Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ

 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 (29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012)

  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)

Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, πλη­θυ­νόν­των τῶν μα­θη­τῶν ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμὸς τῶν ῾Ελ­λη­νι­στῶν πρὸς τοὺς ῾Ε­βρα­ί­ους, ὅ­τι πα­ρε­θε­ω­ροῦν­το ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τῇ κα­θη­με­ρι­νῇ αἱ χῆ­ραι αὐ­τῶν. Προ­σκα­λε­σά­με­νοι δὲ οἱ δώ­δε­κα τὸ πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν εἶ­πον· Οὐκ ἀ­ρε­στόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς κα­τα­λε­ί­ψαν­τας τὸν λό­γον τοῦ Θε­οῦ δι­α­κο­νεῖν τρα­πέ­ζαις. Ἐ­πι­σκέ­ψα­σθε οὖν, ἀ­δελ­φοί, ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά, πλή­ρεις Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ σο­φί­ας, οὓς κα­τα­στή­σο­μεν ἐ­πὶ τῆς χρε­ί­ας τα­ύ­της· ἡ­μεῖς δὲ τῇ προ­σευ­χῇ καὶ τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν. Καὶ ἤ­ρε­σεν ὁ λό­γος ἐ­νώ­πιον παν­τὸς τοῦ πλή­θους· καὶ ἐ­ξε­λέ­ξαν­το Στέ­φα­νον, ἄν­δρα πλή­ρη πί­στε­ως καὶ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, καὶ Φί­λιπ­πον καὶ Πρό­χο­ρον καὶ Νι­κά­νο­ρα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρ­με­νᾶν καὶ Νι­κό­λα­ον προ­σή­λυ­τον ᾿Αν­τι­ο­χέ­α, οὓς ἔ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τῶν ἀ­πο­στό­λων, καὶ προ­σευ­ξά­με­νοι ἐ­πέ­θη­καν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας. Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ηὔ­ξα­νε, καὶ ἐ­πλη­θύ­νε­το ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν ἐν ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ σφό­δρα, πο­λύς τε ὄ­χλος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ὑ­πή­κου­ον τῇ πί­στει.

 (Πράξ. Στ΄[6] 1 – 7)  

Ο­ΜΙ­ΛΙΑ ΣΤΟΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟ

Ἡ πρώ­τη Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­χε πολ­λὴν τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα καὶ τὴν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­πο­τε­λεῖ­το ὅ­μως καὶ ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν ἦ­σαν τέ­λει­οι. Ἀ­κρι­βῶς δέ γιά μιά τέ­τοι­αν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­τέ­λεια καί ἀ­δυ­να­μί­α μᾶς μι­λᾶ τό ση­με­ρι­νό ἀ­πο­στο­λι­κό α­νά­γνω­σμα. Κα­θώς, λέ­γει, ἐ­πλή­θυ­ναν οἱ πι­στοί στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, «ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμός τῶν Ἑλ­λη­νι­στῶν πρός τούς Ἑ­βραί­ους». Οἱ Ἑ­βραῖ­οι Χρι­στια­νοί πού ἦ­σαν ἀ­πό ξέ­να μέ­ρη καὶ γι’ αὐ­τό μι­λοῦ­σαν τά ἑλ­λη­νι­κά, ἄρ­χι­σαν νὰ γογ­γύ­ζουν κα­τά τῶν Ἑ­βραί­ων πού ἦ­σαν ντό­πιοι καί μι­λοῦ­σαν ἑ­βρα­ϊ­κά. Καί ἐ­γόγ­γυ­ζαν, δι­ό­τι «πα­ρε­θε­ω­ροῦν­το ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τῇ κα­θη­με­ρι­νῇ αἱ χῆ­ραι αὐ­τῶν». Δι­ό­τι κα­τά τή δι­α­νο­μή τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἐ­λε­η­μο­συ­νῶν στίς χῆ­ρες πα­ρα­θε­ω­ροῦν­το οἱ δι­κές τους χῆ­ρες. Ὅ­ταν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­μα­θαν τά πα­ρά­πο­να αὐ­τά, «προ­σκα­λε­σά­με­νοι τό πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν εἶ­πον· οὐκ ἀ­ρε­στόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς κα­τα­λεί­ψαν­τας τόν λό­γον τοῦ Θε­οῦ δι­α­κο­νεῖν τρα­πέ­ζαις». Δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ ἀ­φή­σου­με τό κή­ρυγ­μα καί νά ὑ­πη­ρε­τοῦ­με σέ τρα­πέ­ζια φα­γη­τοῦ. Γι’ αὐ­τό , ἀ­δελ­φοί, «ἐ­πι­σκε­ψά­με­νοι ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά, πλή­ρεις Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καὶ σο­φί­ας, τοὺς ὁ­ποί­ους καὶ θὰ ἐγ­κα­τα­στή­σου­με γιά τὴν ἀ­ναγ­καί­α αὐ­τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α». Ζή­τη­σαν δη­λα­δὴ ἀ­πό τούς Χρι­στια­νοὺς νὰ δι­α­λέ­ξουν ἑ­πτά ἄν­δρες συ­νε­τοὺς καὶ γε­μά­τους Πνεῦ­μα Ἅ­γιο, γιὰ νὰ ἀ­να­λά­βουν αὐ­τοὶ νὰ κά­μουν κα­λῶς τὴ δι­α­νο­μή τῶν βο­η­θη­μά­των. Πρόσ­θε­σαν δέ οἱ ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι: «ἡ­μεῖς δέ τῇ προ­σευ­χῇ καί τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν». Θὰ ἀ­φο­σι­ω­θοῦ­με καί θά ἀ­σχο­λη­θοῦ­με μὲ τὴν προ­σευ­χὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ.

Καὶ τὰ εἶ­παν αὐ­τά, δι­ό­τι ἡ προ­σευ­χὴ καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι δύ­ο ἀ­πὸ τὰ κυ­ρι­ώ­τε­ρα μέ­σα διὰ τῶν ὁ­ποί­ων συν­δε­ό­μα­στε μέ τόν Χρι­στό. Μέ τήν προ­σευ­χή μι­λοῦ­με πρὸς τὸν Θε­ὸ καί Τοῦ ἐκ­φρά­ζου­με τοὺς πό­θους καὶ τὰ αἰ­τή­μα­τά μας. Μέ τόν λό­γο Του μι­λᾶ ὁ Θε­ός πρός ἐ­μᾶς καὶ μᾶς γνω­ρί­ζει τὸ θέ­λη­μά Του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ λει­τουρ­γοί τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πρέ­πει, ὅ­σο μπο­ροῦν, νὰ συν­δυά­ζουν καὶ τὰ δύ­ο αὐ­τὰ στοι­χεῖ­α. Καὶ νὰ προ­ΐ­σταν­ται στίς προ­σευ­χές καί τή λα­τρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας προ­σευ­χό­με­νοι ὑ­πὲρ τῶν πι­στῶν, ἀλ­λά καὶ νὰ δι­α­κο­νοῦν στό κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Τό­τε κά­μνουν πλή­ρως τὸ κα­θῆ­κον τους. Μέ τήν κα­λή καὶ ἐ­πι­με­λη­μέ­νη λα­τρεί­α καὶ τά ἅ­για Μυ­στή­ρια ἑλ­κύ­ουν τή Χά­ρη τοῦ οὐ­ρα­νοῦ στίς ψυ­χές τῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Βο­η­θοῦν σέ ἀ­νύ­ψω­ση τῶν καρ­δι­ῶν πρὸς τὸν Κύ­ριο. Σέ ἁ­για­σμὸ καὶ ἐ­νί­σχυ­ση τῶν πι­στῶν. Μέ τό θεῖ­ο κή­ρυγ­μα δέ δι­α­λύ­ουν τίς πλά­νες, φω­τί­ζουν τοὺς ἀ­γνο­οῦν­τες, πα­ρη­γο­ροῦν τοὺς πο­νε­μέ­νους, στη­ρί­ζουν τοὺς κλο­νι­ζό­με­νους, το­νώ­νουν τὸ ἀ­γω­νι­στι­κὸ φρό­νη­μα τῶν πι­στῶν, ἑλ­κύ­ουν στόν Χρι­στό τούς ἀ­δι­ά­φο­ρους ἤ ψυ­χρούς ἢ χλια­ρούς. Γι’ αὐ­τό καὶ τὰ δύ­ο αὐ­τὰ στοι­χεῖ­α πρέ­πει νὰ συμ­βα­δί­ζουν. Καὶ ὅ­που οἱ κλη­ρι­κοί μας δὲ μπο­ροῦν οἱ ἴ­διοι νὰ κά­μουν κή­ρυγ­μα, ἂς δι­α­βά­ζουν ἀ­πὸ ἕ­να Κυ­ρι­α­κο­δρό­μιο, ἀ­πὸ ἕ­να Πε­ρι­ο­δι­κὸ τὸ κή­ρυγ­μα τῆς Κυ­ρια­κῆς πρὸς τοὺς ἐκ­κλη­σι­α­ζό­με­νούς τους. Νὰ εἶ­ναι δὲ βέ­βαι­οι ὅ­τι ἔ­τσι πο­λὺ καρ­πὸ θὰ φέ­ρουν καὶ πο­λὺ μι­σθὸ θὰ ἔ­χουν ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο.

2. Πό­σο ἀ­λη­θι­νὰ εἶ­ναι αὐ­τά, φαί­νε­ται καὶ ἀ­πὸ τὰ αἰ­σθή­μα­τα πού δο­κί­μα­σαν οἱ πρῶ­τοι ἐ­κεῖ­νοι Χρι­στια­νοὶ ἀ­πό τά λό­για τῶν Ἀ­πο­στό­λων. «Ἤ­ρε­σε, λέ­γει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής, ὁ λό­γος ἐ­νώ­πιον παν­τὸς τοῦ πλή­θους». Καὶ ἀ­μέ­σως συμ­μορ­φώ­θη­σαν καὶ ἐ­ξέ­λε­ξαν «Στέ­φα­νον, ἄν­δρα πλή­ρη πί­στε­ως καὶ Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου, καὶ Φί­λιπ­πον καὶ Πρό­χο­ρον καὶ Νι­κά­νο­ρα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρ­με­νᾶν καὶ Νι­κό­λα­ον Ἀν­τι­ο­χέ­α, πού ἦ­το εἰ­δω­λο­λά­τρης καὶ προ­τοῦ πι­στεύ­σει στόν Χρι­στὸ εἶ­χε προ­σελ­κυ­σθεῖ στόν Ἰ­ου­δα­ϊ­σμό». Αὐ­τοὶ ἦ­σαν οἱ ἑ­πτά δι­ά­κο­νοι. Αὐ­τοὺς λοι­πὸν τοὺς ἔ­φε­ραν ἐ­νώ­πιο τῶν Ἀ­πο­στό­λων, οἱ ὁ­ποῖ­οι «προ­σευ­ξά­με­νοι ἐ­πέ­θη­καν αὐ­τοῖς τάς χεῖ­ρας». Προ­σευ­χή­θη­σαν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι νὰ τοὺς δώ­σει ὁ Θε­ὸς χά­ρη πολ­λή, γιὰ νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν στή δι­α­κο­νί­α τους καὶ νὰ ἐ­πι­τύ­χουν. Καὶ κα­τό­πιν ἔ­θε­σαν τὰ χέ­ρια τους πά­νω στίς κε­φα­λές τους, γιά νά ἔλ­θει ἡ Χά­ρις σ’ αὐ­τούς. Ἔ­τσι τε­λεί­ω­σε ἡ χει­ρο­το­νί­α τους. Προ­σθέ­τει δὲ σε ὅ­λα αὐ­τὰ ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής: «Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ηὔ­ξα­νε, καὶ ἐ­πλη­θύ­νε­το ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν ἐν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ σφό­δρα, πο­λὺς τὲ ὄ­χλος τῶν ἱ­ε­ρέ­ων ὑ­πή­κου­ον τῇ πί­στει». Τὸ χρι­στι­α­νι­κό κή­ρυγ­μα δι­ε­δί­δε­το τό­σο, ὥ­στε ἐ­πλη­θύ­νον­το οἱ Χρι­στια­νοί πά­ρα πο­λύ. Με­τα­ξύ δέ αὐ­τῶν καὶ πλή­θη ἱ­ε­ρέ­ων τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ὑ­πε­δέ­χον­το τὴν πί­στη καί ὑ­πο­τάσ­σον­ταν σ’ αὐ­τήν.

Ἐ­κεῖ στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, τήν προ­φη­το­κτό­νο πό­λη, τήν πό­λη πού σταύ­ρω­σε τόν Χρι­στό, τώ­ρα ὁ Χρι­στός ἐ­νερ­γεῖ θαύ­μα­τα. Πλή­θη λα­οῦ καὶ ἱ­ε­ρέ­ων πι­στεύ­ουν καὶ γί­νον­ται Χρι­στια­νοί. Δέν πρέ­πει λοι­πόν νά ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­μα­στε γιά κα­νέ­να καί νά παύ­ου­με νά μι­λοῦ­με γιά τόν Χρι­στό καί τήν πί­στη. Νο­μί­ζου­με ἴ­σως ὅ­τι ὡ­ρι­σμέ­νες πό­λεις ἤ πε­ρι­ο­χές δέν εἶ­ναι ἐ­πι­δε­κτι­κές τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἤ ὠ­ρι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους τούς θε­ω­ροῦ­με σκλη­ρούς, ἀ­νί­κα­νους νά δε­χθοῦν λό­γο Θε­οῦ, ἁ­μαρ­τω­λούς. «Δὲν γί­νε­ται τί­πο­τε μὲ αὐ­τόν», λέ­γουν με­ρι­κοί. «­Ὅ,τι καί νά τοῦ πεῖς, δὲν συγ­κι­νεῖ­ται». Ὅ­μως αὐ­τό δέν εἶ­ναι ὀρ­θό. Δι­ό­τι δὲν γνω­ρί­ζου­με ἐ­μεῖς πό­τε ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ θά ἔλ­θει σ’ αὐ­τον. Δὲν γνω­ρί­ζου­με ἀ­κό­μη τί γί­νε­ται στό βά­θος τῆς ψυ­χῆς τοῦ ἀν­θρώ­που ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς φαί­νε­ται σκλη­ρὸς καὶ ἀ­συγ­κί­νη­τος.  Ἐ­κτός δέ ἀ­π’ αὐ­τά ἡ δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἀ­κα­τα­γώ­νι­στη. Σέ ὁ­λους μπο­ρεί νά ἐ­νερ­γή­σει. Ποι­ός θά πί­στευ­ε ὅ­τι ὁ Λη­στής στόν Γολ­γο­θᾶ θά ἔμ­παι­νε πρῶ­τος στόν Πα­ρά­δει­σο; Ἡ δύ­να­μη τοῦ Κυ­ρί­ου ὅ­μως τὸ πέ­τυ­χε τό θαῦ­μα. Καί ἡ Χά­ρις, ἐ­κεῖ πά­νω στό σταυ­ρό τοῦ Λη­στοῦ ἐ­νήρ­γη­σε. Γι’ αὐ­τό ἐ­μεῖς ἔ­χου­με κα­θῆ­κο νά λα­λοῦ­με τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ πρός ὅ­λους. Νά μή δει­λι­ά­ζου­με καί νά μή ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­μα­στε, ἄν δέν βρί­σκου­με ἀ­μέ­σως ὑ­πο­δο­χή ἀ­πό με­ρι­κούς. Ἂς σπεί­ρου­με ἐ­μεῖς στίς ψυ­χές, ὅ­σο μπο­ροῦ­με πε­ρισ­σό­τε­ρο. Καὶ ἂς ἀ­φή­νου­με τά ὑ­πό­λοι­πα στά χέ­ρια τοῦ Θε­ου. Ἐ­κεῖ­νος ξεύ­ρει πό­τε θά δώ­σει καρ­πόν ἡ σπο­ρά μας. Ἀλ­λά καί ἄς εἴ­μα­στε βέ­βαι­οι ὅ­τι ὁ  καρ­πός, θὰ ἔλ­θει πλού­σιος, ὅ­πως τό­τε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Δι­ό­τι ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι παν­το­δύ­να­μος. Καί ὁ Χρι­στός ζεῖ καί κερ­δί­ζει πάν­το­τε ψυ­χές.

(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλ­θὼν Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἁ­ρι­μα­θα­ί­ας, εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, ς κα αὐ­τὸς ν προσ­δε­χό­με­νος τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ, τολ­μή­σας εἰ­σῆλ­θε πρς Πι­λᾶ­τον κα ᾐ­τή­σα­το τ σῶ­μα το Ἰ­η­σοῦ. δ Πι­λᾶ­τος ἐ­θα­ύ­μα­σεν ε ἤ­δη τέ­θνη­κε, κα προ­σκα­λε­σά­με­νος τν κεν­τυ­ρί­ω­να ἐ­πη­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν ε πά­λαι ἀ­πέ­θα­νε· κα γνος ἀ­πὸ το κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τ σῶ­μα τ Ἰ­ω­σήφ. κα ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να κα κα­θε­λὼν αὐ­τὸν ἐ­νε­ί­λη­σε τ σιν­δό­νι κα κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ν μνη­με­ί­ῳ ν λε­λα­το­μη­μέ­νον κ πέ­τρας, κα προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τν θύ­ραν το μνη­με­ί­ου. δ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α Ἰ­ω­σῆ ἐ­θε­ώ­ρουν πο τί­θε­ται. Κα δι­α­γε­νο­μέ­νου το σαβ­βά­του Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α το Ἰ­α­κώ­βου κα Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λε­ί­ψω­σιν αὐ­τόν. κα λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χον­ται ἐ­πὶ τ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τε­ί­λαν­τος το ἡ­λί­ου. κα ἔ­λε­γον πρς ἑ­αυ­τάς· Τς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τν λί­θον κ τς θύ­ρας το μνη­με­ί­ου; κα ἀ­να­βλέ­ψα­σαι θε­ω­ροῦ­σιν ὅ­τι ἀ­πο­κε­κύ­λι­σται ὁ λί­θος· ν γρ μέ­γας σφό­δρα. κα εἰ­σελ­θοῦ­σαι ες τ μνη­μεῖ­ον εἶ­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον ν τος δε­ξι­οῖς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λὴν λευ­κήν, κα ἐ­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. δ λέ­γει αὐ­ταῖς· Μ ἐκ­θαμ βεῖ­σθε· Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τν Να­ζα­ρη­νὸν τν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον· ἠ­γέρ­θη, οκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν. ἀλ­λ' ὑ­πά­γε­τε εἴ­πα­τε τος μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ κα τ Πτρ ὅ­τι προ­ά­γει ὑ­μᾶς ες τν Γα­λι­λα­ί­αν· ἐ­κεῖ αὐ­τὸν ὄ­ψε­σθε, κα­θὼς εἶ­πεν ὑ­μῖν. κα ἐ­ξελ­θοῦ­σαι ἔ­φυ­γον ἀ­πὸ το μνη­με­ί­ου· εἶ­χε δ αὐ­τὰς τρό­μος κα ἔκ­στα­σις, κα οὐ­δε­νὶ οὐ­δὲν εἶ­πον· ἐ­φο­βοῦν­το γρ.

               (Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16] 1 – 8 )

ΕΡΜΗΝΕΙΑ(Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)

Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλ­θε ὁ Ἰ­ω­σὴφ πού κα­τα­γό­ταν ἀ­π' τὴν πό­λη Ἀ­ρι­μαθαί­α, ἕ­να σε­βα­στὸ καὶ ἐ­πί­ση­μο μέ­λος τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ συνε­δρί­ου, πού εἶ­χε πι­στέ­ψει κι αὐ­τὸς στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θεοῦ καὶ πε­ρί­με­νε τὴ βα­σιλεί­α αὐ­τὴ χω­ρὶς νὰ κλο­νι­σθεῖ ἡ ἐλ­πί­δα του ἀ­πὸ τὸ θάνα­το τοῦ Ἰησοῦ· αὐ­τὸς λοι­πὸν τόλ­μη­σε καὶ πα­ρου­σιάστη­κε στὸν Πι­λά­το καὶ ζή­τη­σε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Πι­λά­τος μά­λι­στα ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος κι ἀ­πό­ρη­σε πού τό­σο γρή­γο­ρα εἶ­χε κι­ό­λας πε­θά­νει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο, τὸν ρώ­τη­σε ἐ­ὰν εἶ­χε ὥ­ρα πολ­λὴ πού πέ­θα­νε. Κι ὅ­ταν ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ πέ­θα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς, χά­ρι­σε τὸ σῶ­μα του στὸν Ἰ­ω­σήφ. Κι ἐ­κεῖ­νος, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε και­νούρ­γιο καὶ ἀ­με­τα­χείρι­στο σεν­τό­νι καὶ κα­τέ­βα­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό, τύ­λι­ξε τὸ σῶ­μα του στὸ σεν­τό­νι καὶ τὸν ἔ­βα­λε κά­τω σ' ἕ­να μνη­μεῖ­ο, τὸ ὁποῖο ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νο μέ­σα στὸ βράχο· καὶ κύ­λι­σε ἕ­να με­γά­λο λί­θο πά­νω στὸ στό­μιο τοῦ μνη­μεί­ου κλεί­νον­τας ἔ­τσι τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α τοῦ Ἰωσῆ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν προ­σε­κτι­κὰ καὶ μὲ πο­λὺ ἐν­διαφέ­ρον ποῦ το­πο­θε­τή­θη­κε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ.

Ἀφοῦ πέ­ρα­σε τὸ Σάβ­βα­το, ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ ἡ Σα­λώ­μη ἀ­γό­ρα­σαν τὸ βρά­δυ τοῦ Σαβ­βά­του ἀ­ρώ­μα­τα, γιὰ νὰ ἔλ­θουν τὸ πρω­ὶ στὸν τά­φο καὶ νὰ ἀ­λεί­ψουν τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν’ ἀνατέλλει κάτω ἀπ’ τόν ὁ­ρί­ζον­τα. Κι ἔ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Ποι­ὸς θὰ μᾶς κυ­λί­σει τὴ με­γάλη πέ­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου; Μό­λις ὅ­μως ἔ­στρε­ψαν τὰ μά­τια τους πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶ­δαν ὅ­τι εἶ­χε με­τα­το­πι­σθεῖ ἡ πέ­τρα μα­κριὰ ἀπ’ τό μνημεῖο. Καὶ τὰ ἔ­λε­γαν αὐ­τὰ με­τα­ξύ τους, δι­ό­τι ἡ πέ­τρα αὐ­τὴ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη καὶ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆ­καν στὸ μνη­μεῖ­ο, εἶ­δαν ἕ­να νέ­ο πού καθόταν στὰ δε­ξιὰ τοῦ μνη­μεί­ου καὶ ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μὲ λευκή στο­λή, καὶ γέ­μι­σαν μὲ τρό­μο καὶ κα­τά­πλη­ξη. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν τρο­μά­ζε­τε καὶ μὴ φο­βάστε. Ξέ­ρω ποι­ὸν ζη­τᾶ­τε. Ζη­τᾶ­τε τὸν Ἰησοῦ τὸν Να­ζα­ρηνὸ τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ἀ­να­στή­θη­κε. Δέν εἶναι ἐ­δῶ. Νά, εἶ­ναι ἀ­δεια­νὸ τὸ μέ­ρος πού τὸν ἔ­βα­λαν. Ἀλ­λὰ πη­γαί­νε­τε καὶ πέ­στε στοὺς μα­θη­τές του καὶ ἰ­διαι­τέ­ρως στὸν Πέ­τρο, πού ἔ­χει ἀ­νάγ­κη πα­ρη­γο­ριᾶς καὶ βε­βαι­ώ­σε­ως ὅ­τι συγ­χω­ρή­θη­κε γιὰ τὴν ἄρ­νη­σή του, ὅ­τι πη­γαί­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς στὴ Γα­λι­λαί­α καὶ σᾶς πε­ρι­μέ­νει ἐκεῖ. Ἐ­κεῖ θὰ τὸν δεῖ­τε, ὅ­πως σᾶς τὸ εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐ­κεῖ­νες τό­τε βγῆ­καν κι ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὸ μνη­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μά­λι­στα γε­μά­τες τρό­μο καὶ ἔκ­στα­ση. Δὲν εἶ­παν ὅ­μως τί­πο­τε σὲ κα­νέ­να, δι­ό­τι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νες.

­


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου