Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 2018


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠ.ΠΑΥΛΟΥ και ΒΑΡΝΑΒΑ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 2018


1 ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ Ε' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ (Ἀ­πό­στ. Α΄ Κορ. ιβ΄[12] 27 – ιγ΄[13] 8, Εὐ­αγ­γ.  Ματθ. η΄[8] 28-θ΄[9] 1), Κο­σμᾶ καὶ Δα­μια­νοῦ τῶν Ἀ­ναρ­γύ­ρων, Κων­σταν­τί­νου τοῦ ἐν Ὁρ­μη­δεί­ᾳ τῆς Κύ­πρου μάρ­τυ­ρος
7 ΣΑΒΒΑΤΟΝ Κυ­ρια­κῆς Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος, Θω­μᾶ τοῦ ἐν Μα­λε­ῷ ὁ­σί­ου
8 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ϛ' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ (Ἀ­πό­στ.  Ρωμ. ιβ΄ [12] 6-14, Εὐ­αγ­γ.  Ματθ. θ΄[9] 1- 8), Προ­κο­πί­ου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος καὶ Θε­ο­δο­σί­ας τῆς μη­τρὸς αὐ­τοῦ μάρ­τυ­ρος
11 Τ­Ε­Τ­Α­Ρ­ΤΗ Εὐ­φη­μί­ας Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος, Ὄλ­γας βα­σι­λίσ­σης καί Ἰ­σα­πο­στό­λου
12 Π­Ε­Μ­Π­ΤΗ Π­ρ­ό­κ­λ­ου κ­αί Ἱ­λ­α­ρ­ί­ου Μ­α­ρ­τ­ύ­ρων, Β­ε­ρ­ο­ν­ί­κ­ης α­ἱ­μ­ο­ρ­ρ­ο­ο­ύ­σης, Μ­ι­χ­α­ήλ τ­οῦ Μα­λ­ε­ΐ­ν­ου ὁ­σ­ί­ου, Π­α­ϊ­σ­ί­ου τ­οῦ Ἁ­γ­ι­ο­ρ­ε­ί­τ­ου ὁ­σ­.­
15 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Τῶν Ἁ­γί­ων 630 Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων τῆς ἐν Χαλ­κη­δό­νι Δ΄ Οἰ­κ. Συ­νό­δου (451). (Ἀ­πό­στ. Τίτ. γ΄[3] 8-15, Εὐ­αγ­γ.  Ματθ. ε΄[5] 14-19), Κη­ρύ­κου καὶ Ἰ­ου­λίτ­της τῆς μη­τρὸς αὐ­τοῦ Μαρ­τύ­ρων
17 Τ­Ρ­Ι­ΤΗ Μα­ρί­νης Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος
20 Π­Α­Ρ­Α­Σ­Κ­Ε­ΥΗ Προ­φή­του Ἠ­λιοῦ το Θε­σβί­του
22 Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Η'  ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ἀ­πό­στ. Α΄ Κορ. α΄ [1] 10 – 17), Εὐ­αγ­γ.  Ματθ. ιδ΄[14] 14 – 22, Μα­ρί­ας Μα­γδα­λη­νῆς τ­ῆς Μυ­ρο­φόρ. κ­αὶ Ἰ­σα­πο­στό­λου. Μαρ­κέλ­λης Ὁ­σι­ο­μάρτ., Θε­ο­φί­λου τ­οῦ νέ­ου Μάρ­τυ­ρος  
24 Τ­Ρ­Ι­ΤΗ Χρι­στί­νης Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος
25  Τ­Ε­Τ­Α­Ρ­ΤΗ Κ­ο­ί­μ­η­σ­ις τ­ῆς Ἁ­γ­ί­ας Ἄ­ν­ν­ης μ­η­τρός τ­ῆς Ὑ­π­ε­ρ­α­γ­ί­ας Θ­ε­ο­τ­ό­κ­ου. Τ­ῶν Ἁ­γ­ί­ων 165 Π­α­τέ­ρ­ων τ­ῶν ἐν τῇ Ε΄ Ο­ἰκ. Σ­υν. σ­υ­ν­ε­λ­θ­ό­ν­τ­ων, Ὀ­λ­υ­μ­π­ι­ά­δ­ος δ­ι­α­κ­όν.­, Ε­ὐ­π­ρ­α­ξ­ί­ας ὁ­σ­ί­ας
26 Π­Ε­Μ­Π­ΤΗ Πα­ρα­σκευ­ῆς Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος, Ἑρ­μο­λά­ου ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος καί τῶν σύν αὐ­τῷ Ἑρ­μίπ­που καί Ἑρ­μο­κρά­τους
27 Π­Α­Ρ­Α­Σ­Κ­Ε­ΥΗ Παν­τε­λε­ή­μο­νος Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος τοῦ Ἰ­α­μα­τι­κοῦ  
28 ΣΑΒΒΑΤΟΝ Εἰ­ρή­νης Ὁ­σί­ας τῆς Χρυ­σο­βα­λάντου
29 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' Μ­Α­Τ­Θ­Α­Ι­ΟΥ (Ἀ­πό­στ. Α΄ Κορ. γ΄[3] 9 – 17, Εὐ­αγγ.  Ματθ. ιδ΄[14] 22 – 34), Καλ­λι­νί­κου καὶ Θε­ο­δό­της Μαρ­τύ­ρων
Ε­ΣΠΕ­ΡΙ­ΝΟΣ: 6.30 Μ.Μ.
ΟΡ­ΘΡΟΣ: 6.30 Π.Μ.



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
   ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(8 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, ἔ­χον­τες χα­ρί­σμα­τα κα­τὰ τὴν χά­ριν τὴν δο­θεῖ­σαν ἡ­μῖν δι­ά­φο­ρα, εἴ­τε προ­φη­τε­ί­αν, κα­τὰ τὴν ἀ­να­λο­γί­αν τῆς πί­στε­ως, εἴ­τε δι­α­κο­νί­αν, ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ, εἴ­τε ὁ δι­δά­σκων, ἐν τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ, εἴ­τε ὁ πα­ρα­κα­λῶν, ἐν τῇ πα­ρα­κλή­σει, ὁ με­τα­δι­δο­ύς, ἐν ἁ­πλό­τη­τι, ὁ προ­ϊ­στά­με­νος, ἐν σπου­δῇ, ὁ ἐ­λε­ῶν, ἐν ἱ­λα­ρό­τη­τι. ῾Η ἀ­γά­πη ἀ­νυ­πό­κρι­τος. Ἀ­πο­στυ­γοῦν­τες τὸ πο­νη­ρόν, κολ­λώ­με­νοι τῷ ἀ­γα­θῷ, τῇ φι­λα­δελ­φί­ᾳ εἰς ἀλ­λή­λους φι­λό­στορ­γοι, τῇ τι­μῇ ἀλ­λή­λους προ­η­γο­ύ­με­νοι, τῇ σπου­δῇ μὴ ὀ­κνη­ροί, τῷ πνε­ύ­μα­τι ζέ­ον­τες, τῷ Κυ­ρί­ῳ δου­λε­ύ­ον­τες, τῇ ἐλ­πί­δι χα­ί­ρον­τες, τῇ θλί­ψει ὑ­πο­μέ­νον­τες, τῇ προ­σευ­χῇ προ­σκαρ­τε­ροῦν­τες, ταῖς χρε­ί­αις τῶν ἁ­γί­ων κοι­νω­νοῦν­τες, τὴν φι­λο­ξε­νί­αν δι­ώ­κον­τες. Εὐ­λο­γεῖ­τε τοὺς δι­ώ­κον­τας ὑ­μᾶς, εὐ­λο­γεῖ­τε καὶ μὴ κα­τα­ρᾶ­σθε.      
                                                  (Ρωμ. Ιβ΄[12] 6-14)

ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΟΤΗΤΑ
1. ΤΑ XAΡΙΣΜΑΤΑ
Στὸ ση­με­ρι­νὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς δι­δά­σκει ὅ­τι ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ ἔ­χου­με «χα­ρί­σμα­τα κα­τὰ τὴν χά­ριν τὴν δο­θεῖ­σαν ἡ­μῖν δι­ά­φο­ρα». Ἔ­χου­με δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ποὺ μᾶς δό­θη­κε. Γι᾿ αὐ­τὸ ἂς ἀρ­κού­μα­στε σ᾿ αὐ­τὰ κι ἂς μὴ ζη­τοῦ­με ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν ἔ­χου­με. Ὅ­ποι­ος δη­λα­δὴ ἔ­χει τὸ χά­ρι­σμα τῆς προ­φη­τεί­ας, ἂς δι­δά­σκει σύμ­φω­να μὲ τὸν βαθ­μὸ τοῦ χα­ρί­σμα­τος, ποὺ τοῦ δό­θη­κε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν πί­στη του. Ὅ­ποι­ος ἔ­χει χά­ρι­σμα δι­α­κο­νί­ας, μέ­νει στὸ χά­ρι­σμα αὐ­τὸ τῆς δι­α­κο­νί­ας· κι ὅ­ποι­ος εἶ­ναι δι­δά­σκα­λος τῶν θεί­ων ἀ­λη­θει­ῶν, ἂς ἀρ­κεῖ­ται νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὶς ἀ­λή­θει­ες ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­χει τὸ χά­ρι­σμα νὰ προ­τρέ­πει στὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ στὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν θεί­ων ἀ­λη­θει­ῶν, ἂς μέ­νει στὸ ἔρ­γο τῆς προ­τρο­πῆς. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­χει κλί­ση νὰ μοι­ρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θά του στοὺς φτω­χούς, ἂς τὸ κά­νει αὐ­τὸ μὲ ἁ­πλό­τη­τα, χω­ρὶς ἐ­πί­δει­ξη ἢ ἄλ­λα ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­λα­τή­ρια. Ἐ­κεῖ­νος στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ φρον­τί­δα καὶ ἡ ἐ­πι­μέ­λεια ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε κα­λοῦ ἔρ­γου, ἂς ἐ­πι­στα­τεῖ μὲ προ­θυ­μί­α καὶ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ κά­νει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἂς ἐ­λε­εῖ μὲ χα­ρὰ καὶ κα­τα­δε­κτι­κό­τη­τα.
Μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ ἔ­χου­με πολ­λὰ καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα. Συ­χνὰ ὅ­μως πα­ρα­τη­ρεῖ­ται τὸ φαι­νό­με­νο κά­ποι­οι πι­στοὶ νὰ κά­νουν συγ­κρί­σεις, νὰ ζη­λεύ­ουν καὶ νὰ γογ­γύ­ζουν. Για­τί ἐ­γὼ νὰ ἔ­χω λι­γό­τε­ρα χα­ρί­σμα­τα καὶ ὁ ἄλ­λος πε­ρισ­σό­τε­ρα; Μᾶς ἀ­παν­τᾶ λοι­πὸν ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὅ­τι ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­δω­σε τυ­χαῖ­α καὶ ἄ­δι­κα στὸν κα­θέ­να μας τὰ δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα. Ἀλ­λὰ μᾶς τὰ ἔ­δω­σε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ δε­κτι­κό­τη­τα καὶ τὴν πί­στη τοῦ κα­θε­νός μας. Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ μᾶς γί­νε­ται αἴ­τιος νὰ λά­βει με­γα­λύ­τε­ρο ἢ μι­κρό­τε­ρο χά­ρι­σμα. Δι­ό­τι τὰ χα­ρί­σμα­τα μᾶς τὰ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ χω­ρη­τι­κό­τη­τα τοῦ σκεύ­ους ποὺ προ­σφέ­ρου­με στὸν Θε­ό, ἀ­νά­λο­γα δη­λα­δὴ μὲ τὴ δε­κτι­κό­τη­τα καὶ τὴν πί­στη μας.
Αὐ­τὸ τί ἔ­χει νὰ πεῖ γιὰ μᾶς; ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας μας θὰ πρέ­πει νὰ ἀρ­κεῖ­ται στὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ τοῦ δό­θη­καν καὶ νὰ τὰ καλ­λι­ερ­γεῖ ὅ­σο μπο­ρεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο, χω­ρὶς νὰ πα­ρα­σύ­ρε­ται ἀ­πὸ τὴ φι­λαυ­τί­α καὶ τὴ ζή­λεια. Ἄλ­λοι εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στοι στὴ δι­δα­σκα­λί­α καὶ ἄλ­λοι ὄ­χι. Κά­ποι­οι ἔ­χουν χά­ρι­σμα στὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α κι ἄλ­λοι εἶ­ναι ψυ­χροὶ καὶ ἀ­δέ­ξιοι. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά: Κά­ποι­ος ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ δι­δα­χθεῖ ἀ­πὸ κά­ποι­ο φω­τι­σμέ­νο δι­δά­σκα­λο, κά­ποι­ος ἄλ­λος ἐ­πι­ζη­τεῖ νὰ πα­ρη­γο­ρη­θεῖ ἀ­πὸ μιὰ θερ­μὴ καρ­διά. Τὰ χα­ρί­σμα­τα δὲν συγ­κεν­τρώ­νον­ται ὅ­λα σ᾿ ἕ­να πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ εἶ­ναι κα­τα­νε­μη­μέ­να σὲ δι­ά­φο­ρα πρό­σω­πα. Ἔ­τσι τὸ ποι­μαν­τι­κὸ ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­πι­τε­λεῖ­ται κα­λύ­τε­ρα μὲ μιὰ σω­στὴ κα­τα­νο­μὴ τοῦ ἔρ­γου της. Καὶ ὅ­λοι ἀ­παρ­τί­ζου­με μιὰ ἑ­νό­τη­τα, μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια, ὅ­που ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἀ­πα­ραί­τη­τοι, ὅ­λοι πρέ­πει νὰ ἐ­πι­τε­λοῦ­με τὸ ἔρ­γο, ποὺ μᾶς ἀ­νέ­θε­σε ὁ Θε­ός.
2. ΑΓΑΠΗ ΕΜΠΡΑΚΤΗ
Στὴ συ­νέ­χεια ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος το­νί­ζει ὅ­τι ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ ἔ­χει ὁ κα­θέ­νας μας, κοι­νὸ χά­ρι­σμα καὶ κα­θῆ­κον ὅ­λων μας εἶ­ναι ἡ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη. Ἡ ἀ­γά­πη μας, λέ­ει, ἂς εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νὴς καὶ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πὸ ὑ­πο­κρι­σί­α. Καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἀ­να­φέ­ρει κά­ποι­ες πρα­κτι­κὲς συμ­βου­λὲς ἐ­φαρ­μο­γῆς αὐ­τῆς τῆς ἀ­γά­πης. Ἡ ἀ­γά­πη σας αὐ­τὴ νὰ μὴν ἔ­χει πο­νη­ρί­α, το­νί­ζει. Νὰ εἶ­στε φι­λό­στορ­γοι με­τα­ξύ σας. Νὰ προ­λα­βαί­νει ὁ κα­θέ­νας τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ τοὺς ἀ­πο­δί­δει πρῶ­τος τὴν τι­μή. Νὰ μὴν εἶ­στε δυ­σκί­νη­τοι στὰ θε­ά­ρε­στα ἔρ­γα ἀλ­λὰ πρό­θυ­μοι. Οἱ πνευ­μα­τι­κές σας δυ­νά­μεις νὰ εἶ­ναι γε­μά­τες ἀ­φο­σί­ω­ση καὶ ζέ­ου­σες ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ φλό­γα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καὶ μ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ­τε τὸν Κύ­ριο ὡς ἀ­φο­σι­ω­μέ­νοι δοῦ­λοι του. Ἡ ἐλ­πί­δα σας στὰ αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θὰ νὰ σᾶς γε­μί­ζει χα­ρὰ καὶ νὰ σᾶς ἐ­νι­σχύ­ει γιὰ νὰ δεί­χνε­τε ὑ­πο­μο­νὴ στὶς θλί­ψεις. Νὰ ἐ­πι­μέ­νε­τε στὴν προ­σευ­χή, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α θὰ παίρ­νε­τε με­γά­λη βο­ή­θεια. Νὰ βο­η­θᾶ­τε στὶς ἀ­νάγ­κες τῶν χρι­στια­νῶν καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κε­τε τὴ φι­λο­ξε­νί­α χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νε­τε οἱ ξε­νι­τε­μέ­νοι ἀ­δελ­φοὶ νὰ σᾶς τὴ ζη­τή­σουν. Νὰ εὔ­χε­στε γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ σᾶς κα­τα­δι­ώ­κουν· καὶ πο­τὲ νὰ μὴν τοὺς κα­τα­ρι­έ­σθε.
Ὅ­πως γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτό, κοι­νὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν προ­τρο­πῶν τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου εἶ­ναι ἡ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη. Ἀ­γά­πη ὄ­χι πλα­σμα­τι­κὴ ἀλ­λὰ εἰ­λι­κρι­νής. Ἀ­γά­πη ποὺ δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ ὡ­ραῖ­α λό­για χω­ρὶς οὐ­σί­α. Μιὰ ἀ­γά­πη θερ­μὴ καὶ δι­ά­πυ­ρη, αὐ­θόρ­μη­τη καὶ ἐγ­κάρ­δια καὶ ὄ­χι ἀ­ναγ­κα­στι­κή. Καὶ αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τὸ κύ­ριο ἔρ­γο μας. Ὅ­ποι­α δι­α­κο­νί­α κι ἂν κά­νου­με, ὅ­ταν τὴν κά­νου­με μὲ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη, τό­τε ἐ­πι­δι­ώ­κου­με μὲ ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις νὰ τὴν κά­νου­με ἄρ­τια· δὲν τὴν ἐ­πι­τε­λοῦ­με πρό­χει­ρα, μὲ χλι­α­ρό­τη­τα καὶ ρα­θυ­μί­α, οὔ­τε δυ­σκο­λευ­ό­μα­στε νὰ θυ­σι­ά­σου­με τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν ἀ­νά­παυ­σή μας. Ὅ­ταν ἔ­χου­με ἀ­γά­πη ἀ­νυ­πό­κρι­τη, τό­τε ὅ­λα γί­νον­ται μὲ πνευ­μα­τι­κὴ θερ­μό­τη­τα καὶ ζέ­ση. Μὲ θερ­μὸ πό­θο πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ τὰ τοῦ Θε­οῦ. Ἡ θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­φο­σι­ώ­σε­ώς μας αὐ­τῆς μᾶς προ­σφέ­ρει ἀ­σύγ­κρι­τη χα­ρὰ στὴ δι­α­κο­νί­α μας. Αὐ­τὴ μᾶς τε­λει­ο­ποι­εῖ καὶ μᾶς ἀ­νοί­γει τὶς πύ­λες τοῦ Πα­ρα­δεί­σου.    
  (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐμ­βὰς ὁ Ἰ­η­σοῦς ες πλοῖ­ον δι­ε­πέ­ρα­σεν κα ἦλ­θεν ες τν ἰ­δί­αν πό­λιν. Κα ἰ­δοὺ προ­σέ­φε­ρον αὐ­τῷ πα­ρα­λυ­τι­κὸν ἐ­πὶ κλί­νης βε­βλη­μέ­νον. κα ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς τν πί­στιν αὐ­τῶν εἶ­πεν τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Θρσει, τέ­κνον· ἀ­φέ­ων­ταί σοι α ἁ­μαρ­τί­αι σου. κα ἰ­δού τι­νες τν γραμ­μα­τέ­ων εἶ­πον ν ἑ­αυ­τοῖς· Οὗ­τος βλα­σφη­μεῖ. κα εἰ­δὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς τς ἐν­θυ­μή­σεις αὐ­τῶν εἶ­πεν· Ἵ­να τ ὑ­μεῖς ἐν­θυ­μεῖ­σθε πο­νη­ρὰ ν τας καρ­δί­αις ὑ­μῶν; τ γρ ἐ­στιν εὐ­κο­πώ­τε­ρον, εἰ­πεῖν, ἀ­φέ­ων­ταί σου α ἁ­μαρ­τί­αι, εἰ­πεῖν, ἔ­γει­ρε κα πε­ρι­πά­τει; ἵ­να δ εἰ­δῆ­τε ὅ­τι ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χει ὁ υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­πὶ τς γς ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τί­ας – τό­τε λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Ἐ­γερ­θεὶς ἆ­ρόν σου τν κλί­νην κα ὕ­πα­γε ες τν οἶ­κόν σου. κα ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θεν ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ. ἰ­δόν­τες δ ο ὄ­χλοι ἐ­θα­ύ­μα­σαν κα ἐ­δό­ξα­σαν τν Θε­ὸν τν δόν­τα ἐ­ξου­σί­αν τοι­α­ύ­την τος ἀν­θρώ­ποις.
                                                                                      (Ματθ. θ΄[9]  1 –8)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ Ἰ­η­σοῦς ἀ­φοῦ μπῆ­κε σ᾿ ἕ­να πλοῖ­ο, πέ­ρα­σε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τς λί­μνης, καί ἦλ­θε στὴ δι­κή του πό­λη, τὴν Κα­περ­να­ούμ. Τό­τε τοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­ναν πα­ρά­λυ­το, πού τόν εἶ­χαν βά­λει πά­νω σ᾿ ἕ­να κρε­βά­τι. Καὶ κα­θὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­δε τήν πί­στη ποὺ εἶ­χε καὶ ὁ πα­ρά­λυ­τος κι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν με­τέ­φε­ραν, εἶ­πε στὸν πα­ρά­λυ­το, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νη­συ­χοῦ­σε καί φο­βό­ταν μή­πως οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του γί­νουν ἐμ­πό­διο στή θε­ρα­πεί­α του: Ἔ­χε θάρ­ρος, παι­δί μου· σοῦ ἔ­χουν συγ­χω­ρη­θεῖ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου. Τό­τε ὅ­μως με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς γραμ­μα­τεῖς εἶ­παν μέ­σα τους: Αὐ­τός βλα­σφη­μεῖ, δι­ό­τι σφε­τε­ρί­ζε­ται δι­καί­ω­μα πού μό­νον ὁ Θε­ός ἔ­χει. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­δε στά βά­θη τῆς καρ­διᾶς τους τίς σκέ­ψεις τους καί εἶ­πε: Για­τὶ κά­νε­τε μέ­σα στίς καρ­δι­ές σας σκέ­ψεις πο­νη­ρὲς καὶ κα­κο­προ­αί­ρε­τες; Καὶ εἶ­ναι πράγ­μα­τι οἱ σκέ­ψεις σας αὐ­τὲς κα­κό­βου­λες καὶ κα­κο­προ­αί­ρε­τες, δι­ό­τι, τὶ εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρο: νά πεῖ κα­νείς· εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, ἢ νὰ πεῖ, σή­κω ὄρ­θιος καὶ περ­πά­τα; Ἐ­σεῖς θε­ω­ρεῖ­τε δυ­σκο­λό­τε­ρο αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ νὰ μά­θε­τε λοι­πὸν τώ­ρα ὅ­τι ὁ υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ Μεσ­σί­ας, ὁ ἐκ­πρό­σω­πος τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τος καὶ ἔν­δο­ξος Κρι­τής της κα­τά τὴ δευ­τέ­ρα πα­ρου­σί­α του, ἔ­χει ἐ­ξου­σί­α νά συγ­χω­ρεῖ στή γῆ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων, τό­τε λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το: Σή­κω ὄρ­θιος καί πά­ρε στοὺς ὤ­μους σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι σου. Καὶ πραγ­μα­τι­κά ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὸ σπί­τι του. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ εἶ­δαν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε, θαύ­μα­σαν καὶ δό­ξα­σαν τὸν Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­δω­σε δι­α­μέ­σου τοῦ Χρι­στοῦ στοὺς ἀν­θρώ­πους τέ­τοι­α ἐ­ξου­σί­α, νὰ συγ­χω­ροῦν­ται δη­λα­δὴ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες, καί συγ­χρό­νως νὰ γι­α­τρεύ­ον­ται μ᾿ ἕ­να λό­γο ἀ­θε­ρά­πευ­τες ἀ­σθέ­νει­ες τοῦ σώ­μα­τος.


Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
 (1 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018)
(ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, ὑ­μεῖς ἐ­στε σῶ­μα Χρι­στοῦ καὶ μέ­λη ἐκ μέ­ρους. Καὶ οὓς μὲν ἔ­θε­το ὁ θε­ὸς ἐν τῇ ἐκ­κλη­σί­ᾳ πρῶ­τον ἀ­πο­στό­λους, δε­ύ­τε­ρον προ­φή­τας, τρί­τον δι­δα­σκά­λους, ἔ­πει­τα δυ­νά­μεις, εἶ­τα χα­ρί­σμα­τα ἰ­α­μά­των, ἀν­τι­λή­ψεις, κυ­βερ­νή­σεις, γέ­νη γλωσ­σῶν. Μὴ πάν­τες ἀ­πό­στο­λοι; μὴ πάν­τες προ­φῆ­ται; μὴ πάν­τες δι­δά­σκα­λοι; Μὴ πάν­τες δυ­νά­μεις; Μὴ πάν­τες χα­ρί­σμα­τα ἔ­χου­σιν ἰ­α­μά­των; Μὴ πάν­τες γλώσ­σαις λα­λοῦ­σι; Μὴ πάν­τες δι­ερ­μη­νε­ύ­ου­σι; Ζη­λοῦ­τε δὲ τὰ χα­ρί­σμα­τα τὰ κρε­ίτ­το­να. Καὶ ἔ­τι καθ᾿ ὑ­περ­βο­λὴν ὁ­δὸν ὑ­μῖν δε­ί­κνυ­μι. ᾿Ε­ὰν ταῖς γλώσ­σαις τῶν ἀν­θρώ­πων λα­λῶ καὶ τῶν ἀγ­γέ­λων, ἀ­γά­πην δὲ μὴ ἔ­χω, γέ­γο­να χαλ­κὸς ἠ­χῶν ἢ κύμ­βα­λον ἀ­λα­λά­ζον. Καὶ ἐ­ὰν ἔ­χω προ­φη­τε­ί­αν καὶ εἰ­δῶ τὰ μυ­στή­ρια πάν­τα καὶ πᾶ­σαν τὴν γνῶ­σιν, καὶ ἐ­ὰν ἔ­χω πᾶ­σαν τὴν πί­στιν, ὥ­στε ὄ­ρη με­θι­στά­νειν, ἀ­γά­πην δὲ μὴ ἔ­χω, οὐ­δέν εἰ­μι. Καὶ ἐ­ὰν ψω­μί­σω πάν­τα τὰ ὑ­πάρ­χοντά μου, καὶ ἐ­ὰν πα­ρα­δῶ τὸ σῶ­μά μου ἵ­να καυ­θή­σο­μαι, ἀ­γά­πην δὲ μὴ ἔ­χω, οὐ­δὲν ὠ­φε­λοῦ­μαι. ῾Η ἀ­γά­πη μα­κρο­θυ­μεῖ, χρη­στε­ύ­ε­ται, ἡ ἀ­γά­πη οὐ ζη­λοῖ, ἡ ἀ­γά­πη οὐ περ­πε­ρε­ύ­ε­ται, οὐ φυ­σι­οῦ­ται, οὐκ ἀ­σχη­μο­νεῖ, οὐ ζη­τεῖ τὰ ἑ­αυ­τῆς, οὐ πα­ρο­ξύ­νε­ται, οὐ λο­γί­ζε­ται τὸ κα­κόν, οὐ χα­ί­ρει ἐ­πὶ τῇ ἀ­δι­κί­ᾳ, συγ­χα­ί­ρει δὲ τῇ ἀ­λη­θε­ί­ᾳ· πάν­τα στέ­γει, πάν­τα πι­στε­ύ­ει, πάν­τα ἐλ­πί­ζει, πάν­τα ὑ­πο­μέ­νει. Ἡ ἀ­γά­πη οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει. 
                                    (Α΄ Κορ. ιβ΄ [12] 27 – ιγ΄ [13] 8)

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
Ὅ­σο καὶ ἂν μᾶς φαί­νε­ται πα­ρά­δο­ξο, ἡ ἀ­γά­πη ὅ­πως τὴν προ­βάλ­λει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἐν­σαρ­κω­μέ­νη, εἶ­ναι ἄ­γνω­στη γιὰ τὸν πο­λὺ κό­σμο. Ἡ μνή­μη λοι­πὸν τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων Κο­σμᾶ καὶ Δα­μια­νοῦ καὶ τὸ ση­με­ρι­νὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ποὺ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο σ᾿ αὐ­τήν, εἶ­ναι δύ­ο ἄ­ρι­στες εὐ­και­ρί­ες, ὥ­στε νὰ μα­θη­τεύ­σου­με στὴν δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας γιὰ τὴν ἀ­γά­πη.
1) Η Αγάπη συνιστΑ τΗν Εν Χριστῼ ζωή.
Οἱ Ἅ­γιοι Ἀ­νάρ­γυ­ροι μα­ζὶ μὲ τὴν κα­τάρ­τι­σή τους στὴν ἰ­α­τρι­κὴ τέ­χνη, μορ­φώ­θη­καν καὶ πνευ­μα­τι­κά. Ἔ­γι­ναν ζων­τα­νὲς εἰ­κό­νες τοῦ Θε­οῦ, ἄν­θρω­ποι ἀ­λη­θι­νῆς ἀ­γά­πης καὶ ἔ­ζη­σαν εὐ­ερ­γε­τών­τας ψυ­χι­κὰ καὶ σω­μα­τι­κὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους πα­ρέ­χον­τας δω­ρε­ὰν τὶς ἰ­α­τρι­κές τους ὑ­πη­ρε­σί­ες. Γι᾿ αὐ­τὸ ὀ­νο­μά­σθη­καν Ἀ­νάρ­γυ­ροι.
Κα­τευ­θυν­τή­ρια δύ­να­μή τους ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν Χρι­στὸ καὶ πρὸς κά­θε ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως συ­νάν­θρω­πο, χά­ρη στὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­ναν κα­τοι­κη­τή­ρια τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Για­τί «ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη καὶ ὅ­ποι­ος μέ­νει στὴν ἀ­γά­πη μέ­σα στὸ Θε­ὸ μέ­νει, καὶ ὁ Θε­ὸς μέ­σα σ᾿ αὐ­τὸν» (Α΄ Ἰ­ω­άν. δ΄[4] 16). Ἡ Πα­τε­ρι­κὴ θε­ο­λο­γί­α το­νί­ζει ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μη μὲ τὴν ζω­ή, ἐ­φό­σον αὐ­τὴ καὶ μό­νη κι­νεῖ τοὺς ἀ­λη­θι­νῶς ζών­τας ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὸν πα­ρόν­τα μέ­χρι καὶ τὸν μέλ­λον­τα αἰ­ώ­να. Κι ἂν ἐ­ξε­τά­σου­με τὴν ἐν Χρι­στῷ ζω­ὴ τῶν ἁ­γί­ων ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῆς δι­κῆς τους συ­νει­σφο­ρᾶς καὶ συ­νερ­γί­ας, τό­τε θὰ δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι τί­πο­τε ἄλ­λο δὲν συ­νι­στᾶ αὐ­τὴ τὴν ζω­ὴ πα­ρὰ μό­νο ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν συ­νάν­θρω­πο. Ἄλ­λω­στε ὅ­λες οἱ ἐν­το­λὲς τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­λη ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Πα­τέ­ρων, ὅ­λοι οἱ κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν πα­ρὰ τοὺς ὁ­δο­δεῖ­κτες στὴν ὁ­δὸ τῆς ἀ­γά­πης, ἡ ὁ­ποί­α ὁ­δη­γεῖ τὸν ἄν­θρω­πο στὴν ἕ­νω­ση μὲ τὸν Θε­ό. Μή­πως αὐ­τὸ δὲν ἔ­λε­γε ὁ Κύ­ριος στὶς τε­λευ­ταῖ­ες Του πα­ρα­κα­τα­θῆ­κες πρὸς τοὺς Μα­θη­τές : «Ἐ­ὰν ἀ­γα­πᾶ­τέ με, θὰ τη­ρή­σε­τε τὶς ἐν­το­λές μου. Καὶ ἐ­γὼ θὰ πα­ρα­κα­λέ­σω τὸν Πα­τέ­ρα καὶ θὰ σᾶς δώ­σει ἄλ­λον Πα­ρά­κλη­τον γιὰ νὰ μεί­νει μα­ζί σας αἰ­ώ­νια» (Ἰ­ω­άν. ιδ΄[14] 15-16).
Μέ­σα σ᾿ αὐ­τὴν τὴν προ­ο­πτι­κή, κα­τα­λα­βαί­νου­με για­τί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος θε­ω­ρεῖ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα χα­ρί­σμα­τα κι αὐ­τὸν ἀ­κό­μη τὸν μαρ­τυ­ρι­κὸν θά­να­τον ἀ­νε­παρ­κή, ἂν ὁ ἄν­θρω­πος δὲν ἔ­χει ἀ­γά­πη. Πλέ­κον­τας τὸν ὕ­μνο τῆς ἀ­γά­πης, λέ­γει ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ κοι­νὴ πη­γὴ ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν τῆς πί­στε­ως, τῆς ἐλ­πί­δας, τῆς ὑ­πο­μο­νῆς, τῆς μα­κρο­θυ­μί­ας, τῆς ἀ­γα­θο­ερ­γί­ας, τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, τῆς ἀ­ορ­γη­σί­ας, τῆς ἁ­πλό­τη­τος, τῆς συ­νέ­σε­ως, τῆς χα­ρᾶς γιὰ τὴν ἀ­λή­θεια, τῆς ἀ­πο­φυ­γῆς κά­θε ἀ­δι­κί­ας καὶ κα­κί­ας.
Ἑ­πο­μέ­νως ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στὴν ζω­ὴ τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν προ­τύ­πων μας γιὰ τὴν ἐν Χρι­στῷ ζω­ὴ πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ἕ­να ἑ­νια­ῖο καὶ ἄρ­τιο σῶ­μα μὲ κε­φα­λὴ τὴν ἀ­γά­πη.
Ὁ ἅ­γιος Συ­με­ὼν ὁ Νέ­ος Θε­ο­λό­γος λέ­γει, ὅ­τι χω­ρὶς τὴν κε­φα­λὴ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα τῶν ἀ­ρε­τῶν εἶ­ναι τε­λεί­ως νε­κρὸ καὶ ἀ­νε­νέρ­γη­το, ὅ­πως καὶ ἡ κε­φα­λὴ δί­χως τὸ σῶ­μα δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­νερ­γή­σει. Οἱ Ἅ­γιοι Ἀ­νάρ­γυ­ροι λοι­πὸν δὲν εἶ­χαν ἁ­πλῶς κά­ποι­α φι­λάν­θρω­πα αἰ­σθή­μα­τα, ὥ­στε νὰ προ­σφέ­ρουν δω­ρε­ὰν τὴν δι­α­κο­νί­α τους, ἀλ­λὰ ἐν­σάρ­κω­ναν τὴν κα­θο­λι­κὴ ἀ­γά­πη, τὴν συ­νι­στα­μέ­νη τῶν ἄλ­λων ἀ­ρε­τῶν.
2) Η Αγάπη εΙναι σταυρός.
Μὲ τὰ προ­η­γού­με­να το­νί­σα­με ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη δὲν εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς, ἀλ­λὰ ἡ οὐ­σί­α της. Δὲν εἶ­ναι κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ χρι­στια­νοῦ, ἀλ­λὰ τὸ βα­θύ­τε­ρο βί­ω­μά του, τὸ ὁ­ποῖ­ο καὶ ἐκ­φρά­ζε­ται διὰ μέ­σου τῶν ἐ­πι­μέ­ρους ἀ­ρε­τῶν. Πῶς ὅ­μως καλ­λι­ερ­γεῖ­ται καὶ κα­τα­κτᾶ­ται ἡ ζω­ὴ τῆς ἀ­γά­πης καὶ πρὸς τὰ ποῦ συγ­κε­κρι­μέ­να ἀ­πευ­θύ­νε­ται;
Ἡ ἀ­γά­πη ἐκ­δη­λώ­νε­ται σταυ­ρι­κά, ἑ­νώ­νον­τας τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γω­νι­στὴ μὲ τὸν Θε­άν­θρω­πο καὶ τὸν συ­νάν­θρω­πο. Ὁ Ὅ­σιος ἀβ­βὰς Δω­ρό­θε­ος θέ­λον­τας νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴν φύ­ση αὐ­τὴ τῆς ἀ­γά­πης, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ κύ­κλου. Ἂς θε­ω­ρή­σου­με λέ­γει ὅ­τι ὁ κό­σμος μας εἶ­ναι σὰν ἕ­νας κύ­κλος μὲ τὸν Θε­ὸ στὸ κέν­τρο καὶ τοὺς δι­α­φό­ρους τρό­πους ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων σὰν ἀ­κτί­νες.
Ὅ­πως λοι­πὸν οἱ ἀ­κτί­νες συγ­κλί­νουν καὶ ἑ­νώ­νον­ται ὅ­ταν φθά­σουν στὸ κέν­τρο τοῦ κύ­κλου, ἐ­νῶ ἀ­πο­κλί­νουν καὶ δι­α­χω­ρί­ζον­ται με­τα­ξύ τους, ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο κά­τι ἀν­τί­στοι­χο συμ­βαί­νει καὶ μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὅ­σο δη­λα­δὴ πλη­σιά­ζουν μὲ τὴν ζω­ή τους τὸν Θε­ό, συγ­χρό­νως πλη­σιά­ζουν καὶ με­τα­ξύ τους. Ὅ­σο πά­λι, προ­σεγ­γί­ζει ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, ἄλ­λο τό­σο προ­σεγ­γί­ζει καὶ τὸν Θε­ό. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ ἀ­πο­ξε­νώ­νον­ται καὶ με­τα­ξύ τους. Αὐ­τὴ ἡ πα­ρο­μοί­ω­ση ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τὴν σχε­τι­κὴ πα­τε­ρι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἄλ­λο­τε το­νί­ζει ὅ­τι «ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἀ­γα­πᾶ τὸν Θε­ὸ δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ καὶ κά­θε ἄλ­λο ἄν­θρω­πο νὰ ἀ­γα­πή­σει σὰν τὸν ἑ­αυ­τό του» (Ἅ­γιος Μά­ξι­μος Ὁ­μο­λο­γη­τὴς) καὶ ἄλ­λο­τε ὅ­τι «ὅ­ποι­ος ἀ­γα­πᾶ τὸν Θε­ὸ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­χει ἀ­γα­πή­σει τὸν ἀ­δελ­φό του» (Ὅ­σιος Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος).
Μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι ἡ ἀ­λη­θι­νὴ φι­λαν­θρω­πί­α εἶ­ναι φι­λό­θε­η, ὅ­πως καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κὴ φι­λο­θε­ΐ­α εἶ­ναι φι­λάν­θρω­πη.
Ἀλ­λὰ ἡ ζω­ὴ τῆς ἀ­γά­πης ὄ­χι μό­νο ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται σταυ­ρι­κῶς, συ­νά­μα ἀ­πο­τε­λεῖ σταυ­ρὸ πραγ­μα­τι­κό. «Μὴ θέ­λεις νὰ ἀ­ρέ­σεις στὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ δὲν θὰ μι­σεῖς τὸν ἀ­δελ­φό σου. Μὴν εἶ­σαι φί­λαυ­τος καὶ θὰ γί­νεις φι­λό­θε­ος» συμ­βου­λεύ­ει ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής. Ὅ­ποι­ος λοι­πὸν δὲν σταυ­ρώ­νει – νε­κρώ­νει τὸ ἐ­γω­ϊ­στι­κό του φρό­νη­μα εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἀ­γά­πη. Ἡ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση ὁ­μό­φω­να το­νί­ζει ὅ­τι προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς ἀ­γά­πης εἶ­ναι ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ αὐ­τα­πάρ­νη­ση καὶ ἡ ζω­ὴ τῆς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῆς με­τά­νοι­ας, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴν ἀ­πο­χὴ ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ κα­κὰ καὶ τὴν καλ­λι­έρ­γεια ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν, ὅ­πως προ­α­να­φέ­ρα­με. Μό­νο ἔ­τσι μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­γα­πή­σει τὸν Χρι­στὸ μὲ ὅ­λη τὴν ψυ­χή του καὶ τὴν καρ­διά του μὲ ὅ­λο τὸν νοῦ του καὶ τὴν δύ­να­μη ἀλ­λὰ καὶ τὸν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀ­δι­α­κρί­τως πλη­σί­ον του σὰν τὸν ἑ­αυ­τό του. Μό­νο ἔ­τσι μπο­ρεῖ νὰ φθά­σει στὴν τε­λει­ό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης.
Ἀ­δελ­φοί μου,
Ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ μπο­ροῦ­με νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με πό­σο πο­λὺ ἔ­χει ἀλ­λοι­ώ­σει ἡ κο­σμι­κὴ νο­ο­τρο­πί­α τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­γά­πης, ὥ­στε νὰ χω­ρά­ει στὰ μέ­τρα τοῦ πτω­τι­κοῦ καὶ ἐ­γω­κεν­τρι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Τὴν ἀ­πο­κα­θή­λω­σε ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ σταυ­ροῦ της, γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τὴν δύ­να­μη πο­τὲ πιὰ νὰ ἀ­να­σταί­νει στὶς καρ­δί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων τὴν πε­σοῦ­σαν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Μὲ τὶς κο­σμι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις εἶ­ναι ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κὸ νὰ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε τὴν χρι­στι­α­νι­κὴ ἀ­γά­πη σὰν ἕ­να πο­λι­τι­κό – κοι­νω­νι­κὸ σύν­θη­μα, γιὰ νὰ κα­λύ­ψου­με τὸν ἀ­ναι­μι­κὸ ἀν­θρω­πι­σμό μας. Τὴν ὁ­δὸ τῆς ἀ­γά­πης τὴν φα­νε­ρώ­νουν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ οἱ ἅ­γιοι ὁ­δοι­πό­ροι της, γιὰ νὰ γί­νου­με καὶ μεῖς συ­νο­δοι­πό­ροι τους καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με μα­ζί τους τὴν Αὐ­το­α­γά­πη, τὸν Χρι­στό. Ἀ­μή­ν 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐλ­θόν­τι τῷ ᾿Ι­η­σοῦ εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γερ­γε­ση­νῶν ὑ­πήν­τη­σαν αὐ­τῷ δύ­ο δαι­μο­νι­ζό­με­νοι, ἐκ τῶν μνη­με­ί­ων ἐ­ξερ­χό­με­νοι, χα­λε­ποὶ λί­αν, ὥ­στε μὴ ἰ­σχύ­ειν τι­νὰ πα­ρελ­θεῖν διὰ τῆς ὁ­δοῦ ἐ­κε­ί­νης. Καὶ ἰ­δοὺ ἔ­κρα­ξαν, λέ­γον­τες· Τί ἡ­μῖν καὶ σοί, ᾿Ι­η­σοῦ Υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; ἦλ­θες ὧ­δε πρὸ και­ροῦ βα­σα­νί­σαι ἡ­μᾶς; Ἦν δὲ μα­κρὰν ἀπ᾿ αὐ­τῶν ἀ­γέ­λη χο­ί­ρων πολ­λῶν βο­σκο­μέ­νη. Οἱ δὲ δα­ί­μο­νες πα­ρε­κά­λουν αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Εἰ ἐκ­βάλ­λεις ἡ­μᾶς, ἐ­πί­τρε­ψον ἡ­μῖν ἀ­πελ­θεῖν εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ὑ­πά­γε­τε. Οἱ δὲ ἐ­ξελ­θόν­τες, ἀ­πῆλ­θον εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ ἰ­δοὺ, ὥρ­μη­σε πᾶ­σα ἡ ἀ­γέ­λη τῶν χο­ί­ρων κα­τὰ τοῦ κρη­μνοῦ εἰς τὴν θά­λασ­σαν, καὶ ἀ­πέ­θα­νον ἐν τοῖς ὕ­δα­σιν. Οἱ δὲ βό­σκον­τες ἔ­φυ­γον· καὶ ἀ­πελ­θόν­τες εἰς τὴν πό­λιν, ἀ­πήγ­γει­λαν πάν­τα καὶ τὰ τῶν δαι­μο­νι­ζο­μέ­νων. Καὶ ἰ­δοὺ πᾶ­σα ἡ πό­λις ἐ­ξῆλ­θεν εἰς συ­νάν­τη­σιν τῷ ᾿Ι­η­σοῦ· καὶ ἰ­δόν­τες αὐ­τὸν, πα­ρε­κά­λε­σαν ὅ­πως με­τα­βῇ ἀ­πὸ τῶν ὁ­ρί­ων αὐ­τῶν.  Καὶ ἐμ­βὰς εἰς πλοῖ­ον, δι­ε­πέ­ρα­σε, καὶ ἦλ­θεν εἰς τὴν ἰ­δί­αν πό­λιν.
                                         (Ματθ. η΄[8] 28 – θ΄[9] 1)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ, ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος ἦλ­θε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη, στὴ χώ­ρα τῶν Γερ­γε­ση­νῶν, τὸν συ­νάν­τη­σαν δύ­ο δαι­μο­νι­σμέ­νοι ποὺ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὰ μνή­μα­τα ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ, στὰ ὁ­ποῖ­α εὐ­χα­ρι­στι­οῦν­ταν νὰ κα­τοι­κοῦν. Ἦ­ταν καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­θε­τι­κοὶ καὶ πο­λὺ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι· τό­σο, ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πε­ρά­σει ἀπ᾿ τὸν δρό­μο ἐ­κεῖ­νο. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀπ᾿ τὸν φό­βο τους κραύ­γα­σαν δυ­να­τὰ καὶ εἶ­παν: Ποι­ὰ σχέ­ση ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς καὶ σὲ σέ­να, Ἰ­η­σοῦ, υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; Ἦλ­θες ἐ­δῶ πρό­ω­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς παγ­κό­σμιας κρί­σε­ως, γιὰ νᾶ μᾶς βα­σα­νί­σεις; Στὸ με­τα­ξὺ ὑ­πῆρ­χε μα­κριὰ ἀπ᾿ αὐ­τοὺς ἕ­να κο­πά­δι μὲ πολ­λοὺς χοί­ρους, ποὺ ἔ­βο­σκαν ἐ­κεῖ. Οἱ δαί­μο­νες τό­τε ἄρ­χι­σαν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λοῦν λέ­γον­τας: Ἐ­ὰν πρό­κει­ται νὰ μᾶς βγά­λεις ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐ­δῶ, δῶσ᾿ μας τὴν ἄ­δεια νὰ φύ­γου­με καὶ νὰ μποῦ­με μέ­σα στὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­τρε­φαν τοὺς χοί­ρους τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ πα­ρα­βαί­νον­τας τὸν Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο, ποὺ ἀ­πα­γό­ρευ­ε ὡς ἀ­κά­θαρ­το τὸ χοι­ρι­νὸ κρέ­ας, ὁ Κύ­ριος τι­μω­ρών­τας τὴν πα­ρα­νο­μί­α τους αὐ­τὴ εἶ­πε στοὺς δαί­μο­νες: Πη­γαί­νε­τε. Κι αὐ­τοὶ βγῆ­καν ἀπ᾿ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πῆ­γαν στοὺς χοί­ρους. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ὅ­λο τὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων ὄρ­μη­σε μὲ μα­νί­α ἀ­πὸ τὸ ἐ­πά­νω μέ­ρος τοῦ γκρε­μοῦ πρὸς τὰ κά­τω, στὴ θά­λασ­σα, καὶ πνί­γη­καν στὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης. Τό­τε ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἔ­βο­σκαν τοὺς χοί­ρους ἔ­φυ­γαν, κι ἀ­φοῦ πῆ­γαν στὴν πό­λη, ἀ­νήγ­γει­λαν ὅ­λα ὅ­σα ἔ­γι­ναν, καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὸ τί συ­νέ­βη μὲ τοὺς δαι­μο­νι­σμέ­νους. Καὶ τό­τε ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λε­ως βγῆ­καν γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σουν τὸν Ἰ­η­σοῦ· κι ὅ­ταν τὸν εἶ­δαν, τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὰ σύ­νο­ρά τους, ἀ­πὸ φό­βο μή­πως πά­θουν καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κα­κά. Καὶ ἀ­φοῦ μπῆ­κε σ' ἕ­να πλοῖ­ο, πέ­ρα­σε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τῆς λί­μνης, καὶ ἦλ­θε στὴ δι­κή του πό­λη, τὴν Κα­περ­να­ούμ.


Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

ΟΙ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

        ΟΙ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΕΤΡΟΣ
Ο κο­ρυ­φαί­ος αυ­τός Α­πό­στο­λος του Χρι­στού ή­ταν Ι­ου­δαί­ος και ο­νο­μα­ζό­ταν Σί­μων. Έ­ζη­σε σε α­φάν­τα­στη φτώ­χεια και στε­ρή­σεις. Ό­μως με­γά­λω­σε σε πε­ρι­βάλ­λον ευ­σέ­βειας. Γράμ­μα­τα έ­μα­θε ε­λά­χι­στα. Α­δελ­φός του υ­πήρ­ξε ο πρω­τό­κλη­τος Αν­δρέ­ας.Με­τά το θά­να­το του πα­τέ­ρα του ο Πέ­τρος νυμ­φεύ­τη­κε την α­νε­ψιά του Α­πο­στό­λου Βαρ­νά­βα και α­σκού­σε μα­ζί με τον α­δελ­φό του Αν­δρέ­α, το ε­πάγ­γελ­μα του ψα­ρά στην  λί­μνη της Γε­νι­σα­ρέτ.Με­τά την σύλ­λη­ψη του Ι­ω­άν­νου του Βα­πτι­στού, ο Κύ­ριος πή­γε στα μέ­ρη της Γα­λι­λαί­ας, στις πε­ρι­ο­χές γύ­ρω α­πό την μα­γευ­τι­κή λί­μνη, για να κη­ρύ­ξει το ευ­αγ­γέ­λιο της σω­τη­ρί­ας του κό­σμου. Ε­κεί συ­νάν­τη­σε τους πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό τους μα­θη­τές του, ψα­ρά­δες το ε­πάγ­γελ­μα, τους ο­ποί­ους κά­λε­σε να γί­νουν στο ε­ξής «α­λι­είς αν­θρώ­πων» ( Ματθ.4,20), συ­νερ­γοί Του στο έρ­γο της σω­τη­ρί­ας του κό­σμου.
Ο εν­θου­σι­ώ­δης και ευ­σε­βής Πέ­τρος πέ­τα­ξε τα δί­χτυ­α α­πό τους πρώ­τους και Τον α­κο­λού­θη­σε πι­στά. Λό­γω του δυ­να­μι­κού χα­ρα­κτή­ρα του και της ι­δι­αί­τε­ρης α­φο­σί­ω­σής του στον Κύ­ριο α­ξι­ώ­θη­κε να έ­χει το προ­βά­δι­σμα έ­ναν­τι των άλ­λων α­πο­στό­λων και να ο­μι­λεί συ­χνά εκ μέ­ρους αυ­τών. Ο­μο­λό­γη­σε πρώ­τος ό­τι ο Χρι­στός εί­ναι «ο Υι­ός του Θε­ού του ζών­τος» (Ματθ.16:17). Ο Κύ­ριος ε­ξε­τί­μη­σε αυ­τή την ο­μο­λο­γί­α, και τον δι­α­βε­βαί­ω­σε πως πά­νω σε αυ­τή την ο­μο­λο­γί­α πί­στε­ως «οι­κο­δο­μή­σω μου την Εκ­κλη­σί­αν» (Ματθ.16,18).
Α­ξι­ώ­θη­κε να δει α­πό τους πρώ­τους το κε­νό μνη­μεί­ο και να δι­α­πι­στώ­σει την Α­νά­στα­ση του Χρι­στού. Το συγ­κλο­νι­στι­κό αυ­τό το γε­γο­νός τον με­τα­μόρ­φω­σε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά.  Η ζω­ή και η δρά­ση του υ­πήρ­ξε θαυ­μα­στή. Κή­ρυ­ξε με ζή­λο και θάρ­ρος στην Πα­λαι­στί­νη και ε­δραί­ω­σε την Εκ­κλη­σί­α. Ά­πει­ρα ε­πί­σης θαύ­μα­τα έ­κα­νε για τη δό­ξα του Χρι­στού.  Σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, ο Πέ­τρος ί­δρυ­σε την εκ­κλη­σί­α της Ρώ­μης και έ­γι­νε ο πρώ­τος ε­πί­σκο­πός της. Κή­ρυτ­τε νυ­χθη­με­ρόν στη με­γά­λη πό­λη και κα­τόρ­θω­σε να με­τα­στρέ­ψει πλή­θος κα­τοί­κων στον Χρι­στι­α­νι­σμό.  Στα χρό­νια ε­κεί­να βα­σί­λευ­ε στη Ρώ­μη ο πα­ρά­φρο­νας Νέ­ρων, ο­ποί­ος κή­ρυ­ξε σκλη­ρό δι­ωγ­μό κα­τά της νέ­ας πί­στε­ως.    Ο Πέ­τρος έ­γι­νε ο κυ­ρι­ό­τε­ρος στό­χος των δι­ω­κτών. Γι' αυ­τό και έ­κρι­νε σκό­πι­μο να φύ­γει κρυ­φά α­πό την πό­λη και να γλι­τώ­σει. Κα­θώς βά­δι­ζε βι­α­στι­κά την πε­ρί­φη­μη Α­πί­α ο­δό εί­δε μπρο­στά του τον Κύ­ριο, ο Ο­ποί­ος τον ρώ­τη­σε «QuoVadis δη­λα­δή «που πη­γαί­νεις;». Τό­τε ο έν­θερ­μος Α­πό­στο­λος κα­τά­λα­βε πως η φυ­γή του αυ­τή ι­σο­δυ­να­μού­σε με νέ­α άρ­νη­ση του Χρι­στού. Γι' αυ­τό με δά­κρυ­α στα μά­τια γύ­ρι­σε πί­σω και συ­νε­λή­φθη και κα­τα­δι­κά­στη­κε σε σταυ­ρι­κό θά­να­το. Ό­ταν ο­δη­γή­θη­κε στο μαρ­τύ­ριο πα­ρα­κά­λε­σε τους δη­μί­ους του να τον σταυ­ρώ­σουν α­νά­πο­δα, με το κε­φά­λι προς τα κά­τω, δι­ό­τι ό­πως εί­πε δεν θε­ω­ρού­σε τον ε­αυ­τό ά­ξιο να σταυ­ρω­θεί σαν τον α­γα­πη­μέ­νο Δά­σκα­λο και Θε­ό του! Η σε­πτή του μνή­μη ε­ορ­τά­ζε­ται στις 29 Ι­ου­νί­ου, μα­ζί με τον κο­ρυ­φαί­ο α­πό­στο­λο Παύ­λο. 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
Ο Απ. Παύ­λος, ι­δρυ­τής της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος - Ί­δρυ­σε την  πρώ­τη χρι­στι­α­νι­κή Εκ­κλη­σί­α της Ευ­ρώ­πης στους Φι­λίπ­πους το 50 μ.Χ. - ο­νο­μά­ζε­ται Α­πό­στο­λος των Ε­θνών, για­τί έ­φε­ρε το φως του Ευ­αγ­γε­λί­ου στους ει­δω­λο­λά­τρες (ε­θνι­κούς), κα­τά τις τέσ­σε­ρις ι­ε­ρα­πο­στο­λι­κές του πε­ρι­ο­δεί­ες, α­πό την Α­να­το­λή στη Δύ­ση, ε­νώ οι άλ­λοι Α­πό­στο­λοι α­νά­λα­βαν να κη­ρύ­ξουν στους Ι­ου­δαί­ους.
Ά­ρι­στος γνώ­στης της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας και παι­δεί­ας, ο Απ. Παύ­λος υ­πήρ­ξε ο σπου­δαι­ό­τε­ρος παι­δα­γω­γός της Οι­κου­μέ­νης και πρω­το­πό­ρος τής δι­ε­θνούς συμ­φι­λί­ω­σης με το πρω­τά­κου­στο κή­ρυγ­μα τής ε­νό­τη­τας τών λα­ών και της ι­σό­τη­τας τών αν­θρώ­πων. (Γαλ. 3,28) Ο Ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει ως “τον πρώ­τον με­τά τον Έ­να”.
Γεν­νή­θη­κε γύ­ρω στο 15 μ.Χ. στην Ταρ­σό της Κι­λι­κί­ας α­πό ευ­σε­βείς Ι­ου­δαί­ους γο­νείς. Σπού­δα­σε ε­βρα­ϊ­κή θε­ο­λο­γί­α στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα κον­τά στο σο­φό Γα­μα­λι­ήλ. Η φα­ρι­σα­ϊ­κή του ευ­σέ­βεια και ο ζή­λος του για την τή­ρη­ση του Μω­σα­ϊ­κού Νό­μου τον έ­κα­ναν φα­να­τι­κό δι­ώ­κτη των Χρι­στια­νών. Στον λι­θο­βο­λι­σμό του Στε­φά­νου, ο νε­α­ρός Σα­ούλ φύ­λα­γε τα ι­μά­τια που ά­φη­σαν οι Ι­ου­δαί­οι, οι ο­ποί­οι λι­θο­βο­λού­σαν τον Πρω­το­μάρ­τυ­ρα Στέ­φα­νο. Το 36 μ.Χ. γί­νε­ται η με­τα­στρο­φή του Παύ­λου. Με το ό­ρα­μα τής Δα­μα­σκού, κα­τά υ­περ­φυ­σι­κό τρό­πο, ο Χρι­στός τον κά­λε­σε να γί­νει α­πό­στο­λός Του και να φέ­ρει το φως του Ευ­αγ­γε­λί­ου στα πέ­ρα­τα τής οι­κου­μέ­νης.
Το πρώ­το ι­ε­ρα­πο­στο­λι­κό τα­ξί­δι του Παύ­λου ξε­κί­νη­σε το 48 μ.Χ. με υ­πεύ­θυ­νο τον αρ­χαι­ό­τε­ρο α­πό­στο­λο, τον Βαρ­νά­βα και τον νε­α­ρό α­νε­ψιό του, Ι­ω­άν­νη Μάρ­κο και με­τέ­πει­τα Ευ­αγ­γε­λι­στή. Ο Βαρ­νά­βας, που γνώ­ρι­ζε την δε­κτι­κό­τη­τά των συμ­πα­τρι­ω­τών του στα νέ­α μη­νύ­μα­τα, ως πρώ­το σταθ­μό της ι­ε­ρα­πο­στο­λής τους, πρό­τει­νε την πα­τρί­δα του, την Κύ­προ. Η α­πο­βί­βα­ση έ­γι­νε στη Σα­λα­μί­να, που έ­γι­νε η “πύ­λη” προς τα Έ­θνη. Ε­κεί κή­ρυ­ξαν τον λό­γο του Θε­ού στις συ­να­γω­γές των Ι­ου­δαί­ων.
Δι­α­σχί­ζον­τας την Κύ­προ, έ­φτα­σαν στην Νέ­α Πά­φο, την τό­τε πρω­τεύ­ου­σα της Κύ­πρου, ό­που έ­με­νε ο ρω­μαί­ος δι­οι­κη­τής τής Κύ­πρου, ο Σέρ­γιος Παύ­λος, ο ο­ποί­ος ή­ταν πο­λύ μορ­φω­μέ­νος, με φι­λο­σο­φι­κά και θρη­σκευ­τι­κά εν­δι­α­φέ­ρον­τα. Ο αν­θύ­πα­τος εν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε α­πό την δι­δα­σκα­λί­α του Απ. Παύ­λου και α­σπά­ζε­ται την χρι­στι­α­νι­κή πί­στη κι έ­τσι η Κύ­προς γί­νε­ται η πρώ­τη χώ­ρα στον κό­σμο με χρι­στια­νό κυ­βερ­νή­τη.
Στον πε­ρί­βο­λο της εκ­κλη­σί­ας της Πα­να­γί­ας Χρυ­σο­πο­λί­τισ­σας στην Κ. Πά­φο, βρί­σκε­ται η Στή­λη του Απ. Παύ­λου, στην ο­ποί­α, σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση,  δέ­θη­κε και ει­σέ­πρα­ξε σα­ράν­τα πα­ρά μί­αν, δηλ. 39 μα­στι­γώ­σεις, πριν να μυ­η­θεί στο χρι­στι­α­νι­σμό ο Σέρ­γιος Παύ­λος. Η Στή­λη α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα θρη­σκευ­τι­κά α­ξι­ο­θέ­α­τα τής Πά­φου, ως το πρώ­το προ­πύρ­γιο της χρι­στι­α­νι­κής πί­στης. Ε­δώ κά­θε χρό­νο στις 29 Ι­ου­νί­ου τε­λεί­ται πα­νη­γυ­ρι­κός Ε­σπε­ρι­νός και λι­τά­νευ­ση της ει­κό­νας των Απ. Παύ­λου και Βαρ­νά­βα.  Το 49-52 μ.Χ. με συ­νερ­γά­τη του τον Σί­λα ο Απ. Παύ­λος α­να­χώ­ρη­σε για την δεύ­τε­ρη α­πο­στο­λι­κή πε­ρι­ο­δεί­α του.  Ί­δρυ­σαν εκ­κλη­σί­ες στους Φι­λίπ­πους, την Θεσ­σα­λο­νί­κη, την Βέ­ροι­α, την Α­θή­να και την Κό­ριν­θο, στην ο­ποί­α έ­μει­ναν πε­ρί­που ε­νά­μι­σι χρό­νο στο σπί­τι του Α­κύ­λα και της Πρί­σκι­λα. Στην Α­θή­να οι στω­ϊ­κοί και ε­πι­κού­ρει­οι φι­λό­σο­φοι τον κά­λε­σαν να έρ­θει κά­τω α­πό την Α­κρό­πο­λη, στον Ά­ρει­ο Πά­γο, να τους α­να­πτύ­ξει τις ι­δέ­ες του. Λί­γοι συγ­κι­νή­θη­καν α­πό την ο­μι­λί­α του Παύ­λου και α­πο­τέ­λε­σαν την πρώ­τη Χρι­στι­α­νι­κή Εκ­κλη­σί­α των Α­θη­νών. Α­νά­με­σά τους και ο Δι­ο­νύ­σιος ο Α­ρε­ο­πα­γί­της, ο ο­ποί­ος α­να­δεί­κτη­κε έ­νας α­πό τους πρώ­τους υ­πε­ρα­σπι­στές της χρι­στι­α­νι­κής πί­στης και ε­πί­σκο­πος τών Α­θη­νών.
Γύ­ρω στο 67 μ. Χ. α­πο­κε­φα­λί­σθη­κε, σφρα­γί­ζον­τας έ­τσι το τι­τά­νιο ι­ε­ρα­πο­στο­λι­κό του έρ­γο με το μαρ­τύ­ριό του. Η μνή­μη του ε­ορ­τά­ζε­ται μα­ζί με τον κο­ρυ­φαί­ο Α­πό­στο­λο Πέ­τρο στις 29  Ι­ου­νί­ου.
Ο Απ. Παύ­λος, α­να­φε­ρό­με­νος στην προ­σευ­χή, μας προ­τρέ­πει “α­δι­α­λεί­πτως προ­σεύ­χε­σθε, εν παν­τί ευ­χα­ρι­στεί­τε”. Ό­που κι αν βρι­σκό­μα­στε να προ­σευ­χό­μα­στε νο­ε­ρά “Κύ­ρι­ε, Ι­η­σού Χρι­στέ, ε­λέ­η­σόν με”. Και μέ­σα α­πό το α­πο­λυ­τί­κιον τού Απ. Παύ­λου φαί­νε­ται πό­σο ση­μαν­τι­κό ή­ταν το έρ­γον του:
   “Ε­θνών σε κή­ρυ­κα και φω­στή­ρα τρι­σμέ­γι­στον Παφίων (ή Α­θη­ναί­ων) Δι­δά­σκα­λον, οι­κου­μέ­νης α­γλά­ϊ­σμα (στο­λί­δι) ευ­φρο­σύ­νως γε­ραί­ρο­μεν (τι­μού­με). Τους α­γώ­νας τι­μώ­μεν και τας βα­σά­νους δια Χρι­στόν το σε­πτόν σου μαρ­τύ­ριον Ά­γι­ε Παύ­λε Α­πό­στο­λε πρέ­σβευ­ε Χρι­στώ τω Θε­ώ σω­θή­ναι τας ψυ­χάς η­μών”.

Πη­γές:1. Λ. Σκόν­τζος, Θε­ο­λό­γος – Κα­θη­γη­τής 2. Μέ­γας Συ­να­ξα­ρι­στής 3. Βή­μα Ορ­θο­δο­ξί­ας 4. Σω­τη­ρί­ου­ Μη­τρο­πο­λί­του Πι­σι­δί­ας, «Παύ­λος ο Α­πό­στο­λος των Ε­θνών»
Ε­πι­μέ­λεια – Δι­α­σκευ­ή: Χρυ­σό­στο­μος Ρου­σής, εκ­παι­δευ­τι­κός (2018)