Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Α΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Α΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)
(12 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, ἔ­κρι­νε ὁ Παῦ­λος πα­ρα­πλεῦ­σαι τὴν ῎Ε­φε­σον, ὅ­πως μὴ γέ­νη­ται αὐ­τῷ χρο­νο­τρι­βῆ­σαι ἐν τῇ ᾿Α­σί­ᾳ· ἔ­σπευ­δε γάρ, εἰ δυ­να­τὸν ἦν αὐ­τῷ, τὴν ἡ­μέ­ραν τῆς πεν­τη­κο­στῆς γε­νέ­σθαι εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα. ᾿Α­πὸ δὲ τῆς Μι­λή­του πέμ­ψας εἰς ῎Ε­φε­σον με­τε­κα­λέ­σα­το τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Ὡς δὲ πα­ρε­γέ­νον­το πρὸς αὐ­τόν, εἶ­πεν αὐ­τοῖς·  Προ­σέ­χε­τε οὖν ἑ­αυ­τοῖς καὶ παν­τὶ τῷ ποι­μνί­ῳ ἐν ᾧ ὑ­μᾶς τὸ Πνεῦ­μα τὸ ῞Α­γι­ον ἔ­θε­το ἐ­πι­σκό­πους, ποι­μα­ί­νειν τὴν ἐκ­κλη­σί­αν τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ, ἣν πε­ρι­ε­ποι­ή­σα­το δι­ὰ τοῦ ἰ­δί­ου αἵ­μα­τος. Ἐ­γὼ γὰρ οἶ­δα τοῦ­το, ὅ­τι εἰ­σε­λε­ύ­σον­ται με­τὰ τὴν ἄ­φι­ξίν μου λύ­κοι βα­ρεῖς εἰς ὑ­μᾶς μὴ φει­δό­με­νοι τοῦ ποι­μνί­ου· καὶ ἐξ ὑ­μῶν αὐ­τῶν ἀ­να­στή­σον­ται ἄν­δρες λα­λοῦν­τες δι­ε­στραμ­μέ­να τοῦ ἀ­πο­σπᾶν τοὺς μα­θη­τὰς ὀ­πί­σω αὐ­τῶν. Δι­ὸ γρη­γο­ρεῖ­τε, μνη­μο­νε­ύ­ον­τες ὅ­τι τρι­ε­τί­αν νύ­κτα καὶ ἡ­μέ­ραν οὐκ ἐ­παυ­σά­μην με­τὰ δα­κρύ­ων νου­θε­τῶν ἕ­να ἕ­κα­στον. Καὶ τὰ νῦν πα­ρα­τί­θε­μαι ὑ­μᾶς, ἀ­δελ­φοί, τῷ Θε­ῷ καὶ τῷ λό­γῳ τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ τῷ δυ­να­μέ­νῳ ἐ­ποι­κο­δο­μῆ­σαι καὶ δοῦ­ναι ὑ­μῖν κλη­ρο­νο­μί­αν ἐν τοῖς ἡ­γι­α­σμέ­νοις πᾶ­σιν. Ἀρ­γυ­ρί­ου ἢ χρυ­σί­ου ἢ ἱ­μα­τι­σμοῦ οὐ­δε­νὸς ἐ­πε­θύ­μη­σα· αὐ­τοὶ γι­νώ­σκε­τε ὅ­τι ταῖς χρε­ί­αις μου καὶ τοῖς οὖ­σι μετ᾿ ἐ­μοῦ ὑ­πη­ρέ­τη­σαν αἱ χεῖ­ρες αὗ­ται. πάν­τα ὑ­πέ­δει­ξα ὑ­μῖν ὅ­τι οὕ­τω κο­πι­ῶν­τας δεῖ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σθαι τῶν ἀ­σθε­νο­ύν­των, μνη­μο­νε­ύ­ειν τε τῶν λό­γων τοῦ Κυ­ρί­ου ᾿Ι­η­σοῦ, ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­πε· μα­κά­ρι­όν ἐ­στι μᾶλ­λον δι­δό­ναι ἢ λαμ­βά­νειν. Καὶ ταῦ­τα εἰ­πών, θεὶς τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ σὺν πᾶ­σιν αὐ­τοῖς προ­σηύ­ξα­το.                                  (Πράξ. Ἀποστ. κ΄[20] 16-18, 28-36)

ΠΡΟΒΑΤΟΣΧΗΜΟΙ ΛΥΚΟΙ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου»
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ τὴν Μίλητο ἀποχαιρετᾶ τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου καὶ τοὺς δίνει τὶς τελευταῖες του ὑποθῆκες. Ἀλλὰ καὶ τοὺς προειδοποιεῖ γιὰ ἕνα μεγάλο κίνδυνο: «Προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ», τοὺς λέγει. Προσέχετε τὸν ἑαυτό σας καὶ ὅλο τὸ πνευματικό σας ποίμνιο, στὸ ὁποῖο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σᾶς τοποθέτησε ἐπισκόπους νὰ ποιμαίνετε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ Κύριος ἔσωσε καὶ ἔκαμε κτῆμα του μὲ τὸ ἴδιό του τὸ αἷμα. Προσέχετε, διότι μετὰ τὴν ἀναχώρησή μου θὰ εἰσέλθουν μεταξύ σας «λύκοι βαρεῖς», αἱρετικοὶ ψευδοδιδάσκαλοι, ποὺ σὰν ἄλλοι ἄγριοι λύκοι ἀλύπητα θὰ διαρπάζουν τὸ ποίμνιο ἀφανίζοντας τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ἂς δοῦμε λοιπὸν γιατὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει τοὺς αἱρετικοὺς «λύκους βαρεῖς» καὶ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀντιμετώπισή τους.
1. ΑΓΡΙΟΙ ΛΥΚΟΙ
Γιατί λοιπὸν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποκαλεῖ τοὺς αἱρετικοὺς λύκους βαρεῖς; Μᾶς ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος: Οἱ αἱρετικοὶ εἶναι λύκοι βαρεῖς, διότι ἔχουν ἔνδυμα προβάτων ἐνῶ εἶναι λύκοι ἅρπαγες. Τὰ λόγια τους εἶναι γλυκά, ἀλλὰ ἡ καρδιά τους εἶναι γεμάτη μὲ χολὴ καὶ πικρία. Φοροῦν ροῦχα ταπεινὰ καὶ σεμνά, ἐνῶ εἶναι μαθηταὶ τοῦ διαβόλου. Γι᾿ αὐτὸ τὰ δικά του ζιζάνια σπείρουν. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει σχετικῶς: Εἶναι οἱ αἱρετικοὶ λύκοι βαρεῖς διότι μὲ ἔνδυμα προβάτου κρύβουν τὴν δολιότητά τους καὶ διαλύουν τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ. Καταφρονοῦν τὰ δόγματα τῶν Πατέρων, ἐξουθενώνουν τὶς ἀποστολικὲς Παραδόσεις καὶ πολιτεύονται μὲ σύγχρονα ἐφευρήματα καὶ νεωτερισμούς. Φιλοσοφοῦν καὶ δὲν θεολογοῦν. Κυριαρχεῖ σ' αὐτοὺς ἡ σοφία τοῦ κόσμου καὶ ὄχι τὸ καύχημα τοῦ Σταυροῦ. Εἶναι λύκοι βαρεῖς, διότι ἐξαπολύουν σκληρὸ πόλεμο στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὡς λύκοι εἶναι καὶ οἱ ἴδιοι πολὺ σκληροί, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο διότι δὲν πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία ὡς ξένοι ἐχθροί, ἀλλὰ ὡς ἐχθροὶ μέσα ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ σπλάγχνα της. Διότι ὅταν κάποιος πολεμᾶ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ ἔξω, πολὺ εὔκολα μποροῦμε νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουμε. Ὅταν ὅμως μέσα ἀπὸ τὸ ἴδιο μας τὸ σῶμα ἀναφύεται τὸ ἕλκος, τὸ κακὸ δύσκολα θεραπεύεται.
Ἐπιπλέον οἱ αἱρετικοὶ ὡς λύκοι εἶναι βαρεῖς, φοβεροὶ καὶ ἀδυσώπητοι, διότι, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ὁ ἴδιος θὰ ἀπουσιάσει ἀπὸ τὴν Ἔφεσο, τότε οἱ λύκοι θὰ ἔλθουν στὸ κοπάδι. Ὅταν θὰ λείπει ὁ διδάσκαλος, θὰ ἔλθουν οἱ διαφθορεῖς. Ἔχουν λοιπὸν οἱ αἱρετικοὶ τὴν κακουργία τῶν θηρίων καὶ τὴν πονηρή τους τακτική. Περιμένουν νὰ φύγει ὁ διδάσκαλος γιὰ νὰ εἰσορμήσουν στὴν ποίμνη καὶ νὰ κατασπαράξουν τὸ ποίμνιο.
2. ΑΓΡΥΠΝΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ
Ποιὰ λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν τῶν σκληρῶν καὶ ὕπουλων; Μᾶς τὸ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Προσέχετε τοὺς ἑαυτούς σας καὶ ὅλο τὸ ποίμνιο, λέγει. Δὲν τοὺς εἶπε, ἐγκαταλεῖψτε τὰ πρόβατα καὶ φύγετε ἔξω. Ἀλλά, μείνετε ἄγρυπνοι φύλακες τοῦ ποιμνίου χωρὶς φόβο καὶ δειλία. Κι ἐπειδὴ ὁ θεῖος Παῦλος ἐφόβισε τοὺς πρεσβυτέρους καθὼς τοὺς προειδοποίησε γιὰ τὴν ἔλευση τῶν λύκων, τοὺς δίνει καὶ τὴν παρηγοριά, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ὁδηγήσει σὲ ἀπογοήτευση. Τοὺς λέγει ὅτι πλέον τοὺς ἐμπιστεύεται στὸν Θεὸ καὶ στὸν λόγο τῆς χάριτός του. Διότι διαφορετικὰ θὰ τοὺς κατελάμβανε δειλία, ἡ ὁποία θὰ κατέβαλλε τὸ φρόνημά τους, θὰ παρέλυε τὶς δυνάμεις τους. Γι' αὐτὸ καὶ πρωτύτερα τοὺς εἶπε: Τὸ Ἃγιον Πνεῦμα σᾶς ἔθεσε ποιμένες καὶ ἐπισκόπους. Μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἀναχωρήσει ὁ Παῦλος, ἀλλὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ εἶναι παρόν. Ἔτσι τοὺς ἀνεπτέρωσε τὶς ψυχές. Δύο ὅπλα τοὺς ἔδωσε: τὸ θάρρος καὶ τὸν φόβο. Τοὺς ὑπενθύμισε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, γιὰ νὰ τοὺς ἐκδιώξει τὸν φόβο. Καὶ τοὺς προειδοποίησε γιὰ τοὺς λύκους, γιὰ νὰ τοὺς ἐκδιώξει τὴν ραθυμία. Οὔτε λοιπὸν ἐφησυχασμὸς χρειάζεται ἀπέναντι στοὺς αἱρετικούς, οὔτε ὅμως δειλία. Ἀλλὰ σύνεση καὶ ἐγρήγορση.
Γράφει σχετικῶς ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος: «Μὲ κάθε φροντίδα νὰ προφυλάγεσθε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ νὰ ἀποφεύγετε τὴν συναναστροφὴ μαζί τους. Μὴ κάθεστε μαζί τους σὲ συνέδριο ματαιότητος ἰχνηλατώντας τὸ δρόμο τῆς σκέψεώς τους. Διότι εἶναι προτιμότερο νὰ συνοικήσεις μὲ δαίμονα παρὰ μὲ ἄνδρα αἱρετικὸ καὶ παράνομο. Διότι ὅταν ἐξορκίσεις τὸν δαίμονα, θὰ φύγει ντροπιασμένος μὴ μπορώντας νὰ μείνει ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ὁ Χριστός. Ἐνῶ ἐὰν συναναστρέφεσαι μὲ τὸν αἱρετικό, ὅσο κι ἂν τὸν ἐξορκίσεις, δὲν πρόκειται οὔτε νὰ φύγει οὔτε νὰ ὑποχωρήσει ἀπό τὴν μανία του».
Ἀδελφοί, λύκος βαρὺς ἦταν καὶ ὁ αἱρεσιάρχης Ἄρειος, ὁ ὁποῖος ὑποβίβαζε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ σὲ κτίσμα, ἀρνούμενος τὴν θεότητά του. Αὐτὸν τὸν προβατόσχημο λύκο κατετρόπωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τοὺς ὁποίους τιμᾶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Ἀλλὰ καὶ κάθε ὕπουλο αἱρετικὸ μέσα στὴν ἱστορία ἀντιμετώπισαν ὄχι τόσο κάποιοι διανοηταὶ θεολόγοι ἀλλὰ οἱ μεγάλοι ἅγιοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ἔτσι ἐνίκησαν ὄχι μόνο μὲ τὴν δύναμη τῆς ἀληθείας τοῦ θείου λόγου ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς τους. Καὶ μᾶς διδάσκουν ἔτσι νὰ εἴμαστε ὀρθόδοξοι ὄχι μόνο στὴν πίστη μας ἀλλὰ ὀρθόδοξοι ἅγιοι καὶ στὴν ζωή μας.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
          Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐ­πά­ρας ὁ ᾿Ι­η­σοῦς τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς αὐ­τοῦ εἰς τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ εἶ­πε· Πάτερ, ἐ­λή­λυ­θεν ἡ ὥ­ρα· δό­ξα­σόν σου τὸν Υἱ­όν, ἵ­να καὶ ὁ Υἱ­ός σου δο­ξά­σῃ σε, κα­θὼς ἔ­δω­κας αὐ­τῷ ἐ­ξου­σί­αν πά­σης σαρ­κός, ἵ­να πᾶν ὃ δέ­δω­κας αὐ­τῷ δώ­σῃ αὐ­τοῖς ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον. Αὕ­τη δέ ἐ­στιν ἡ αἰ­ώ­νι­ος ζωή, ἵ­να γι­νώ­σκω­σί σε τὸν μό­νον ἀ­λη­θι­νὸν Θε­ὸν καὶ ὃν ἀ­πέ­στει­λας ᾿Ι­η­σοῦν Χρι­στόν. Ἐ­γώ σε ἐ­δό­ξα­σα ἐ­πί τῆς γῆς· τὸ ἔρ­γον ἐ­τε­λε­ί­ω­σα, ὃ δέ­δω­κάς μοι ἵ­να ποι­ή­σω· καὶ νῦν δό­ξα­σόν με σύ, Πάτερ, πα­ρὰ σε­αυ­τῷ τῇ δό­ξη ᾗ εἶ­χον πρὸ τοῦ τὸν κό­σμον εἶ­ναι, πα­ρὰ σοί. ᾿Ε­φα­νέ­ρω­σά σου τὸ ὄ­νο­μα τοῖς ἀν­θρώ­ποις οὓς δέ­δω­κάς μοι ἐκ τοῦ κό­σμου· σοὶ ἦ­σαν καὶ ἐ­μοὶ αὐ­τοὺς δέ­δω­κας, καὶ τὸν λό­γον σου τε­τη­ρή­κα­σι. Νῦν ἔ­γνω­καν ὅ­τι πάν­τα ὅ­σα δέ­δω­κάς μοι πα­ρὰ σοῦ ἐ­στιν· ὅ­τι τὰ ῥή­μα­τα ἃ δέ­δω­κάς μοι δέ­δω­κα αὐ­τοῖς, καὶ αὐ­τοὶ ἔ­λα­βον, καὶ ἔ­γνω­σαν ἀ­λη­θῶς ὅ­τι πα­ρὰ σοῦ ἐ­ξῆλ­θον, καὶ ἐ­πί­στευ­σαν ὅ­τι σύ με ἀ­πέ­στει­λας. ᾿Ε­γὼ πε­ρὶ αὐ­τῶν ἐ­ρω­τῶ· οὐ πε­ρί τοῦ κό­σμου ἐ­ρω­τῶ, ἀλ­λὰ πε­ρὶ ὧν δέ­δω­κάς μοι, ὅ­τι σοί εἰ­σι. Καὶ τὰ ἐ­μὰ πάν­τα σά ἐ­στι καὶ τὰ σὰ ἐ­μά, καὶ δε­δό­ξα­σμαι ἐν αὐ­τοῖς. Καὶ οὐκ έ­τι εἰ­μὶ ἐν τῷ κό­σμῳ, καὶ οὗ­τοι ἐν τῷ κό­σμῳ εἰ­σί, καὶ ἐ­γὼ πρὸς σὲ ἔρ­χο­μαι. Πάτερ ἅ­γι­ε, τή­ρη­σον αὐ­τοὺς ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τί σου ᾧ δέ­δω­κάς μοι, ἵ­να ὦ­σιν ἓν κα­θὼς ἡ­μεῖς. Ὅ­τε ἤ­μην μετ᾿ αὐ­τῶν ἐν τῷ κό­σμῳ, ἐ­γὼ ἐ­τή­ρουν αὐ­τοὺς ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τί σου· οὓς δέ­δω­κάς μοι ἐ­φύ­λα­ξα, καὶ οὐ­δεὶς ἐξ αὐ­τῶν ἀ­πώ­λε­το, εἰ μὴ ὁ υἱ­ὸς τῆς ἀ­πω­λε­ί­ας, ἵ­να ἡ Γρα­φὴ πλη­ρω­θῇ. Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρ­χο­μαι, καὶ ταῦ­τα λα­λῶ ἐν τῷ κό­σμῳ, ἵ­να ἔ­χω­σι τὴν χα­ρὰν τὴν ἐ­μὴν πε­πλη­ρω­μέ­νην ἐν αὐ­τοῖς.   
                                    (Ἰωάν. ιζ΄[17] 1 – 13)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρὸν ὁ Ἰ­η­σοῦς σήκωσε τὰ μά­τια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ εἶ­πε: Πάτερ ἦλθε ἡ ὥρα πού ἡ σοφία σου ὅ­ρι­σε γιὰ νὰ πά­θω καὶ νά θυ­σια­σθῶ. Δέ­ξου τὴ θυ­σί­α τοῦ Πά­θους μου καί δόξασε τόν Υἱό σου καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση του· γιά νὰ σὲ δο­ξά­σει καὶ ὁ Υἱ­ός σου μὲ τὴν ἀ­πολύτρωση καί τή σωτηρία τῶν ἀν­θρώ­πων, ἡ ὁποία θά ὁλοκληρωθεῖ μὲ τὴ θυ­σί­α του αὐ­τὴ καὶ μὲ τὴν αἰ­ώ­νια ἀρχιερατική μεσιτεία του πού θὰ ἀ­κο­λου­θή­σει με­τὰ ἀπ’ αὐ­τή. Δό­ξα­σε τὸν Υἱ­ό σου σύμ­φω­να μέ τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωσες πά­νω σ' ὅ­λη τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, γιὰ νὰ δώσει ζω­ὴ αἰ­ώ­νια ὡς αἰ­ώ­νιος ἀρ­χι­ε­ρέ­ας κα­θι­σμέ­νος στὰ δε­ξιά σου σ' ὅ­λο τὸ πλῆ­θος ἐκεῖνο πού τοῦ ἔ­δω­σες καὶ οἱ ὁποῖοι πί­στε­ψαν σ' αὐ­τόν. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ αἰ­ώ­νια ζω­ή, τὸ νὰ γνω­ρί­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι συ­νε­χῶς ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­σέ­να, τὸν μό­νο ἀ­λη­θι­νὸ Θε­ό, καὶ τό­ν Ἰησοῦ Χρι­στό, τὸν ὁποῖο ἀ­πέ­στει­λες στὸν κό­σμο, ἔ­χον­τας ζων­τα­νὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μὲ σέ­να καὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὶς ἄ­πει­ρες τε­λει­ό­τη­τές σου. Ἐγὼ γνω­στο­ποί­η­σα τὸ ὄ­νο­μά σου στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ὑ­πά­κου­σα τε­λεί­ως στὸ θέ­λη­μά σου, κι ἔ­τσι σὲ δό­ξα­σα πά­νω στὴ γῆ. Καὶ μὲ τὴ θυ­σί­α μου, τὴν ὁποία θὰ προ­σφέ­ρω σὲ λί­γο πά­νω στὸ σταυ­ρό, ὁ­λο­κλή­ρω­σα τε­λεί­ως τὸ ἔρ­γο πού μοῦ ἔ­δω­σες νὰ ἐ­πι­τε­λέ­σω. Καὶ τώ­ρα πού ἡ ἐ­πί­γεια ἀ­πο­στο­λή μου τε­λεί­ω­σε, ἀ­νά­δει­ξέ με μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τὴν Ἀ­νά­λη­ψή μου αἰ­ώ­νιο ἀρ­χι­ε­ρέ­α καὶ δό­ξα­σέ με καὶ ὡς ἄν­θρω­πο ἐσύ, Πά­τερ, δί­πλα σου, μὲ τὴ δό­ξα πού εἶ­χα κον­τά σου προτοῦ νὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ὁ κό­σμος. Φα­νέ­ρω­σα τὸ ὄ­νο­μά σου κι ἔ­κα­να γνω­στὲς τὶς ἄ­πει­ρες τε­λει­ό­τη­τές σου στοὺς ἀν­θρώ­πους πού ἀ­πέ­σπα­σες ἀ­πό τούς κόλ­πους τοῦ κό­σμου καὶ τοὺς ἔ­δω­σες σὲ μέ­να. Ἡ πρό­θε­σή τους ἦ­ταν ἀ­γα­θὴ καὶ γι' αὐ­τὸ ἦ­ταν δι­κοί σου. Ἐ­σὺ τοὺς ἔ­δω­σες σὲ μέ­να, κι αὐ­τοὶ τή­ρη­σαν τὸ λό­γο σου, τὸν ὁποῖο τοὺς ἀ­πο­κά­λυ­ψα. Τώ­ρα ἔ­μα­θαν τε­λει­ό­τε­ρα καὶ πεί­σθη­καν ὅ­τι ἡ δι­δα­σκα­λί­α μου καὶ τὰ ἔρ­γα μου καὶ ὅ­λα γε­νι­κό­τε­ρα ὅ­σα μοῦ ἔ­δω­σες προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ σέ­να. Καὶ ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ἔ­λα­βαν τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α καὶ τὴ γνώ­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι: ὅ­τι τοὺς λό­γους πού μοῦ ἔ­δω­σες γιὰ νὰ τοὺς ἀ­πο­κα­λύ­ψω στοὺς ἀν­θρώ­πους, ἐγώ τούς πα­ρέ­δω­σα σ' αὐ­τοὺς μὲ τὴ δι­δα­σκα­λί­α μου, καὶ αὐ­τοὶ τοὺς πα­ρέ­λα­βαν καὶ τοὺς ἀ­πο­δέ­χθη­καν. Καὶ ἀ­πέ­κτη­σαν πράγ­μα­τι τὴ βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι γεν­νή­θη­κα καὶ βγῆ­κα ἀ­πό τους κόλ­πους σου, καὶ πί­στε­ψαν ὅ­τι ἐσύ μὲ ἀ­πέ­στει­λες στὸν κό­σμο. Ἐ­γώ, πού τό­σο ἐρ­γά­στη­κα γιὰ νὰ τοὺς ὁ­δη­γή­σω στὴν ἀ­λη­θι­νὴ αὐ­τὴ γνώ­ση καὶ πί­στη, σὲ πα­ρα­κα­λῶ γι' αὐ­τοὺς ὡς μέ­γας ἀρ­χι­ε­ρέ­ας καὶ με­σί­της. Δὲν σὲ πα­ρα­κα­λῶ τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ γιὰ τὸν κό­σμο τῆς ἀ­πι­στί­ας καὶ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλλά σὲ πα­ρα­κα­λῶ γιὰ κεί­νους πού μοῦ ἔ­δω­σες· δι­ό­τι, ἐ­νῶ μοῦ τοὺς ἔ­δω­σες, δὲν παύ­ουν νὰ εἶ­ναι δι­κοί σου. Καὶ ὅ­λα ὅ­σα ἀ­νή­κουν σὲ μέ­να δι­κά σου εἶ­ναι, ὅ­πως καὶ τὰ δι­κά σου εἶ­ναι δι­κά μου. Κι αὐ­τοὶ λοι­πὸν δικοί σου ἦ­ταν καὶ ἔ­γι­ναν δι­κοί μου· ἀλλά καί ὡς δικοί μου ἐξακολουθοῦν  νὰ εἶ­ναι δι­κοί σου. Κι ἐγώ ἔχω δοξασθεῖ ἀ­πὸ αὐ­τούς, δι­ό­τι ἀ­να­γνώ­ρι­σαν τὴ θε­ϊ­κή μου φύση καί πί­στε­ψαν σὲ μέ­να. Ἐγώ βέ­βαι­α δὲν θὰ εἶ­μαι πλέ­ον στὸν κό­σμο, ὅπως μέ­χρι τώ­ρα, μὲ τὴ σω­μα­τι­κή μου πα­ρου­σί­α, γιὰ νά τούς ἐν­θαρ­ρύ­νω καὶ νὰ τοὺς ἐ­νι­σχύ­ω μ' αὐ­τή. Αὐτοί ὅμως θὰ εἶ­ναι στὸν κό­σμο, δι­ό­τι δὲν ἐ­πι­τέ­λε­σαν ἀ­κό­μη τήν ἀ­πο­στο­λή τους. Ἐγώ ἔρ­χο­μαι σὲ σέ­να. Πά­τερ ἅγιε φύ­λα­ξέ τους μὲ τὴν πα­τρι­κή σου προ­στα­σί­α καί δύναμη, τήν ὁποία ἔ­δω­σες καὶ σὲ μέ­να· ἔτσι ὥστε νά παραμείνουν ἑ­νω­μέ­νοι μα­ζί μου καὶ με­τα­ξύ τους καὶ νά εἶναι μέ τήν ἀγάπη καὶ τὴν ὁ­μο­φρο­σύ­νη ἕ­να πνευ­ματικό σῶ­μα, ὅ­πως εἴ­μα­στε ἕ­να κι ἐμεῖς πού ἔχουμε τήν ἴδια οὐσία καὶ φύ­ση. Ὅ­ταν ἤ­μουν μα­ζί τους στὸν κό­σμο, ἐγώ τούς φύλαγα μέ τήν πατρική καὶ ἰ­σχυ­ρὴ προ­στα­σί­α σου. Αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες τοὺς φύ­λα­ξα, καὶ κα­νεὶς ἀπ’ αὐτούς δέν χάθηκε παρά μόνο ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὁ προδότης Ἰούδας, ὁ ὁποῖος χά­θη­κε κι ἔ­τσι ἐκπληρώθηκαν καί ἐ­πα­λη­θεύ­θη­καν οἱ προ­φη­τεῖ­ες τῆς Ἁ­γί­ας Γραφῆς. Τώ­ρα ὅ­μως ἔρ­χο­μαι σὲ σέ­να. Καὶ τὰ λέ­ω αὐ­τὰ μπροστά τους, ἐνῶ βρίσκομαι ἀ­κό­μη στὸν κό­σμο αὐτόν, γιά νά τ’ ἀκούσουν κι αὐ­τοί, ὥ­στε, ἔ­χον­τας τὴ βεβαιότητα ὅ­τι ἐσύ πλέ­ον θὰ τοὺς προ­στα­τεύ­εις, νὰ ἔ­χουν μέσα τους τέ­λεια τὴ χα­ρὰ πού αἰ­σθά­νο­μαι τώ­ρα κι ἐγώ διότι ἐ­πα­νέρ­χο­μαι κον­τά σου.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου