Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
(22 ΜΑΪΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐ­γέ­νε­το Πτρον δι­ερ­χό­με­νον δι­ὰ πάν­των κα­τελ­θεῖν κα πρς τος ἁ­γί­ους τος κα­τοι­κοῦν­τας Λδδαν. εὗ­ρε δ ἐ­κεῖ ἄν­θρω­πόν τι­να Αἰ­νέ­αν ὀ­νό­μα­τι, ξ ἐ­τῶν ὀ­κτὼ κα­τα­κε­ί­με­νον ἐ­πὶ κρα­βάτ­τῳ, ς ν πα­ρα­λε­λυ­μέ­νος. κα εἶ­πεν αὐ­τῷ Πτρος· Αἰ­νέ­α, ἰ­ᾶ­ταί σε Ἰ­η­σοῦς ὁ Χρι­στός· ἀ­νά­στη­θι κα στρῶ­σον σε­αυ­τῷ. κα εὐ­θέ­ως ἀ­νέ­στη. κα εἶ­δον αὐ­τὸν πάν­τες ο κα­τοι­κοῦν­τες Λδδαν κα τν Σρωνα, οἵ­τι­νες ἐ­πέ­στρε­ψαν ἐ­πὶ τν Κριον. ν Ἰόππ δ τις ν μα­θή­τρι­α ὀ­νό­μα­τι Τα­βι­θά, δι­ερ­μη­νευ­ο­μέ­νη λέ­γε­ται Δορ­κάς· αὕ­τη ν πλή­ρης ἀ­γα­θῶν ἔρ­γων κα ἐ­λε­η­μο­συ­νῶν ὧν ἐ­πο­ί­ει. ἐ­γέ­νε­το δ ν τας ἡ­μέ­ραις ἐ­κε­ί­ναις ἀ­σθε­νή­σα­σαν αὐ­τὴν ἀ­πο­θα­νεῖν· λο­ύ­σαν­τες δ αὐ­τὴν ἔ­θη­καν ἐν ὑ­πε­ρώ­ῳ. ἐγ­γὺς δ οὔ­σης Λδδης τ Ἰόππ ο μα­θη­ταὶ ἀ­κο­ύ­σαν­τες ὅ­τι Πτρος ἐ­στὶν ἐν αὐ­τῇ, ἀ­πέ­στει­λαν δύ­ο ἄν­δρας πρς αὐ­τὸν πα­ρα­κα­λοῦν­τες μ ὀ­κνῆ­σαι δι­ελ­θεῖν ἕ­ως αὐ­τῶν. ἀ­να­στὰς δ Πτρος συ­νῆλ­θεν αὐ­τοῖς· ν πα­ρα­γε­νό­με­νον ἀ­νή­γα­γον ες τ ὑ­πε­ρῷ­ον, κα πα­ρέ­στη­σαν αὐ­τῷ πᾶ­σαι α χῆ­ραι κλα­ί­ου­σαι κα ἐ­πι­δει­κνύ­με­ναι χι­τῶ­νας κα ἱ­μά­τι­α ὅ­σα ἐ­πο­ί­ει με­τ' αὐ­τῶν οὖ­σα Δορ­κάς. ἐκ­βα­λὼν δ ἔ­ξω πάν­τας Πτρος κα θες τ γό­να­τα προ­ση­ύ­ξα­το, κα ἐ­πι­στρέ­ψας πρς τ σῶ­μα εἶ­πε· Τα­βι­θά, ἀ­νά­στη­θι. δ ἤ­νοι­ξε τος ὀ­φθαλ­μοὺς αὐ­τῆς, κα ἰ­δοῦ­σα τν Πτρον ἀ­νε­κά­θι­σε. δος δ αὐ­τῇ χεῖ­ρα ἀ­νέ­στη­σεν αὐ­τήν, φω­νή­σας δ τος ἁ­γί­ους κα τς χή­ρας πα­ρέ­στη­σεν αὐ­τὴν ζῶ­σαν. γνω­στὸν δ ἐ­γέ­νε­το κα­θ' ὅ­λης τς Ἰόππης, κα πολ­λοὶ ἐ­πί­στευ­σαν ἐ­πὶ τν Κριον. 
                                                                          (Πράξ. Ἀποστ. θ΄ [9] 32 – 42)

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΤΑΒΙΘΑ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Ταβιθά, ἀνάστηθι»
Στὴν πόλη Ἰόππη κατοικοῦσε ἡ πολὺ εὐσεβὴς Χριστιανὴ μαθήτρια Ταβιθά. «Αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν». Κάποτε ὅμως ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἔπειτα ἀπὸ λίγο ἀπέθανε. Μεγάλη ἦταν ἡ θλίψη ὅλων τῶν κατοίκων τῆς πόλεως γιὰ τὴν ἀκούραστη μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ. Ἀπέστειλαν λοιπὸν δύο ἄνδρες πρὸς τὸν Πέτρον «παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν». Καὶ πράγματι ὁ Πέτρος ἀνταποκρίθηκε στὴν πρόσκληση καὶ «συνῆλθεν αὐτοῖς». Τότε, ἐκεῖ στὸ δωμάτιο ποὺ ἦταν ἡ νεκρή, «θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο». Ἔπειτα στράφηκε πρὸς τὸ νεκρὸ σῶμα καὶ μ᾿ ὅλη τὴ δύναμη τῆς πίστεώς του εἶπε «Ταβιθά, ἀνάστηθι»! Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἂς δοῦμε λοιπὸν γιατί ὁ Κύριος διὰ τοῦ Πέτρου ἔκαμε τὸ θαῦμα αὐτὸ καὶ ποιὰ σημασία ἔχει γιὰ τὴ ζωή μας.
1. ΘΑΥΜΑ ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΕΩΣ
Τὸ θαῦμα αὐτὸ τῆς ἀναστάσεως τῆς Ταβιθὰ ἦταν μιὰ ἐπιβράβευση ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου πρὸς τὴν ἀφοσιωμένη του μαθήτρια. Διότι ἡ Ταβιθὰ δὲν ἦταν ἁπλῶς μία πιστὴ μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἦταν ὑπόδειγμα ἀγάπης, ἐργάτιδος καλῶν ἔργων καὶ φιλανθρωπίας. Καὶ τὸ ἑβραϊκὸ ὄνομα τῆς Ταβιθά, ποὺ στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα σημαίνει «Δορκάς», δηλαδὴ ζαρκάδι, φανερώνει τὸν χαρακτῆρα τῆς Ταβιθά, ἡ ὁποία ἦταν ταχύτατη καὶ ἔξυπνη σὰν τὸ ζαρκάδι στὴν ἐπιτέλεση ἱερῶν ἔργων. «Αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει». Ἔκανε πολλὲς ἐλεημοσύνες καὶ ἄλλα καλὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα τῆς τὰ ἐνέπνεε ἡ ἀγάπη ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἦταν ἀκούραστη νὰ εὐεργετεῖ ἰδιαιτέρως τὰ ὀρφανὰ καὶ τὶς χῆρες.
Αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀρετὴ καὶ τὰ καλὰ ἔργα τῆς Ταβιθὰ ἀποκαλύφθηκαν πλήρως κατὰ τὸν θάνατό της. Ἔτρεξαν ὅλοι οἱ γνωστοί της μπροστὰ στὸ σκῆνος της μὲ θλίψη μεγάλη. Διότι δὲν θρηνοῦσαν ἁπλῶς ἕνα γνώριμο πρόσωπο ἀλλὰ μία ἀκούραστη μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἐκτίμηση καὶ τὴν γενικὴ ἀναγνώριση τῆς ἁγίας της ζωῆς καὶ τῆς πολλῆς της ἀγάπης διεπίστωσε καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Πέτρος, μόλις ἐπῆγε στὸ σπίτι της. Ἐκεῖ «παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι» κλαίοντας για τὸν θάνατό της. Οἱ χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ τῆς πόλεως ἔδειχναν στὸν Πέτρο τοὺς «χιτῶνας καὶ τὰ ἱμάτια», τὰ ὁποῖα κατεσκεύαζε ἡ Ταβιθὰ γιὰ χάρη τους καὶ τὰ θέρμαινε μὲ τὴν πνοὴ τῆς ἀγάπης της. Αὐτὴ τοὺς παρηγοροῦσε, τοὺς συμβούλευε, τοὺς ἀνακούφιζε στὸν πόνο τους.
Ἄπο αὐτὴν τὴν ἀρετὴ τῆς γυναίκας συγκινημένος ὁ Πέτρος, μὲ ὅλη τὴν θερμότητα τῆς καρδιᾶς του «θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο». Ἴσως στὴν προσευχή του αὐτὰ τὰ δάκρυα τῶν εὐεργετημένων ἀνθρώπων νὰ ἐπικαλέστηκε ὁ Πέτρος, ἀλλὰ καὶ τὴν μεγάλη φιλανθρωπία της. Καὶ ὁ Κύριος μας ἄκουσε τὴν προσευχὴ τοῦ Πέτρου ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας βραβεύοντας τὴν ἀφοσιωμένη του μαθήτρια, τὴν κόρη τῆς ἀγάπης καὶ τῶν καλῶν ἔργων, τὴν Ταβιθά. Ἡ ἀνάστασή της ἀποτελοῦσε μόνον τὴν ἀρχὴ τῶν ἀμοιβῶν ποὺ θὰ τῆς χάριζε ὁ Κύριος καὶ σ' αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλὰ πολὺ περισσότερο στὴν αἰώνια Βασιλεία. Διότι ὁ Κύριος ἐπιβλέπει ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοὺς ἐλεήμονες καὶ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἀγάπης, οἱ ὁποῖοι ἑλκύουν πολλὴ τὴν Χάρη του.
2. ΜΙΜΗΤΑΙ ΤΗΣ
Ἡ ἁγία Ταβιθὰ μὲ τὸ παράδειγμά της ἐμπνέει κι ἐμᾶς νὰ γίνουμε σήμερα ταπεινοὶ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ἀθόρυβα, ταπεινὰ καὶ ἀνιδιοτελῶς, μὲ κίνητρο μόνο τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ νὰ προσφέρουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη στοὺς γύρω μας· νὰ στηρίζουμε τοὺς ἀδυνάτους· νὰ παρηγοροῦμε τοὺς ὀλιγοψύχους· νὰ εὐεργετοῦμε τοὺς ἐνδεεῖς· νὰ παρέχουμε βάλσαμο παρηγοριᾶς στοὺς πονεμένους. Ἐὰν ἀγαποῦμε τὸν Χριστὸ πραγματικά, θὰ πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ ἀποδεικνύουμε στὴ ζωή μας μὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Μὲ πράξεις ἐλεημοσύνης καὶ προσφορᾶς πρὸς τοὺς πάσχοντας, τοὺς πεφορτισμένους. τοὺς ἐνδεεῖς ὑλικῶς καὶ πνευματικῶς, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θλίβονται καὶ πονοῦν.
Νὰ προσφέρουμε ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς καρδιᾶς μας καὶ ἀπὸ τὸ ὑστέρημα τῶν ἀγαθῶν μας ἀκόμη στοὺς ἄλλους, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη τροφές, ροῦχα καὶ χρήματα. Νὰ διακονοῦμε ἰδιαιτέρως στὸ ὀργανωμένο φιλανθρωπικὸ ἔργο ποὺ ἐπιτελεῖ ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα. Εἶναι πραγματικὰ ἀξιοθαύμαστο τὸ φιλανθρωπικὸ αὐτὸ ἔργο, στὸ ὁποῖο συμμετέχουν ἰδιαιτέρως γυναῖκες. Καὶ μᾶς ἐμπνέουν κι αὐτὲς μὲ τὴν αὐτοθυσία τους καὶ μᾶς διδάσκουν μὲ τὴν προσφορά τους νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς ἄνθρωποι διακονίας, ὄχι μόνο μὲ τὴ δική μας πρωτοβουλία καὶ ἔμπνευση, ἀλλὰ καὶ συμμετέχοντας στὴ συντονισμένη φιλανθρωπικὴ δράση τῆς Ἐκκλησίας μας: στὸ φιλόπτωχο ταμεῖο, στὰ συσσίτια ποὺ ὀργανώνουν πολλὲς ἐνορίες, στὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας, στὸν τομέα τῆς προνοίας, στοὺς ἐράνους τῆς ἀγάπης, στὰ νοσοκομεῖα, στὰ γηροκομεῖα ἢ ἄλλα ἱδρύματα, στὶς φυλακές, στὰ κοιμητήρια, στοὺς ἀρρώστους, στὶς κατασκηνώσεις, παντοῦ ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη.
Ἀδελφοί, ὁ Κύριος μᾶς ἐβεβαίωσε ὅτι στοὺς ἀνθρώπους τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἀγάπης θὰ χαρίσει μισθὸ πολὺ καὶ θὰ τοὺς ἀναδείξει υἱοὺς τοῦ ὑψίστου Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐμπράκτου χριστιανικῆς ἀγάπης, κάθε ὑλικῆς καὶ πνευματικὴς προσφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἀδελφὸ τοῦ Χριστοῦ.
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
                                      Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. ἔ­στι δ ν τος Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις ἐ­πὶ τ προ­βα­τι­κῇ κο­λυμ­βή­θρα, ἐ­πι­λε­γο­μέ­νη Ἑ­βρα­ϊ­στὶ Βη­θεσδά, πέν­τε στο­ὰς ἔ­χου­σα. ν τα­ύ­ταις κα­τέ­κει­το πλῆ­θος τν ἀ­σθε­νο­ύν­των, τυ­φλῶν, χω­λῶν, ξη­ρῶν, ἐκ­δε­χο­μέ­νων τν το ὕ­δα­τος κί­νη­σιν. ἄγ­γε­λος γρ κα­τὰ και­ρὸν κα­τέ­βαι­νεν ν τ κο­λυμ­βή­θρᾳ, κα ἐ­τα­ράσ­σε­ τ ὕ­δωρ· ον πρῶ­τος ἐμ­βὰς με­τὰ τν τα­ρα­χὴν το ὕ­δα­τος ὑ­γι­ὴς ἐ­γί­νε­το ᾧ δή­πο­τε κα­τε­ί­χε­το νο­σή­μα­τι. ν δ τις ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ τρι­ά­κον­τα κα ὀ­κτὼ ἔ­τη ἔ­χων ἐν τ ἀ­σθε­νε­ί­ᾳ αὐ­τοῦ. τοῦ­τον ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς κα­τα­κε­ί­με­νον, κα γνος ὅ­τι πο­λὺν ἤ­δη χρό­νον ἔ­χει, λέ­γει αὐ­τῷ· Θλεις ὑ­γι­ὴς γε­νέ­σθαι; ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῷ ἀ­σθε­νῶν· Κριε, ἄν­θρω­πον οκ ἔ­χω, ἵ­να ὅ­ταν τα­ρα­χθῇ τ ὕ­δωρ, βά­λῃ με ες τν κο­λυμ­βή­θραν· ν δ ἔρ­χο­μαι ἐγώ ἄλ­λος πρ ἐ­μοῦ κα­τα­βα­ί­νει. λέ­γει αὐ­τῷ Ἰ­η­σοῦς· Ἔ­γει­ρε, ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει. κα εὐ­θέ­ως ἐ­γέ­νε­το ὑ­γι­ὴς ὁ ἄν­θρω­πος, κα ἦ­ρε τν κρά­βατ­τον αὐ­τοῦ κα πε­ρι­ε­πά­τει. ν δ σάβ­βα­τον ν ἐ­κε­ί­νῃ τ ἡ­μέ­ρᾳ. ἔ­λε­γον ον ο Ἰ­ου­δαῖ­οι τ τε­θε­ρα­πευ­μέ­νῳ· Σββατν ἐ­στιν· οκ ἔ­ξε­στί σοι ἆ­ραι τν κρά­βατ­τον. ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τοῖς· ποι­ή­σας με ὑ­γι­ῆ, ἐ­κεῖ­νός μοι εἶ­πεν· ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει. ἠ­ρώ­τη­σαν ον αὐ­τόν· Τς ἐ­στιν ὁ ἄν­θρω­πος ὁ εἰ­πών σοι, ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει; δ ἰ­α­θεὶς οκ ᾔ­δει τς ἐ­στιν· γρ Ἰ­η­σοῦς ἐ­ξέ­νευ­σεν ὄ­χλου ὄν­τος ἐν τ τό­πῳ. με­τὰ ταῦ­τα εὑ­ρί­σκει αὐ­τὸν Ἰ­η­σοῦς ἐν τ ἱ­ε­ρῷ κα εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἴ­δε ὑ­γι­ὴς γέ­γο­νας· μη­κέ­τι ἁ­μάρ­τα­νε, ἵ­να μ χεῖ­ρόν σο τι γέ­νη­ται. ἀ­πῆλ­θεν ὁ ἄν­θρω­πος κα ἀ­νήγ­γει­λε τος Ἰ­ου­δα­ί­οις ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ ποι­ή­σας αὐ­τὸν ὑ­γι­ῆ.                                       
 (Ἰωάν. ε΄[5] 1 – 15)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ὕ­στε­ρα ἀπ’ αὐ­τὰ ἦ­ταν ἡ ἑ­ορ­τὴ τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, πι­θα­νό­τα­τα ἡ ἑ­ορ­τὴ τῶν Που­ρίμ, πού ἔ­πε­φτε πε­ρί­που ἕ­να μή­να πρὶν τὸ Πά­σχα. Κα­τὰ τὴν ἑ­ορ­τὴ αὐ­τὴ ἀ­νέ­βη­κε ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ἐκεῖ, στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, κον­τὰ στὴν προ­βα­τι­κὴ πύ­λη τοῦ τεί­χους τῆς πό­λε­ως ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α λί­μνη στὴν ὁποία κο­λυμ­ποῦ­σαν, καὶ ἡ ὁ­ποί­α στὴν ἑ­βρα­ϊ­κὴ γλώσ­σα ὀ­νο­μα­ζό­ταν Βη­θεσ­δά. Ἡ κο­λυμ­βή­θρα αὐ­τὴ εἶ­χε τριγύ­ρω της πέν­τε στο­ές, πέν­τε θο­λω­τὰ ὑ­πό­στε­γα. Σ' αὐ­τὰ τὰ θο­λω­τὰ ὑ­πό­στε­γα βρί­σκον­ταν ξα­πλω­μένοι πά­ρα πολ­λοὶ ἄρ­ρω­στοι, τυ­φλοί, κου­τσοί, ἄν­θρω­ποι μὲ κά­ποι­ο μέ­λος πι­α­σμέ­νο καὶ ἀ­ναί­σθη­το ἢ ἀ­τρο­φι­κὸ· κι ὅ­λοι αὐ­τοὶ πε­ρί­με­ναν νὰ κι­νη­θεῖ τὸ νε­ρὸ τῆς κο­λυμβή­θρας. Δι­ό­τι ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρὸ ἕ­νας ἄγ­γε­λος κα­τέ­βαι­νε στὴν κο­λυμ­βή­θρα καὶ ἀ­να­τά­ρα­ζε τὰ νε­ρά της. Καὶ ὅ­ποι­ος ἔμ­παι­νε πρῶ­τος σ' αὐ­τὴ με­τὰ τὴν ἀ­να­τά­ρα­ξη τοῦ νε­ροῦ, γι­νό­ταν ὑ­γι­ής, ὁ­ποι­α­δή­πο­τε κι ἂν ἦ­ταν ἡ ἀρ­ρώ­στια πού εἶ­χε. Ὑ­πῆρ­χε λοι­πὸν ἐκεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος τῶν ἀρρώ­στων καὶ κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος πού ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος τριά­ντα ὀ­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Ὅ­ταν τὸν εἶ­δε ὁ Ἰησοῦς νὰ εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νος κά­τω καὶ μὲ τὸ θεῖ­ο Του βλέμ­μα δι­έ­κρι­νε ὅ­τι ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρὸ εἶχε αὐ­τὴν τὴν ἀ­σθέ­νεια, τοῦ εἶ­πε: Θέ­λεις νὰ γί­νεις ὑ­γι­ής; Καὶ μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ Κύ­ριος ἔ­δι­νε ἀ­φορ­μὴ στὸν πα­ρά­λυ­το νὰ ζη­τή­σει τὴ βο­ή­θειά Του. Πράγ­μα­τι λοι­πὸν ὁ ἄρ­ρω­στος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Κύ­ρι­ε, δὲν ἔ­χω ἄν­θρω­πο νὰ μὲ ρί­ξει στὴν κο­λυμ­βή­θρα ἀ­μέ­σως μό­λις ἀ­να­τα­ρα­χθοῦν τὰ νε­ρά της. Κι ἐ­νῶ προ­σπα­θῶ νὰ πλη­σιά­σω ἐγώ μό­νος μου, προ­λα­βαί­νει ἄλ­λος καὶ κα­τε­βαί­νει στὸ νε­ρὸ πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς: Σή­κω ἐ­πά­νω, πά­ρε τὸ κρε­βά­τι σου στὸν ὦ­μο σου καὶ περ­πάτα. Κι ἀ­μέ­σως ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε κα­λά, πῆ­ρε τὸ κρε­βά­τι του καὶ περ­πα­τοῦ­σε ἐ­λεύ­θε­ρα.
Ἦ­ταν ὅ­μως Σάβ­βα­το ἡ ἡμέρα πού ἔ­γι­νε αὐ­τό. Ἔ­λε­γαν λοι­πὸν οἱ πρό­κρι­τοι Ἰ­ου­δαῖ­οι στὸν θε­ρα­πευ­μέ­νο: Σή­με­ρα εἶ­ναι Σάβ­βα­το. Δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ση­κώ­νεις καὶ νὰ με­τα­φέ­ρεις τὸ κρε­βά­τι σου. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε: Ἐ­κεῖ­νος πού μὲ ἔ­κα­νε κα­λὰ μὲ θαῦμα καὶ θε­ϊ­κὴ δύ­να­μη, αὐ­τὸς μοῦ εἶ­πε, πά­ρε τὸ κρε­βά­τι σου καὶ περπάτα. Με­τὰ λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν ἀ­πάν­τη­ση αὐ­τὴ τὸν ρώ­τη­σαν ἐ­κεῖ­νοι: Ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς πού σοῦ εἶπε πά­ρε τὸ κρε­βά­τι σου καὶ περπάτα; Ὁ θε­ρα­πευ­μέ­νος ὅ­μως πα­ρά­λυ­τος δὲν ἤ­ξε­ρε ποι­ὸς εἶ­ναι· δι­ό­τι ὁ Ἰησοῦς εἶ­χε φύ­γει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος καί εἶχε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Καὶ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, δι­ό­τι ὑπῆρ­χε πο­λὺς λα­ὸς στὸν τό­πο πού ἔ­γι­νε τὸ θαῦ­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ τὸν βρῆ­κε ὁ Ἰησοῦς στό ἱ­ε­ρὸ καὶ τοῦ εἶ­πε: Βλέ­πεις, τώ­ρα ἔ­χεις γί­νει ὑ­γι­ής. Πρόσεξε λοι­πὸν ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα νὰ μὴν ἁ­μαρ­τά­νεις πιά γιὰ νὰ μὴ πά­θεις τί­πο­τε χει­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀσθένεια πού εἶ­χες, καὶ ἡ ὁ­ποί­α σοῦ συ­νέ­βη ἀ­πὸ τὶς ἁμαρτίες σου. Πρό­σε­ξε μὴν πά­θεις χει­ρό­τε­ρη συμ­φο­ρὰ στὸ σῶμα σου, καὶ χά­σεις μα­ζὶ μὲ τὴν ὑ­γεί­α τοῦ σώματός σου καὶ τὴν ψυ­χή σου. Ἔ­φυ­γε τό­τε ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρὸ καί, ἀφοῦ συνάν­τη­σε τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους, τοὺς ἀ­νήγ­γει­λε ὅ­τι ὁ Ἰησοῦς ἦ­ταν αὐ­τὸς πού τὸν γι­ά­τρε­ψε.



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου