Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ
(19 ΙΟΥΝΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν τ συμ­πλη­ροῦ­σθαι τν ἡ­μέ­ραν τς πεν­τη­κο­στῆς ἦ­σαν ἅ­παν­τες οἱ ἀπόστολοι ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἐ­πὶ τ αὐ­τό. κα ἐ­γέ­νε­το ἄφ­νω ἐκ το οὐ­ρα­νοῦ ἦ­χος ὥ­σπερ φε­ρο­μέ­νης πνο­ῆς βι­α­ί­ας, κα ἐ­πλή­ρω­σεν ὅ­λον τν οἶ­κον ο ἦ­σαν κα­θή­με­νοι· κα ὤ­φθη­σαν αὐ­τοῖς δι­α­με­ρι­ζό­με­ναι γλῶσ­σαι ὡ­σεὶ πυ­ρός, ἐ­κά­θι­σέ τε ἐ­φ' ἕ­να ἕ­κα­στον αὐ­τῶν, κα ἐ­πλή­σθη­σαν ἅ­παν­τες Πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου, κα ἤρ­ξαν­το λα­λεῖν ἑ­τέ­ραις γλώσ­σαις κα­θὼς τ Πνεῦ­μα ἐ­δί­δου αὐ­τοῖς ἀ­πο­φθέγ­γε­σθαι. ­σαν δ ν ­ε­ρου­σα­λὴμ κα­τοι­κοῦν­τες ­ου­δαῖ­οι, ἄν­δρες εὐ­λα­βεῖς ­πὸ παν­τὸς ­θνους τν ­πὸ τν οὐ­ρα­νόν· γε­νο­μέ­νης δ τς φω­νῆς τα­­της συ­νῆλ­θε τ πλῆ­θος κα συ­νε­χύ­θη, ­τι ­κου­ον ες ­κα­στος τ ­δί­ δι­α­λέ­κτῳ λα­λο­ύν­των αὐ­τῶν. ­ξί­σταν­το δ πάν­τες κα ­θα­­μα­ζον λέ­γον­τες πρς ἀλ­λή­λους· Οκ ­δοὺ πάν­τες οὗ­τοί εἰ­σιν ο λα­λοῦν­τες Γα­λι­λαῖ­οι; κα πς ­μεῖς ­κο­­ο­μεν ­κα­στος τ ­δί­ δι­α­λέ­κτῳ ­μῶν ν ­γεν­νή­θη­μεν, Πρθοι κα Μῆ­δοι κα ­λα­μῖ­ται, κα ο κα­τοι­κοῦν­τες τν Με­σο­πο­τα­μί­αν, ­ου­δα­­αν τε κα Καπ­πα­δο­κί­αν, Πντον κα τν ­σί­αν, Φρυ­γί­αν τε κα Παμ­φυ­λί­αν, Αἴ­γυ­πτον κα τ μέ­ρη τς Λι­βύ­ης τς κα­τὰ Κυ­ρή­νην, κα ο ­πι­δη­μοῦν­τες Ρω­μαῖ­οι, ­ου­δαῖ­οί τε κα προ­σή­λυ­τοι, Κρῆ­τες κα ­ρα­βες, ­κο­­ο­μεν λα­λο­ύν­των αὐ­τῶν τας ­με­τέ­ραις γλώσ­σαις τ με­γα­λεῖ­α το Θε­οῦ;
                                       (Πράξ. Ἀποστ. β΄[2]1 – 11)                                                               

ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ
ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ: «Ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου»
Τὴν ἡμέρα τς Πεντηκοστς λοι οἱ πιστο μ μιὰ καρδιὰ προσεύχονταν συναγμένοι στ περο τς ερουσαλήμ. Κα ξαφνικά, χωρς ν τ περιμένει κανείς, μιὰ βο κούσθηκε ν κατεβαίνει π τν οραν σὰν βίαιος, ὁρμητικς ἄνεμος κα γέμισε ὅλο τν τόπο, ὅπου ἦσαν οἱ πόστολοι κι οἱ λλοι μαθηταί. Κα εἶδαν λοι μ τ μάτια τους γλσσες παρόμοιες μ τς γλσσες τς φωτις νὰ διαμοιράζονται κα ν κάθονται στν καθένα π ατούς. Κα «πλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος γίου». Γέμισε τ σωτερικό τους μ Πνεῦμα γιον. ς δομε λοιπν τί ταν ατπιφοίτηση το γίου Πνεύματος κα ποι σημασία χει γιά μᾶς.
1. Η ΕΠΙΦΟΙΤΗΣΗ
Ἡ ἐπιφοίτηση το γίου Πνεύματος στος γίους ποστόλους κα Μαθητὰς ταν να γεγονς κτακτο κα μοναδικ στν στορία τς κκλησίας μας. Διότι οἱ γιοι πόστολοι δν πέκτησαν ἁπλς τν περφυσικ δύναμη το γίου Πνεύματος, λλ γέμισε τ σωτερικό τους ἀπὸ τν παρουσία του. Μέσα τους πλέον ἐσκήνωσε τ τρίτο πρόσωπο τς γίας Τριάδος. γιναν κατοικητήρια κα ναο το γίου Πνεύματος, μ' ναν ὅμως τρόπο διαίτερο, κτακτο κα μοναδικό. Μόνον ατο γιναν λάθητοι ἐκφραστές τῆς ληθείας, πάνσοφοι.
Ἐρωτᾶ σχετικς ὁ ερς Χρυσόστομος: Τί σημαίνει ὅτι οἱ Ἀπόστολοι κα οἱ παρόντες πιστο «πλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος γίου»; Σημαίνει χι μόνον ὅτι λαβαν τν Χάριν το Πνεύματος το γίου ἀλλἂ ὅτι «πλήσθησαν» μ τν παρουσία το γίου Πνεύματος. Κα τί σημαίνει «πλήσθησαν»; ναπυρώθηκαν κα ναζωογονήθηκαν μ τ γιο Πνεῦμα. Τ χαρίσματα το γίου Πνεύματος κυριαρχοσαν στν ψυχή τους. Ἀπό τότε κα στ ἑξῆς ζοῦσαν μέσα στν παρουσία κα Χάρη το γίου Πνεύματος. Γι᾿ ατ κα τ γιο Πνεῦμα μεταμόρφωσε τ ζωή τους. γιναν πλέον τρόμητοι, πάνσοφοι, κήρυτταν τν λόγο τοῦ Θεοῦ μ παρρησία.
Ἀλλὰ καγιος Κύριλλος εροσολύμων συμπληρώνει: Οἱ γιοι πόστολοι κα οἱ λλοι μαθητὲς μετάλαβαν τς φωτις ἡ ποία ἐξαφανίζει καὶ κατακαίει τ γκάθια τν μαρτιν κα λαμπρύνει τν ψυχή. Τ γιο Πνεῦμα στάθηκε πάνω π τ κεφάλια τν γίων μαθητν μ τν μορφ τν πυρίνων γλωσσν μία κα μοναδικ φορ μέσα στν στορία τς κκλησίας μας, διότι μ τν τρόπο ατό, ξηγεερς πατήρ, τ γιο Πνεῦμα τοποθετοσε πάνω π τ κεφάλια τν μαθητν καινούργια διαδήματα πνευματικά, στεφάνια κα στέμματα λαμπρ τς παρουσίας του κα τς δυνάμεώς του. πιπλέον τ γιο Πνεῦμα μφανίστηκε γι μία κα μοναδικ φορ μ τ μορφ πυρίνων γλωσσν γι ν μς θυμίσει χι μόνο τν σύγχυση τν γλωσσν τς Βαβέλ, λλ περισσότερο τν τραγικ κα συγκλονιστικ ὥρα πο ὁ Θες κλεισε τς πύλες το Παραδείσου στος πρωτοπλάστους μ τν φλογίνη ρομφαία. Τότε στέρησε τν χάρη του π τος νθρώπους. Τώρα μ τς πύρινες γλσσες ποκατέστησε τν χάρη στος μαθητὲς κα δι᾿ ατν σ᾿ ὅλη τν κκλησία.
2. ΔΟΧΕΙΑ TOΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Ἀπὸ τν Πεντηκοστ κι ἔπειτα τ θαμα τς μεταδόσεως το γίου Πνεύματος παναλαμβάνεται ἄπειρες φορς στν κκλησία μας, μ τρόπο ὅμως διαφορετικό. Λέγει νας πέροχος μνος τς Πεντηκοστς ὅτι τ Παράκλητο Πνεῦμα ἐνέπλησε τοὺς γίους μαθητάς. Ἀλλὰ δι᾿ ατν κα τν διαδόχων τους «ες πᾶσαν σάρκα ἐκκέχυται», προσφέρεται σ κάθε ἄνθρωπο δι τν ερν Μυστηρίων τς κκλησίας μας. Διότι ξεκίνησε ἀπὸ τὴν ἱερὴ χορεία τν γίων ποστόλων κα ἀπὸ ατος ἅπλωσε τν χάρη του σ᾿ ὅλους τος πιστούς. Κάθε πιστς πλέον μπορε ν λάβει τὴν χάρη τοῦ γίου Πνεύματος κα ν ποκτήσει πάνω του νεξίτηλη τν σφραγίδα τν χαρισμάτων του μ τ Μυστήριο το γίου Χρίσματος. Ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὅλα τ Μυστήρια τς κκλησίας μας ατ τ θαμα τς πενέργειας το γίου Πνεύματος ζομε οἱ πιστοί. Διότι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τελεσιουργεῖ ὅλα τ Μυστήρια κι μες ασθανόμαστε τς πνευματικς λλοιώσεις πο πιφέρει στ ζωή μας.
«Τ πάντα χορηγε τ γιο Πνεῦμα, ναβρύζει τς προφητεες, καθιερώνει τος ερες, διδάσκει στος γραμμάτους μαθητὰς τν σοφία, συγκρατε λόκληρο τν θεσμ τς κκλησίας». Γι' ατ κριβς στος πέροχους μνους τς Πεντηκοστς ζητομε ἀπὸ τ γιο Πνεῦμα, ὅπως πιφοίτησε κα πλήρωσε τος γίους ποστόλους τσι ν ἀξιώσει κα μς τς δικς του λλάμψεως κα ν μς στηρίξει μ τν δύναμή του.
δελφοί, στς εχς τοῦ Ἑσπερινοῦ τς Πεντηκοστς προσευχόμαστε στν Κύριό μας μ τ ἑξῆς ερ λόγια: Κύριε ησοῦ Χριστέ... δώρισέ μας πνεῦμα σοφίας στος δικούς μας διαλογισμούς, κα πνεῦμα συνέσεως στν δική μας φροσύνη. πισκίαζε μ τ Πνεῦμα τοῦ ἱεροῦ φόβου τ ργα μας, γκατάστησε στ βάθη τς καρδις μας πνεῦμα εὐθές. Δώριζέ μας πνεῦμα γεμονικό, ὥστε νστηρίζει τν λισθηρότητα τς διανοίας μας. Καθοδήγησέ μας κάθε ἡμέρα πρς τ πνευματικ μας συμφέρον, ὥστε νζομε καθημεριν μέσα μας τν Ἱερὴ παρουσία σου. Δσε μας τν Χάρη σου, ὥστε ν μν πατόμαστε ἀπὸ τ τερπντοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἀλλὰ ν πιθυμομε τν πόλαυση τν μελλόντων γαθν. μήν.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῇ ἐ­σχά­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ τ με­γά­λῃ τς ἑ­ορ­τῆς εἱ­στή­κει Ἰ­η­σοῦς κα ἔ­κρα­ξε λέ­γων· Ἐάν τις δι­ψᾷ, ἐρ­χέ­σθω πρς με κα πι­νέ­τω. πι­στε­ύ­ων ες ἐ­μέ, κα­θὼς εἶ­πεν γρα­φή, πο­τα­μοὶ κ τς κοι­λί­ας αὐ­τοῦ ῥε­ύ­σου­σιν ὕ­δα­τος ζῶν­τος. τοῦ­το δ εἶ­πε πε­ρὶ το Πνε­ύ­μα­τος ο ἔ­μελ­λον λαμ­βά­νειν ο πι­στε­ύ­ον­τες ες αὐ­τόν· οὔ­πω γρ ν Πνεῦ­μα Ἅ­γι­ον, ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς οὐ­δέ­πω ἐ­δο­ξά­σθη. πολ­λοὶ ον κ το ὄ­χλου ἀ­κο­ύ­σαν­τες τν λό­γον ἔ­λε­γον· Οὗ­τός ἐ­στιν ἀ­λη­θῶς ὁ προ­φή­της· ἄλ­λοι ἔ­λε­γον· Οὗ­τός ἐ­στιν ὁ Χρι­στός· ο δ ἔ­λε­γον· Μ γρ κ τς Γα­λι­λα­ί­ας Χρι­στὸς ἔρ­χε­ται; οὐ­χὶ γρα­φὴ εἶ­πεν ὅ­τι ἐκ το σπέρ­μα­τος Δαυ­ῒδ κα ἀ­πὸ Βη­θλέ­εμ τς κώ­μης, ὅ­που ἦν Δαυ­ῒδ, Χρι­στὸς ἔρ­χε­ται; σχί­σμα ον ν τ ὄ­χλῳ ἐ­γέ­νε­το δι' αὐ­τόν. τι­νὲς δ ἤ­θε­λον ἐξ αὐ­τῶν πι­ά­σαι αὐ­τόν, ἀλ­λ' οὐ­δεὶς ἐ­πέ­βα­λεν ἐ­π' αὐ­τὸν τς χεῖ­ρας. Ἦλ­θον ον ο ὑ­πη­ρέ­ται πρς τος ἀρ­χι­ε­ρεῖς κα Φα­ρι­σα­ί­ους, κα εἶ­πον αὐ­τοῖς ἐ­κεῖ­νοι· Δι­α­τί οκ ἠ­γά­γε­τε αὐ­τόν;  ἀ­πε­κρί­θη­σαν ο ὑ­πη­ρέ­ται· Οὐ­δέ­πο­τε οὕ­τως ἐ­λά­λη­σεν ἄν­θρω­πος, ς οὗ­τος ἄν­θρω­πος. ἀ­πε­κρί­θη­σαν ον αὐ­τοῖς ο Φα­ρι­σαῖ­οι· Μ κα ὑ­μεῖς πε­πλά­νη­σθε; μ τις κ τν ἀρ­χόν­των ἐ­πί­στευ­σεν ες αὐ­τὸν κ τν Φα­ρι­σα­ί­ων; ἀλ­λ’ ὁ ὄ­χλος οὗ­τος μ γι­νώ­σκων τν νό­μον ἐ­πι­κα­τά­ρα­τοί εἰ­σι! λέ­γει Νι­κό­δη­μος πρς αὐ­το­ύς, ἐλ­θὼν νυ­κτὸς πρς αὐ­τὸν, ες ν ξ αὐ­τῶν· Μ νό­μος ἡ­μῶν κρί­νει τν ἄν­θρω­πον, ἐ­ὰν μ ἀ­κο­ύ­σῃ πα­ρ' αὐ­τοῦ πρό­τε­ρον κα γν τ ποι­εῖ; ἀ­πε­κρί­θη­σαν κα εἶ­πον αὐ­τῷ· Μ κα σ κ τς Γα­λι­λα­ί­ας ε; ἐ­ρε­ύ­νη­σον κα ἴ­δε ὅ­τι προ­φή­της κ τς Γα­λι­λα­ί­ας οκ ἐ­γή­γερ­ται. Πλιν ον αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς ἐ­λά­λη­σε λέ­γων· Ἐ­γώ εἰ­μι τ φς το κό­σμου· ἀ­κο­λου­θῶν ἐ­μοὶ ο μ πε­ρι­πα­τή­σῃ ν τ σκο­τί­ᾳ, ἀλ­λ' ἕ­ξει τ φς τς ζω­ῆς.
                                    (Ἰωάν. ζ΄[7] 37 – 52, η΄[8] 12)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Τὴν τε­λευ­ταί­α καὶ πιὸ ἐ­πί­ση­μη ἡμέρα ἀπ’ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες ἡμέρες τῆς ἑ­ορ­τῆς στά­θη­κε ὄρ­θιος ὁ Ἰησοῦς καὶ μὲ ζω­η­ρὴ φω­νὴ εἶ­πε: Ἐ­ὰν κα­νεὶς αἰ­σθά­νε­ται πό­θο καὶ δί­ψα ὄ­χι γιὰ ἀ­γα­θὰ ὑ­λι­κὰ καὶ φθαρ­τά, ἀλλά γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ γα­λή­νη καὶ τὴ μα­κα­ρι­ό­τη­τα τῆς θεί­ας ζω­ῆς, ἂς ἔρ­χε­ται σὲ μέ­να μὲ πί­στη καὶ ἂς πί­νει ἐ­λεύ­θε­ρα. Κον­τά μου θὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­θοῦν ὅ­λοι οἱ εὐ­γε­νι­κοί του πό­θοι καὶ θὰ βρεῖ ἀ­νά­παυ­ση ἡ ψυ­χή του. Ἀ­πὸ τὴν καρ­διὰ καὶ τὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς ἐ­κεί­νου πού πι­στεύ­ει σὲ μέ­να, σύμ­φω­να μὲ τὰ λό­για της Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, θὰ ἀ­να­βλύ­ζουν πο­τά­μια νε­ροῦ πού θὰ εἶ­ναι πάν­τα τρε­χού­με­νο. Κι ἔ­τσι θὰ πο­τί­ζε­ται ὄ­χι μό­νο ὁ ἴ­διος, ἄλ­λα καὶ οἱ ἄλλοι πού θὰ ἔρ­χον­ται σὲ σχέση μ' αὐ­τόν. Αὐ­τὰ τὰ λό­για τὰ εἶ­πε ὁ Κύ­ριος γιὰ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα, πού θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σαν με­τὰ τὴν Ἀ­νά­λη­ψή του στοὺς οὐ­ρα­νοὺς ὅ­σοι θὰ πί­στευ­αν σ' αὐ­τόν. Δι­ό­τι πρω­τύ­τε­ρα εἶ­χαν βέ­βαι­α δο­θεῖ χα­ρί­σμα­τα προ­φη­τι­κὰ καὶ θαυ­μα­τουρ­γι­κὰ σὲ ἀν­θρώ­πους δί­και­ους καὶ προ­φῆ­τες, ἀλλά ἡ χάρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος πού ἀ­να­γεν­νᾶ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τοὺς με­τα­δί­δει τὴ θεί­α καὶ μα­καρία ζω­ὴ δὲν εἶ­χε δο­θεῖ σὲ κα­νέ­ναν. Καὶ δὲν εἶ­χε δο­θεῖ ἡ χά­ρις αὐ­τὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, δι­ό­τι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη δοξασθεῖ μὲ τὸ Πά­θος του καὶ τὴν Ἀ­νά­λη­ψή του. Πολ­λοὶ λοι­πὸν ἀ­πὸ τὸν λα­ό, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν τὰ λό­για αὐ­τὰ πού εἶ­πε ὁ Κύ­ριος στὴ διά­ρκεια τῆς ἑ­ορ­τῆς, ἔ­λε­γαν: Πράγ­μα­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ προ­φή­της πού μᾶς προ­α­νήγ­γει­λε ὁ Μω­υ­σῆς. Ἄλ­λοι ἔ­λε­γαν: Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Μεσ­σί­ας Χρι­στός. Ἄλ­λοι ἔ­λε­γαν: Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ εἶ­ναι ὁ Μεσ­σί­ας· δι­ό­τι μή­πως ὁ Μεσ­σί­ας εἶ­ναι νὰ ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαία; Δὲν εἶ­πε ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ὅ­τι ὁ Μεσ­σί­ας Χρι­στὸς θὰ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ γέ­νος τοῦ Δα­βὶδ καὶ ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ τῆς Βη­θλε­έμ, ὅ­που γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε ὁ Δα­βίδ; Προ­κλή­θη­κε λοι­πὸν δι­αί­ρε­ση καὶ δι­α­φω­νί­α με­τα­ξύ του λα­οῦ γι' αὐ­τόν. Με­ρι­κοὶ μά­λι­στα ἀπ’ αὐ­τοὺς ἤ­θε­λαν νὰ τὸν συλλάβουν, ἀλλά κα­νεὶς δὲν τόλ­μη­σε ν' ἁ­πλώ­σει χέ­ρι ἐ­πά­νω του· δι­ό­τι μιὰ ἀ­ό­ρα­τη δύ­να­μη τοὺς συγ­κρα­τοῦ­σε καὶ τοὺς πα­ρεμ­πό­δι­ζε.
Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν συλ­λάβει, γύ­ρι­σαν ἄ­πρα­κτοι οἱ ὑ­πη­ρέ­τες στοὺς ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί τοὺς Φα­ρι­σαί­ους. Κι ἐ­κεῖ­νοι τοὺς ρώ­τη­σαν: Για­τί δέν τὸν φέ­ρα­τε, ἀφοῦ καὶ δη­μο­σί­ως ἐμ­φα­νί­στη­κε καὶ πολλοί ἀπ' τὸ πλῆ­θος τὸν ἄ­κου­γαν μὲ δυ­σμέ­νεια καὶ ἦ­ταν ἕ­τοι­μοι νὰ σᾶς βο­η­θή­σουν μὴ σᾶς δι­α­φύ­γει; Τό­τε οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τοὺς ἔ­δω­σαν τὴν ἑξῆς ἀ­πάν­τη­ση: Ποτέ ἄλ­λο­τε δὲν δί­δα­ξε ἄλ­λος ἄν­θρω­πος μὲ τό­ση σο­φί­α καὶ δύ­να­μη καὶ χά­ρη μὲ ὅ­ση δι­δά­σκει ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός. Ὕ­στε­ρα λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν ἀ­νέλ­πι­στη αὐ­τὴ ἀ­πάν­τη­ση τῶν ὑ­πη­ρε­τῶν τοὺς ξα­να­ρώ­τη­σαν οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι: Μή­πως πα­ρα­συρ­θή­κα­τε κι ἐσεῖς, πού εἶστε πάν­το­τε κον­τά μας καὶ ἀ­κοῦ­τε τὴ δι­δα­σκα­λί­α μας, κι ἔ­χε­τε πλα­νη­θεῖ ἀ­π' αὐ­τόν, ὅ­πως τὰ ἀμαθῆ πλή­θη τοῦ λα­οῦ; Μή­πως πί­στε­ψε σ' αὐ­τὸν κα­νεὶς ἀ­π' τοὺς ἄρ­χον­τες, πού εἶ­ναι οἱ μό­νοι ἁρ­μό­διοι νὰ κρί­νουν τὰ θρη­σκευ­τι­κὰ ζη­τή­μα­τα, ἢ ἀ­π' τοὺς Φα­ρι­σαί­ους, πού εἶ­ναι ἄ­γρυ­πνοι φύ­λα­κες τῶν πα­ρα­δό­σε­ων καὶ τῆς ἀ­λη­θι­νῆς πί­στε­ως; Κα­νεὶς ἀ­π' αὐ­τοὺς δὲν πί­στε­ψε, πα­ρὰ μό­νον αὐ­τὸς ὁ ὄ­χλος, πού δὲν ξέ­ρει τὸ νό­μο καὶ γι' αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅλοι τους κα­τα­ρα­μέ­νοι.
Τοὺς ρώ­τη­σε τό­τε ὁ Νι­κό­δη­μος, ἐ­κεῖ­νος πού ἦλ­θε στὸν Ἰ­η­σοῦ μέ­σα στὴ νύ­χτα καὶ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­π' αὐ­τούς, δι­ό­τι ἦ­ταν κι αὐ­τὸς μέ­λος τοῦ συ­νε­δρί­ου: Μή­πως ὁ νόμος μας μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­δι­κά­σει ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, ἐ­ὰν προ­η­γου­μέ­νως δὲν τὸν ἀ­κού­σει ὁ δι­κα­στὴς πού ἐκ­προ­σω­πεῖ τὸ νό­μο καὶ μά­θει ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­λο­γί­α του τί ἀ­ξι­ο­κα­τά­κρι­το καὶ ἀ­ξι­ό­ποι­νο ἔ­κα­νε; Ἐ­κεῖ­νοι τό­τε τοῦ εἶ­παν: Μή­πως εἶ­σαι κι ἐσύ ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαί­α; Ἐ­ξέ­τα­σε καὶ εὔ­κο­λα θὰ δεῖς καὶ θὰ πει­σθεῖς ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ὅ­τι κα­νεὶς προ­φή­της ἀ­πὸ τὴ Γα­λι­λαί­α δὲν ἔ­χει βγεῖ ἕ­ως τώ­ρα.
Ὁ Ἰ­η­σοῦς τοὺς μί­λη­σε πά­λι καὶ τοὺς εἶ­πε: Ἐγώ εἶ­μαι τὸ φῶς ὄ­χι μό­νο τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ἀλλά ὅ­λου τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνος πού μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ μὲ πλή­ρη ἐμπιστοσύνη κι ἐλπίδα καὶ μὲ πρό­θυ­μη ὑ­πα­κο­ὴ στὰ λό­γιά μου δὲν θὰ περ­πα­τή­σει οὔτε θὰ βρε­θεῖ πο­τὲ στὸ σκοτάδι τῆς πλά­νης καὶ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλλά θὰ ἔ­χει μέ­σα του τὸ ζω­η­φό­ρο καὶ πνευ­μα­τι­κὸ φῶς, πού προ­έρ­χε­ται ἀπό τὴν ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή, τὸν Θεό.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου