Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
   ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ I΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2016)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, ὁ Θε­ὸς ἡ­μᾶς τος ἀ­πο­στό­λους ἐ­σχά­τους ἀ­πέ­δει­ξεν, ς ἐ­πι­θα­να­τί­ους, ὅ­τι θέ­α­τρον ἐ­γε­νή­θη­μεν τ κό­σμῳ, κα ἀγ­γέ­λοις κα ἀν­θρώ­ποις. ἡ­μεῖς μω­ροὶ δι­ὰ Χρι­στόν, ὑ­μεῖς δ φρό­νι­μοι ν Χρι­στῷ· ἡ­μεῖς ἀ­σθε­νεῖς, ὑ­μεῖς δ ἰ­σχυ­ροί· ὑ­μεῖς ἔν­δο­ξοι, ἡ­μεῖς δ ἄ­τι­μοι. ἄ­χρι τς ἄρ­τι ὥ­ρας κα πει­νῶ­μεν κα δι­ψῶ­μεν κα γυ­μνη­τε­ύ­ο­μεν κα κο­λα­φι­ζό­με­θα κα ἀ­στα­τοῦ­μεν κα κο­πι­ῶ­μεν ἐρ­γα­ζό­με­νοι τας ἰ­δί­αις χερσ· λοι­δο­ρο­ύ­με­νοι εὐ­λο­γοῦ­μεν, δι­ω­κό­με­νοι ἀ­νε­χό­με­θα, βλα­σφη­μο­ύ­με­νοι πα­ρα­κα­λοῦ­μεν· ς πε­ρι­κα­θάρ­μα­τα το κό­σμου ἐ­γε­νή­θη­μεν, πάν­των πε­ρί­ψη­μα ἕ­ως ἄρ­τι. Οκ ἐν­τρέ­πων ὑ­μᾶς γρά­φω ταῦ­τα, ἀλ­λ' ὡς τέ­κνα μου ἀ­γα­πη­τὰ νου­θε­τῶ· ἐ­ὰν γρ μυ­ρί­ους παι­δα­γω­γοὺς ἔ­χη­τε ἐν Χρι­στῷ, ἀλ­λ' ο πολ­λοὺς πα­τέ­ρας· ν γρ Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ δι­ὰ το εὐ­αγ­γε­λί­ου ἐ­γὼ ὑ­μᾶς ἐ­γέν­νη­σα. πα­ρα­κα­λῶ ον ὑ­μᾶς, μι­μη­ταί μου γί­νε­σθε.
                                        (Α΄ Κορ. δ΄[4] 9 – 16 )
ΕΣΧΑΤΟΙ ΠΑΝΤΩΝ
ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ: «Ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους»
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει τὴν πολυτάραχη, ἐπικίνδυνη καὶ μαρτυρικὴ ζωὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἂς δοῦμε κι ἐμεῖς λοιπὸν ὅτι ἡ ζωὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἦταν ζωὴ θυσίας καὶ κακοπαθείας, καὶ μὲ ποιὸ τρόπο μποροῦμε νὰ τὴν μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς.
1. ΚΑΤΑΔΙΚΟΙ ΘΑΝΑΤΟΥ
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ εἶχαν τὸ ἔνδοξο, τιμητικὸ καὶ μοναδικὸ στὴν ἱστορία ἀποστολικὸ ἀξίωμα, στὰ μάτια πολλῶν ἀνθρώπων φαίνονταν ὡς τελευταῖοι καὶ ἀσήμαντοι. Ἄφησαν τὰ σπίτια τους καὶ τοὺς συγγενεῖς τους, χωρὶς νὰ πάρουν τίποτε μαζί τους ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχαν, τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς ἑξασφάλιζαν κάποιες ἀσήμαντες ἔστω ἀνέσεις στὴ ζωή τους. Καὶ ὤργωσαν ὅλη τὴν οἰκουμένη, τὴν ἔσπειραν μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐπότισαν μὲ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου μας, ὁ Ὁποῖος «οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η΄[8] 20), δὲν εἶχαν οὔτε σπίτι οὔτε ἐξασφαλισμένη διαμονή. Ταξίδευαν χωρὶς σταματημὸ σὲ ἄγνωστα μέρη καὶ ὁδοιποροῦσαν πεινασμένοι καὶ διψασμένοι, χωρὶς νὰ βρίσκουν πάντοτε φιλοξενία στὸ τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ τους. Μὰ κι ὅταν ἔβρισκαν τόπο νὰ μείνουν, κάποιοι Ἀπόστολοι ἐργάζονταν καὶ κοπίαζαν μὲ τὰ ἴδιά τους τὰ χέρια, γιὰ νὰ εἶναι ἀβαρεῖς καὶ νὰ ἔχουν τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἀνάγκες τους. Συχνὰ τοὺς κατεδίωκαν, κι αὐτοὶ περιφέρονταν κατατρεγμένοι ἀπὸ τόπο σὲ τόπο σὰν πλανόδιοι σκηνῖτες. Διότι δὲν ἔμεναν γιὰ πολὺ σὲ κάποιο τόπο, ἀλλὰ διαρκῶς περιπλανιόνταν ἐκτεθειμένοι στὴν πεῖνα, τὴν δίψα καὶ τὴν γυμνότητα, ἀλλὰ καὶ στὶς ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες: τὸν καύσωνα τοῦ καλοκαιριοῦ καὶ τὴν παγωνιὰ τοῦ χειμώνα, τὶς θύελλες καὶ τὶς νεροποντές, τις τρικυμίες καὶ τὰ ναυάγια. Στὰ μάτια τῶν ἀπίστων φαίνονταν σὰν καθάρματα καὶ σκουπίδια τοῦ κόσμου. Τοὺς περιφρονοῦσαν οἱ πολλοί, ἀλλὰ καὶ τοὺς θεωροῦσαν ὡς λοιμώδεις μάστιγες καὶ μολυσματικὲς ὑπάρξεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔπρεπε νὰ ἁπαλλαγοῦν για νὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ γῆ. Τὰ ἁγιότερα πρόσωπα διώκονταν ἀπὸ τὸν τυφλωμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κόσμο ὡς τὰ πλέον σιχαμερὰ ἀντικείμενα.
Κι αὐτοὶ περιφέρονταν στὶς πόλεις καὶ τὰ ἔθνη σὰν κατάδικοι καὶ μελλοθάνατοι. Δέχονταν συχνὰ ἐξευτελισμοὺς καὶ διαπομπεύσεις, εἰρωνεῖες καὶ χλευασμούς, χτυπήματα καὶ κακομεταχειρίσεις, καὶ τέλος, φρικτὸ καὶ μαρτυρικὸ θάνατο. Γι' αὐτὸ καὶ ἔγιναν θέαμα σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους, θέαμα στὶς πλατεῖες καὶ τὰ δικαστήρια, τὰ ἀμφιθέατρα καὶ τοὺς ἱπποδρόμους.
Ἐνῶ ὅμως οἱ ἐχθροὶ τους τοὺς ἐχλεύαζαν καὶ τοὺς περιφρονοῦσαν ὡς ἀνόητους καὶ ἄτιμους γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ κι ἐνῶ τοὺς ἔβριζαν μὲ σαρκασμὸ καὶ τοὺς κατεδίωκαν, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔδειχναν ἀνοχὴ καὶ ὑπομονή, καρτερία καὶ μεγαλεῖο ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος. Ἐνῶ τοὺς δυσφημοῦσαν καὶ τοὺς συκοφαντοῦσαν, αὐτοὶ τοὺς εὐλογοῦσαν, τοὺς ἀπαντοῦσαν μὲ λόγια γλυκὰ καὶ παρηγορητικά. Οἱ ἄλλοι τοὺς ὡδηγοῦσαν στὸ μαρτύριο, κι αὐτοὶ μὲ τὴν ἁγιότητά τους μεταμόρφωναν τοὺς δημίους τους σὲ πιστοὺς τοῦ Χριστοῦ καὶ μάρτυρες. Κι ἔτσι μὲ τὸν ἱδρῶτα τους, τὰ δάκρυά τους καὶ τὸ αἷμα τους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, μεταμόρφωσαν ὅλη τὴν οἰκουμένη.
2. ΜΙΜΗΤΑΙ ΤΟΥΣ
Ἀφοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀνέφερε ὅλα αὐτά, κατόπιν ὡς πνευματικὸς πατέρας καλεῖ τὰ παιδιά του νὰ τὸν μιμηθοῦν στὴ ζωὴ αὐτὴ τῆς θυσίας καὶ τοῦ μαρτυρίου, τῶν κακουχιῶν καὶ τῶν στερήσεων. Βέβαια στὶς ἡμέρες μας δὲν ἔχουμε ἐμεῖς διωγμὸ φανερὸ τῆς πίστεως. Σὲ τί λοιπὸν μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους;
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐγκατέλειψαν τὰ σπίτια τους καὶ τοὺς συγγενεῖς τους κι ἔζησαν μέσα σὲ στερήσεις καὶ κακοπάθειες. Ἐμεῖς τουλάχιστον νὰ ζοῦμε μὲ ἁπλότητα καὶ λιτότητα, χωρὶς νὰ κολλᾶ ἡ καρδιά μας στὰ πλούτη τοῦ κόσμου, τὶς ἀνέσεις καὶ πολυτέλειες. Ἐκεῖνοι ὁδοιποροῦσαν πεινασμένοι καὶ διψασμένοι, ἐμεῖς τουλάχιστον ἂς κάνουμε δύο βήματα ἀγάπης πρὸς τὸν πονεμένο, τὸν ἐνδεῆ, τὸν ἄρρωστο συνάνθρωπό μας. Ἐκεῖνοι ὑπέμειναν τὴν πεῖνα, τὴν δίψα, τὴν γυμνότητα, τὶς ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες. Ἐμεῖς τουλάχιστον νὰ ὑπομένουμε τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰ προβλήματα , τὶς ἀρρώστιες καὶ τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ἐκεῖνοι δέχονταν χλευασμοὺς καὶ περιφρονήσεις, ἐμεῖς νὰ βαστάζουμε τὶς εἰρωνεῖες καὶ τὴν περιθωριοποίηση τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνοι εὐλογοῦσαν ὅσους τοὺς καταριόνταν, ἐμεῖς νὰ δείχνουμε τουλάχιστον ἀνοχὴ καὶ ὑπομονὴ σ᾿ ὅσους μᾶς ταλαιπωροῦν, μᾶς ἀδικοῦν ἢ μᾶς ἀναστατώνουν μὲ τὰ λόγια τους, τις ἰδιοτροπίες τους καὶ τὴ ζωή τους.
Ἀδελφοί, ὅλοι μας ὀφείλουμε νὰ ζοῦμε μὲ ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα βίου, ὥστε νὰ μὴ βλασφημεῖται ἐξαιτίας μας τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ δοξάζεται ὄχι τόσο μὲ τὰ λόγια μας ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ παράδειγμά μας. Ὁ ἅγιος Θεὸς μᾶς ζητεῖ κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ὄχι ἁπλῶς νὰ δείχνουμε τὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στοὺς οὐρανούς, ἀλλὰ νὰ προπορευόμαστε σ' αὐτὴ μὲ τὴν ἁγία ζωή μας καὶ τὸν λόγο τῆς πίστεως.
 (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄν­θρω­πός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ γο­νυ­πε­τῶν αὐ­τὸν κα λέ­γων· Κριε, ἐ­λέ­η­σόν μου τν υἱ­όν, ὅ­τι σε­λη­νι­ά­ζε­ται κα κα­κῶς πά­σχει· πολ­λά­κις γρ πί­πτει ες τ πρ κα πολ­λά­κις ες τ ὕ­δωρ. κα προ­σή­νεγ­κα αὐ­τὸν τος μα­θη­ταῖς σου, κα οκ ἠ­δυ­νή­θη­σαν αὐ­τὸν θε­ρα­πεῦ­σαι.  ἀ­πο­κρι­θεὶς  δ   Ἰ­η­σοῦς  εἶ­πεν·   γε­νε­ὰ  ἄ­πι­στος  κα διεστραμ­μέ­νη! ἕ­ως πό­τε ἔ­σο­μαι με­θ' ὑ­μῶν; ἕ­ως πό­τε ἀ­νέ­ξο­μαι ὑ­μῶν; φέ­ρε­τέ μοι αὐ­τὸν ὧ­δε. κα ἐ­πε­τί­μη­σεν αὐ­τῷ Ἰ­η­σοῦς, κα ἐ­ξῆλ­θεν ἀ­π' αὐ­τοῦ τ δαι­μό­νι­ον κα ἐ­θε­ρα­πε­ύ­θη ὁ πας ἀ­πὸ τς ὥ­ρας ἐ­κε­ί­νης. Ττε προ­σελ­θόν­τες ο μα­θη­ταὶ τ Ἰ­η­σοῦ κα­τ' ἰ­δί­αν εἶ­πον· Δι­α­τί ἡ­μεῖς οκ ἠ­δυ­νή­θη­μεν ἐκ­βα­λεῖν αὐ­τό; δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Δι­ὰ τν ἀ­πι­στί­αν ὑ­μῶν. ἀ­μὴν γρ λέ­γω ὑ­μῖν, ἐ­ὰν ἔ­χη­τε πί­στιν ς κόκ­κον σι­νά­πε­ως, ἐ­ρεῖ­τε τ ὄ­ρει το­ύ­τῳ, με­τά­βη­θι ἐν­τεῦ­θεν ἐ­κεῖ, κα με­τα­βή­σε­ται· κα οὐ­δὲν ἀ­δυ­να­τή­σει ὑ­μῖν. τοῦ­το δ τ γέ­νος οκ ἐκ­πο­ρε­ύ­ε­ται ε μ ν προ­σευ­χῇ κα νη­στε­ί­ᾳ. Ἀ­να­στρε­φο­μέ­νων δ αὐ­τῶν ες τν Γα­λι­λα­ί­αν εἶ­πεν αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς· Μλλει υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που πα­ρα­δί­δο­σθαι ες χεῖ­ρας ἀν­θρώ­πων κα ἀ­πο­κτε­νοῦ­σιν αὐ­τόν, κα τ τρί­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­γερ­θή­σε­ται.
                          (Ματθ. ιζ΄[17] 14 – 23 )
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)

          Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ­πλη­σί­α­σε τὸν Ἰησοῦ ἕ­νας ἄν­θρω­πος, γο­νά­τι­σε μπρο­στά του κι ἔ­λε­γε: Κύ­ρι­ε, λυ­πή­σου κα σπλα­χνί­σου τ παι­δί μου, δι­ό­τι σε­λη­νι­ά­ζε­ται κα ὑ­πο­φέ­ρει ἄ­σχη­μα, ἀλλά κα κιν­δυ­νεύ­ει τν ἔ­σχα­το κίν­δυ­νο. Δι­ό­τι πολ­λὲς φο­ρὲς πέ­φτει στ φω­τιά, κα πολ­λὲς φο­ρὲς στ νε­ρό, κα κιν­δυ­νεύ­ει ἔ­τσι ν κα­εῖ ν πνι­γεῖ. Κα τν ἔ­φε­ρα στος μα­θη­τές σου, ἀλλά δν μπό­ρε­σαν ν τν θε­ρα­πεύ­σουν.  Ὁ Ἰ­η­σοῦς τό­τε ἀ­πο­κρί­θη­κε: γε­νιὰ πού τό­σα θαύ­μα­τα εἶ­δες κα εἶ­σαι ἀ­κό­μη ἄ­πι­στη, κι ἀ­π' τν κα­κί­α σου εἶ­σαι δι­ε­στραμ­μέ­νη! Ἕ­ως πό­τε θ εἶ­μαι μα­ζί σας; Ἕ­ως πό­τε θ σς ἀ­νέ­χο­μαι; Φέρ­τε τόν μου ἐ­δῶ. Τό­τε τν ἐ­πέ­πλη­ξε ὁ Ἰησοῦς κα βγῆ­κε ἀ­π' αὐ­τὸν τ δαι­μό­νιο κα θε­ρα­πεύ­θη­κε τ παι­δὶ ἀ­π' τν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη. Τό­τε οἱ μα­θη­τὲς πλη­σί­α­σαν ἰ­δι­αι­τέ­ρως τν Ἰ­η­σοῦ κα τοῦ εἶ­παν: Για­τί ἐμεῖς  δν μπο­ρέ­σα­με ν βγά­λου­με τ δαι­μό­νιο αὐ­τό; Κα ὁ Κύ­ριος τούς εἶ­πε: Ἐ­πει­δὴ σς λεί­πει ἡ πί­στη. Δι­ό­τι ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­ω, ἐ­ὰν ἔ­χε­τε πί­στη θερ­μὴ κα δυ­να­τὴ σν τ μι­κρὸ σπό­ρο το σι­να­πι­οῦ, θά πεῖτε στ βου­νὸ αὐ­τό, πή­γαι­νε ἀ­πὸ ἐ­δῶ ἐκεῖ, κα θ με­τα­κι­νη­θεῖ. Κα τί­πο­τε δν θ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το σ σς. Αὐ­τὸ ὅ­μως τ εἶ­δος τν δαι­μό­νων δν βγαί­νει ἀ­πὸ τν ἄν­θρω­πο πού ἔ­χει κα­τα­λη­φθεῖ ἀ­πὸ αὐ­τό, πα­ρὰ μό­νο μ προ­σευ­χὴ πού συ­νο­δεύ­ε­ται κα μ νη­στεί­α, ὥ­στε ἢ προ­σευ­χὴ ν γί­νε­ται μ δι­ά­νοι­α ὅ­σο δυ­να­τὸν ἐ­λα­φρό­τε­ρη κα πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­ση­λω­μέ­νη στ Θε­ό. Κι ἐ­νῶ αὐτοί πε­ρι­ό­δευ­αν στ Γα­λι­λαία , τος εἶ­πε ὁ Ἰ­η­σοῦς: Ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου πρό­κει­ται ν πα­ρα­δο­θεῖ πο­λὺ σύν­το­μα σ χέ­ρια ἀν­θρώπων, κα θ τν θα­να­τώ­σουν, κα τν τρί­τη ἡ­με­ρα ἀ­πὸ τν θά να­τό του θ ἀ­να­στη­θεῖ. Κα οἱ μα­θη­τὲς λυ­πή­θη­καν πά­ρα πο­λύ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου