­ριὰς στὸ χω­ρά­φι του, γιὰ νὰ σπεί­ρει τὸν σπό­ρο του. Καὶ κα­θὼς ἔ­σπερ­νε, με­ρι­κοὶ σπό­ροι ἔ­πε­σαν κον­τὰ στὸ δρόμο τοῦ χω­ρα­φιοῦ καὶ κα­τα­πα­τή­θη­καν ἀ­πό τούς δι­α­βά­τες, καὶ τοὺς κα­τέφα­γαν τὰ που­λιὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Ἄλ­λοι σπό­ροι πά­λι ἔ­πε­σαν πά­νω σὲ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος, κι ἀφοῦ φύ­τρω­σαν, ξε­ρά­θη­καν, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν ὑ­γρα­σί­α· Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν σὲ ἔ­δα­φος γε­μά­το ἀ­πὸ σπό­ρους ἀγ­κα­θι­ῶν, κι ὅ­ταν τὰ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­σαν μα­ζί τους, τοὺς ἔ­πνι­ξαν τε­λεί­ως. Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν μέ­σα στὴ γῆ τὴ μα­λα­κὴ καὶ εὔ­φο­ρη, καὶ ὅ­ταν φύ­τρω­σαν, ἔ­κα­ναν καρ­πὸ ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π' τὸν σπό­ρο. Κι ἐ­νῶ τὰ ἔ­λε­γε αὐ­τά, γιὰ νὰ δώ­σει με­γα­λύ­τε­ρο τό­νο στοὺς λό­γους του καὶ γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρει τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἀ­κρο­α­τῶν του, φώ­να­ζε δυ­να­τά: Αὐ­τὸς πού ἔ­χει αὐ­τιὰ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον πνευ­μα­τι­κὸ γιὰ νὰ ἀ­κού­ει καὶ νὰ ἐγκολπώνεται αὐ­τὰ πού λέ­ω, ἂς ἀ­κού­ει.
Οἱ μα­θη­τές του τό­τε τὸν ρω­τοῦ­σαν καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α καὶ ἡ ση­μα­σί­α αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­βο­λῆς; Κι αὐ­τὸς τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Σὲ σᾶς πού ἔ­χε­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κα­λὴ δι­ά­θε­ση σᾶς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς τὴ χά­ρη του νὰ μά­θε­τε τὶς μυ­στη­ρι­ώ­δεις ἀ­λή­θει­ες τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ· στοὺς ἄλ­λους ὅ­μως μι­λά­ω μὲ πα­ρα­βο­λές. Αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χουν ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ γνω­ρί­σουν καὶ νὰ δε­χθοῦν τὶς πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, καὶ ὁ νοῦς τους εἶ­ναι ἀμαθής καὶ ἀ­νί­κα­νος γιὰ πνευ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α. Γι' αὐ­τὸ δι­δά­σκω μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τό, γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ δοῦν βα­θύ­τε­ρα καὶ κα­θα­ρό­τε­ρα, ἂν καὶ θὰ βλέ­πουν μὲ τὰ σω­μα­τι­κά τους μά­τια, καὶ γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ κα­τα­λά­βουν, ἂν καὶ θὰ ἀκοῦν τὴ δι­δα­σκα­λί­α πού τοὺς ἐ­ξη­γεῖ τὰ μυ­στή­ρια. Καὶ τὸ κά­νω αὐ­τὸ ὄ­χι μό­νο γιὰ λό­γους δι­και­ο­σύ­νης, ἀλλά καὶ ἀ­πὸ ἀ­γα­θό­τη­τα, γιὰ νὰ μὴν ἐ­πι­βα­ρύ­νουν τὴ θέ­ση τους πε­ρι­φρο­νών­τας τὴν ἀ­λή­θεια, καὶ σκλη­ρυν­θοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἡ ση­μα­σί­α τῆς πα­ρα­βο­λῆς εἶ­ναι αὐ­τή: Ὁ σπό­ρος συμ­βο­λί­ζει τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Τὸ ἔ­δα­φος πού εἶ­ναι κον­τὰ στὸ δρό­μο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς πού ἄ­κου­σαν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο τὸν λό­γο. Ἔ­πει­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος καὶ ἀ­φαι­ρεῖ τὸν λό­γο ἀ­πὸ τὶς καρ­δι­ές τους, γιὰ νὰ μὴν πι­στέ­ψουν καὶ σω­θοῦν. Τὸ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος ἐξάλλου πού δέ­χθη­κε τὸν σπό­ρο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς οἱ ὁποῖοι ὅ­ταν ἀ­κού­σουν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ τὸν δέ­χον­ται μὲ χα­ρὰ καὶ ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­σα τους ὅ­μως δὲν ἔ­χει αὐ­τὸς βα­θιὰ ρί­ζα, γιὰ νὰ στε­ρε­ω­θεῖ. Γι’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τοὶ γιὰ λί­γο χρό­νο πι­στεύ­ουν, ὅ­ταν ὅ­μως ἔλ­θει και­ρὸς πει­ρα­σμοῦ ἢ δι­ωγ­μοῦ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ τὴν πί­στη. Οἱ σπό­ροι πού ἔ­πε­σαν στὰ ἀγ­κά­θια συμ­βο­λί­ζουν ἐ­κεί­νους πού ἄ­κου­σαν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ κι ἀρ­χί­ζουν μὲ κά­ποι­α προ­θυ­μί­α νὰ βα­δί­ζουν στὸν δρό­μο τῆς πί­στε­ως. Πνί­γον­ται ὅ­μως ἀ­πὸ τὶς ἀ­γω­νι­ώ­δεις φρον­τί­δες γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σουν πλού­τη, κα­θὼς κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς σαρ­κι­κῆς ζω­ῆς, στὴν ὁποία δι­ευ­κο­λύ­νουν τὰ πλού­τη πού ἀ­πέ­κτη­σαν, κι ἔ­τσι δὲν προ­κύ­πτουν οὔ­τε φτά­νουν μέ­χρι τὸ τέ­λος, προ­κει­μέ­νου νὰ δώ­σουν τὸν καρ­πό. Οἱ σπό­ροι τώ­ρα πού ἔ­πε­σαν στὴν εὔ­φο­ρη γῆ συμ­βο­λί­ζουν τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους οἱ ὁποῖοι μὲ καρ­διὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τη, εὐ­θεί­α καὶ ἀ­γα­θὴ ἄ­κου­σαν καὶ κα­τα­νό­η­σαν τὸν λό­γο καὶ τὸν κρα­τοῦν σφι­χτὰ μέ­σα τους, καὶ καρ­πο­φο­ροῦν τὶς ἀ­ρε­τὲς δεί­χνον­τας ὑ­πο­μο­νὴ καὶ καρ­τε­ρί­α στὶς θλί­ψεις καὶ τοὺς πει­ρα­σμοὺς καὶ σ' ὅ­λα τὰ ἐμ­πό­δια πού συ­ναν­τοῦν στὴν ἄ­σκη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.