Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(21 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, Θε­οῦ ἐ­σμεν συ­νερ­γοί· Θε­οῦ γε­ώρ­γι­ον, Θε­οῦ οἰ­κο­δο­μή ἐ­στε. Κα­τὰ τν χά­ριν το Θε­οῦ τν δο­θεῖ­σάν μοι ς σο­φὸς ἀρ­χι­τέ­κτων θε­μέ­λι­ον τέ­θει­κα, ἄλ­λος δ ­ποι­κο­δο­μεῖ· ­κα­στος δ βλε­πέ­τω πς ­ποι­κο­δο­μεῖ· θε­μέ­λι­ον γρ ἄλ­λον οὐ­δεὶς δύ­να­ται θεῖ­ναι πα­ρὰ τν κε­­με­νον, ς ­στιν ­η­σοῦς Χρι­στός. ε δ τις ­ποι­κο­δο­μεῖ ­πὶ τν θε­μέ­λι­ον τοῦ­τον χρυ­σόν, ἄρ­γυ­ρον, λί­θους τι­μί­ους, ξύ­λα, χόρ­τον, κα­λά­μην, ­κά­στου τ ἔρ­γον φα­νε­ρὸν γε­νή­σε­ται· γρ ­μέ­ρα δη­λώ­σει· ­τι ν πυ­ρὶ ­πο­κα­λύ­πτε­ται· κα ­κά­στου τ ἔρ­γον ­ποῖ­όν ­στι τ πρ δο­κι­μά­σει. ε τι­νος τ ἔρ­γον με­νεῖ ­πῳ­κο­δό­μη­σε, μι­σθὸν λή­ψε­ται· ε τι­νος τ ἔρ­γον κα­τα­κα­­σε­ται, ζη­μι­ω­θή­σε­ται, αὐ­τὸς δ σω­θή­σε­ται, οὕ­τως δ ς δι­ πυ­ρός. Οκ οἴ­δα­τε ­τι να­ὸς Θε­οῦ ­στε κα τ Πνεῦ­μα το Θε­οῦ οἰ­κεῖ ν ­μῖν; ε τις τν να­ὸν το Θε­οῦ φθε­­ρει, φθε­ρεῖ τοῦ­τον Θε­ός· γρ να­ὸς το Θε­οῦ ­γι­ός ­στιν, οἵ­τι­νές ­στε ­μεῖς.               (Α΄ Κορ. γ΄[3] 9 – 17)

ΠΩΣ ΚΤΙΖΕΙΣ ΤΟΝ ΝΑΟ ΣΟΥ;
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Ἕκαστος βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ»
Κάθε πιστὸς κτίζει μέσα του ἕνα πνευματικὸ οἰκοδόμημα, μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τὸ σχέδιο τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ τὸ συνέλαβε ὅ ἴδιος ὁ Θεός. Τὴν ἐπιστασία καὶ ἐπίβλεψη τοῦ κτίσματος ἀναλαμβάνουν ὡς σοφοὶ ἀρχιτέκτονες οἱ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ ὁποῖοι ἐποπτεύουν καὶ διευθύνουν μὲ σοφία καὶ χάρη Θεοῦ. Καὶ κτίστες τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ εἶναι ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς. Ἂς ἐξετάσουμε λοιπὸν προσεκτικὰ καὶ ἂς δοῦμε τί οἰκοδόμημα εἶναι αὐτὸ ποὺ κτίζουμε καὶ πῶς πρέπει νὰ τὸ κτίζουμε.
1. ΠΩΣ ΚΤΙΖΟΥΜΕ
Τὸ οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖο κτίζουμε ὅλοι οἱ πιστοί, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δὲν τὸ κτίζουμε μόνοι μας. Συνεργαζόμαστε μὲ τόν ἴδιο τὸν Θεό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ σχεδιαστὴς ἀλλὰ καὶ ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος τίθεται στὰ θεμέλια τῆς ψυχῆς μας μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμά μας. Ἀλλὰ κατόπιν καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ὁλοκληρώσουμε τὸ κτίσιμο αὐτοῦ τοῦ οἰκοδομήματος, νὰ γίνουμε ὄργανα τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τὴν ἄμεση καθοδήγησή του. Ἀλλὰ τί ἀκριβῶς οἰκοδόμημα εἶναι αὐτὸ ποὺ κτίζουμε;
Ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται γιὰ κάποιο ὑλικὸ οἰκοδόμημα ἀλλὰ γιὰ τὸ πνευματικὸ οἰκοδόμημα τῆς ψυχῆς μας. Ἀπὸ τοὺς τελευταίους ὅμως στίχους τοῦ Ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος φαίνεται σαφῶς ὅτι τὸ πνευματικὸ αὐτὸ οἰκοδόμημα δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ οἰκοδόμημα ἀλλὰ οἰκοδόμημα ἱερό, εἶναι ἐκκλησία, ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πῶς ὅμως συμβαίνει αὐτό;
Ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸν Παράδεισο ζοῦσε μέσα στὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας ἦταν ἕνας ἔμψυχος ναὸς τοῦ Θεοῦ, κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέσα στὸ θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς τους οἱ πρωτόπλαστοι πρόσφεραν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς θυσία λατρείας στὸν οὐράνιο Πατέρα. Ὅταν ὅμως οἱ πρωτόπλαστοι παρέβησαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο ποὺ εἶχαν στὴν καρδιά τους ἀνατράπηκε. Ἡ φωτιὰ ποὺ ὑπῆρχε πάνω σ' αὐτὸ ἔσβησε. Κάθε θυμίαμα σταμάτησε νὰ καίγεται. Ἀντὶ γιὰ τὴν εὐωδία του, ἀναθυμιάσεις βδελυκτὲς γέμισαν τὸ ἐσωτερικὸ τῶν ἀνθρώπων. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, για νὰ δώσει καὶ πάλι τὴν δυνατότητα σὲ ὅλους ἐμᾶς νὰ ξανακτίσουμε ἀπὸ τὰ ἐρείπιά του τὸν ἱερὸ αὐτὸ ναὸ τῆς ψυχῆς μας. Γιὰ νὰ μποροῦμε πλέον οἱ πιστοὶ μέσα στὸ θυσιαστήριο τῆς ψυχῆς μας νὰ προσφέρουμε λατρεία στὸν Θεὸ εὐάρεστη καὶ ἱερή.
2. ΠΩΣ ΚΤΙΖΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΟΥ·
Δὲν κτίζουμε λοιπὸν ἕνα ὁποιοδήποτε οἰκοδόμημα μέσα μας, ἀλλὰ κτίζουμε ἐκκλησία, ναὸ τοῦ Θεοῦ. Πῶς ὅμως πρέπει νὰ κτίζουμε τὸν ναὸ αὐτό; Τί ὑλικὰ χρησιμοποιοῦμε γιὰ τὸ κτίσιμο αὐτό; Κάθε κτίστης, λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, μπορεῖ νὰ κτίσει μὲ πολύτιμα ὑλικά, μὲ χρυσάφι ἢ ἀσήμι, ἢ μὲ πρόχειρα ὑλικά, σανίδια, ἄχυρα ἢ καλάμια. Μ' αὐτὰ ὅμως τὰ πρόχειρα ὑλικὰ δὲν κτίζονται ἀνάκτορα καὶ ναοί, ἀλλὰ καλύβες, σταῦλοι καὶ ἀποθῆκες. Μὲ μάρμαρα, γρανίτες καὶ χρυσάφι κτίζονται οἱ ναοί.
Τὰ ὑλικὰ τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζει τὸ ἱερὸ κείμενο συμβολίζουν δύο πράγματα: τὴν πίστι ποὺ ἔχουμε, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπο ποὺ ζοῦμε, τὴν ἀρετὴ ἢ τὴν κακία μας. Πῶς λοιπὸν κτίζουμε τὴ ζωή μας; Τὴν κτίζουμε μὲ τὶς πολύτιμες ἀρετές, ἢ μὲ τὰ πρόχειρα ξύλα καὶ χόρτα καὶ καλάμια, μὲ κακίες δηλαδὴ καὶ πονηρὲς πράξεις; Ὅποιος θέλει νὰ κτίσει μιὰ ἀληθινὴ πνευματικὴ ζωή, θὰ πρέπει νὰ κτίσει μὲ πολύτιμα ὑλικά, μὲ ἀρετὲς πλούσιες καὶ ἀγώνα πνευματικὸ σταθερό, ἐντατικὸ καὶ ποιοτικό.
Ἀντίθετα ὅποιος ἔχει ἐπιπολαιότητα, ἀδιαφορία, προχειρότητα, δημιουργεῖ μὲ εὐτελὴ ὑλικὰ μιὰ ἑτοιμόρροπη ἀχυροκαλύβα, ποὺ γεμίζει μὲ πάθη καὶ κακίες καὶ τελικὰ καταρρέει μπροστὰ στὶς δοκιμασίες καὶ τοὺς πειρασμοὺς ἢ κατακαίεται ἀπὸ τὴν φωτιὰ τῆς θείας δικαιοσύνης. Ἀκόμη δὲ πιο φοβερὸ καὶ σατανικὸ εἶναι τὸ νὰ καταστρέφει καὶ διαφθείρει κανεὶς ἀπὸ μόνος του τὸν πνευματικὸ ναὸ ποὺ ἔχει μέσα του. Νὰ τὸν γκρεμίζει μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀκολασίες του, οἱ ὁποῖες τὸν κατερημώνουν καὶ τὸν καταρρίπτουν. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ λυπεῖται καθὼς ἐκδιώκεται τότε ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ἐγκαταλείπει τὸν ναὸ ἔρημο, γιὰ νὰ κυριευθεῖ ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ δαιμόνια. Καὶ ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται τέμενος δαιμόνων, χειρότερος ἀπὸ στάβλο ἀλόγων ζώων.
Ἀδελφοί, ἂς ἀνακρίνουμε τὸν ἑαυτό μας: Γκρεμίζουμε ἢ κτίζουμε; Κι ἂς πάρουμε στὰ χέρια μας τὰ πνευματικὰ ἐργαλεῖα τῆς μετανοίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος, γιὰ νὰ προετοιμάσουμε τὸν ναὸ τῆς δικῆς μας ψυχῆς πρὶν μᾶς προλάβει ὁ θάνατος. Διότι τότε τὸ ἔργο τοῦ κτισίματος θὰ παρουσιασθεῖ φανερὰ σὲ ὅλους κατὰ τὴν Δευτέρα τοῦ Χριστοῦ Παρουσία. Τότε ὁ Θεὸς θὰ τὸ ξεσκεπάσει καὶ θὰ τὸ φανέρωσει. Ἀλλὰ καὶ θὰ τὸ ζυγίσει ἐπακριβῶς καὶ θὰ τὸ ἐκτιμήσει, καὶ ἀντιστοίχως θὰ μᾶς κατατάξει. «Στῶμεν καλῶς».
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τ καιρ κείν,  ­νγ­κα­σεν ­η­σος τος μα­θη­τς α­το μ­β­ναι ες τ πλο­ον κα προ­­γειν α­τν ες τ π­ραν, ­ως ο ­πο­λ­σ τος ­χλους. κα ­πο­λ­σας τος ­χλους ­ν­βη ες τ ­ρος κα­τ' ­δ­αν προ­σε­­ξα­σθαι. ­ψ­ας δ γε­νο­μ­νης μ­νος ν ­κε. τ δ πλο­ον ­δη μ­σον τς θα­λσ­σης ν, βα­σα­νι­ζ­με­νον ­π τν κυ­μ­των· ν γρ ­ναν­τ­ος ­νε­μος. τε­τρ­τ δ φυ­λα­κ τς νυ­κτς ­πλ­θε πρς α­τος ­η­σοῦς πε­ρι­πα­τν ­π τς θα­λσ­σης. κα ­δν­τες α­τν ο μα­θη­τα ­π τν θ­λασ­σαν πε­ρι­πα­τον­τα ­τα­ρ­χθη­σαν λ­γον­τες ­τι φν­τα­σμ ­στι, κα ­π το φ­βου ­κρα­ξαν. ε­θ­ως δ ­λ­λη­σεν α­τος ­η­σος λ­γων· Θαρ­σε­τε, ­γ ε­μι· μ φο­βε­σθε. ­πο­κρι­θες δ α­τ Πτρος ε­πε· Κριε, ε σ ε, κ­λευ­σν  με  πρς  σ  λ­θεν  ­π  τ ­δα­τα·    δ εἶ­πεν, λθ. κα κα­τα­βὰς ἀ­πὸ το πλο­ί­ου Πτρος πε­ρι­ε­πά­τη­σεν ἐ­πὶ τ ὕ­δα­τα ἐλ­θεῖν πρς τν Ἰ­η­σοῦν. βλέ­πων δ τν ἄ­νε­μον ἰ­σχυ­ρὸν ἐ­φο­βή­θη, κα ἀρ­ξά­με­νος κα­τα­πον­τί­ζε­σθαι ἔ­κρα­ξε λέ­γων· Κριε, σῶ­σόν με. εὐ­θέ­ως δ Ἰ­η­σοῦς ἐ­κτε­ί­νας τν χεῖ­ρα ἐ­πε­λά­βε­το αὐ­τοῦ κα λέ­γει αὐ­τῷ· Ὀ­λι­γό­πι­στε! ες τ ἐ­δί­στα­σας; κα ἐμ­βάν­των αὐ­τῶν ες τ πλοῖ­ον ἐ­κό­πα­σεν ὁ ἄ­νε­μος. ο δ ν τ πλο­ί­ῳ ἐλ­θόν­τες προ­σε­κύ­νη­σαν αὐ­τῷ λέ­γον­τες· Ἀ­λη­θῶς Θε­οῦ υἱ­ὸς ε. Κα δι­α­πε­ρά­σαν­τες ἦλ­θον ες τν γν Γεν­νη­σα­ρέτ.
      (Ματθ. ιδ΄[14] 22 – 34)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Κι ἀ­μέ­σως ὁ Ἰ­η­σοῦς, γιὰ νὰ μὴν πα­ρα­συρ­θοῦν οἱ μα­θη­τές του ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ τοῦ πλή­θους πού ἤ­θε­λε νὰ τὸν ἀ­να­κη­ρύ­ξει βα­σι­λιά, τοὺς ἀ­νάγ­κα­σε νὰ μποῦν στὸ πλοῖ­ο καὶ νὰ πε­ρά­σουν πρὶν ἀ­π' αὐ­τὸν στὸ ἀ­πέ­ναν­τι μέ­ρος τῆς λί­μνης, ὡ­σό­του αὐ­τὸς δι­α­λύ­σει τὰ πλή­θη τοῦ λαοῦ. Κι ἀφοῦ δι­έ­λυ­σε τ πλή­θη, ἀ­νέ­βη­κε στ βου­νὸ γι ν προ­σευ­χη­θεῖ μό­νος του. Κι ὅ­ταν βράδιασε κα­λά, ἦ­ταν μό­νος του ἐκεῖ. Τ πλοῖο ὅ­μως εἶ­χε προ­χω­ρή­σει πλέ­ον στ μέ­ση τῆς λί­μνης κα συν­τα­ρασ­σό­ταν ἀ­πὸ τ κύ­μα­τα. Δι­ό­τι ἦ­ταν ἀν­τί­θε­τος ὁ ἄ­νε­μος. Κα στ τε­λευ­ταῖ­ο τρί­ω­ρο τῆς νύ­χτας, ὅ­ταν τ τέ­ταρ­το τμῆ­μα τν σκο­πῶν πα­ρα­λαμ­βά­νει τ στρα­τι­ω­τι­κὴ φρου­ρά, ὁ Ἰ­η­σοῦς ἔ­φυ­γε ἀ­π' τ βου­νὸ κα ἦλ­θε πρς αὐ­τοὺς περ­πα­τών­τας πά­νω στ θά­λασ­σα, σν ν ἦ­ταν ἡ θά­λασ­σα στε­ριά. Ὅ­ταν λοι­πὸν τν εἶ­δαν οἱ μα­θη­τὲς ν περ­πα­τά­ει πά­νω στ θά­λασ­σα, τα­ρά­χθη­καν λέ­γον­τας ὅ­τι αὐ­τὸ πού ἔ­βλε­παν εἶ­ναι φάν­τα­σμα. Κι ἀπ’ τό φόβο τους ἔ­βγα­λαν κραυ­γή. Ἀ­μέ­σως ὅ­μως τος μί­λη­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς κα τος εἶ­πε: Ἔ­χε­τε θάρ­ρος, ἐγώ εἶ­μαι, μ φο­βά­στε. Τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Πέ­τρος: Κύ­ρι­ε, ἐ­ὰν εἶ­σαι ἐσύ, δῶ­σε μου ἐν­το­λὴ ν ἔλ­θω κον­τά σου περ­πα­τών­τας πά­νω στ νε­ρά. Ὁ Κύ­ριος τοῦ εἶ­πε: Ἔ­λα. Κα τό­τε ὁ Πέ­τρος κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τ πλοῖ­ο κα περ­πά­τη­σε πά­νω στ νε­ρὰ γι ν ἔλ­θει κον­τὰ στν Ἰ­ησοῦ. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν εἶ­δε τν ἀ­έ­ρα πό­σο δυ­να­τὸς ἦ­ταν, κλο­νί­στη­κε ἡ πί­στη του κα φο­βή­θη­κε, κα κα­θὼς ἄρ­χι­σε ν βου­λιά­ζει, φώ­να­ξε δυ­να­τά: Κύ­ρι­ε, σῶ­σε με, δι­ό­τι κιν­δυ­νεύ­ω ν πνι­γῶ. Ἀ­μέ­σως ὁ Ἰ­η­σοῦς ἅ­πλω­σε τ χέ­ρι του, τν ἔπιασε καί τοῦ εἶ­πε: Ὀ­λι­γό­πι­στε, για­τί δείλιασες; Κι ὅ­ταν ὁ Χρι­στὸς κα ὁ Πέ­τρος μπῆ­καν στ πλοῖ­ο, ἡ­σύ­χα­σε ὁ ἄ­νε­μος. Τό­τε ὅ­σοι ἦ­ταν ἤ­δη στ πλοῖ­ο ἦλ­θαν κα τν προ­σκύ­νη­σαν μ πολ­λὴ εὐ­λά­βεια λέ­γον­τας: Ἀ­λη­θι­νά, εἶ­σαι Υἱ­ὸς τοῦ Θεοῦ. Κι ἀφοῦ πέ­ρα­σαν ἀ­π' τ ἕ­να μέ­ρος τς λί­μνης στ ἄλ­λο, ἦλ­θαν στ χώ­ρα Γεν­νη­σα­ρέτ.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου