Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ IA΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(4 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, ἡ σφρα­γὶς τῆς ἐ­μῆς ἀ­πο­στο­λῆς ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ. Ἡ ἐ­μὴ ἀ­πο­λο­γί­α τοῖς ἐ­μὲ ἀ­να­κρί­νου­σιν αὕ­τη ἐ­στί. Μὴ οὐκ ἔ­χο­μεν ἐ­ξου­σί­αν φα­γεῖν καὶ πι­εῖν; Μὴ οὐκ ἔ­χο­μεν ἐ­ξου­σί­αν ἀ­δελ­φὴν γυ­ναῖ­κα πε­ρι­ά­γειν, ὡς καὶ οἱ λοι­ποὶ ἀ­πό­στο­λοι καὶ οἱ ἀ­δελ­φοὶ τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Κη­φᾶς; Ἤ μό­νος ἐ­γὼ καὶ Βαρ­νά­βας οὐκ ἔ­χο­μεν ἐ­ξου­σί­αν τοῦ μὴ ἐρ­γά­ζε­σθαι; Τίς στρα­τε­ύ­ε­ται ἰ­δί­οις ὀ­ψω­νί­οις πο­τέ; Τίς φυ­τε­ύ­ει ἀμ­πε­λῶ­να καὶ ἐκ τοῦ καρ­ποῦ αὐ­τοῦ οὐκ ἐ­σθί­ει; Ἤ τίς ποι­μα­ί­νει πο­ί­μνην καὶ ἐκ τοῦ γά­λα­κτος τῆς πο­ί­μνης οὐκ ἐ­σθί­ει; Μὴ κα­τὰ ἄν­θρω­πον ταῦ­τα λα­λῶ; Ἤ οὐ­χὶ καὶ ὁ νό­μος ταῦ­τα λέ­γει; Ἐν γὰρ τῷ Μω­σέ­ως νό­μῳ γέ­γρα­πται· «Οὐ φι­μώ­σεις βοῦν ἀ­λο­ῶν­τα». Μὴ τῶν βο­ῶν μέ­λει τῷ Θε­ῷ; Ἤ δι᾿ ἡ­μᾶς πάν­τως λέ­γει; Δι᾿ ἡ­μᾶς γὰρ ἐ­γρά­φη, ὅ­τι ἐπ᾿ ἐλ­πί­δι ὀ­φε­ί­λει ὁ ἀ­ρο­τρι­ῶν ἀ­ρο­τρι­ᾶν, καὶ ὁ ἀ­λο­ῶν τῆς ἐλ­πί­δος αὐ­τοῦ με­τέ­χειν ἐπ᾿ ἐλ­πί­δι. Εἰ ἡ­μεῖς ὑ­μῖν τὰ πνευ­μα­τι­κὰ ἐ­σπε­ί­ρα­μεν, μέ­γα εἰ ἡ­μεῖς ὑ­μῶν τὰ σαρ­κι­κὰ θε­ρί­σο­μεν; Εἰ ἄλ­λοι τῆς ἐ­ξου­σί­ας ὑ­μῶν με­τέ­χου­σιν, οὐ μᾶλ­λον ἡ­μεῖς; Ἀλλ᾿ οὐκ ἐ­χρη­σά­με­θα τῇ ἐ­ξου­σί­ᾳ τα­ύ­τῃ, ἀλ­λὰ πάν­τα στέ­γο­μεν, ἵ­να μὴ ἐγ­κο­πήν τι­να δῶ­μεν τῷ εὐ­αγ­γε­λί­ῳ τοῦ Χρι­στοῦ. 
                                             (Α΄Κορινθ. θ΄[9] 2 – 12)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ
1. ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΙΨΗ
Στὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπολογεῖται σὲ κάποιους Κορινθίους ποὺ ἀμφισβητοῦ­σαν τὸ ἀποστολικό του ἀξίωμα. Λέει λοι­πόν: Ἡ σφραγίδα μὲ τὴν ὁποία πιστο­ποι­εῖται τὸ ἀποστολικό μου ἀξίωμα, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου εἶστε ἐσεῖς τοὺς ὁποίους ὁδήγησα στὸν Χριστό. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶμαι κι ἐγὼ Ἀπόστολος σὰν τοὺς ἄλ­λους Ἀποστόλους, ρωτῶ: Δὲν ἔχω κι ἐγὼ καὶ οἱ συνεργάτες μου τὸ δικαίω­μα νὰ τρεφόμαστε ἀπ’ αὐτὰ ποὺ μᾶς προσ­φέρουν οἱ μαθητές μας; Δὲν ἔχου­με κι ἐμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουμε μα­ζί μας στὶς περιοδεῖες μας κάποια ἀ­­­­δελ­φὴ γιὰ νὰ μᾶς διακονεῖ, ὅπως κάνουν καὶ οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι; Ἢ μήπως μόνο ἐγὼ κι ὁ Βαρνάβας πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε βιοποριστικά,­ γιὰ νὰ καλύπτουμε τὰ ἔξοδά μας;
Εἴμαστε στρατιῶτες τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ ἀ­γωνιζό­μαστε γιὰ τὴν ἐξά­πλωση τῆς ­Βα­­σι­λείας του. Ποιὸς παίρ­νει μέρος σὲ ἐκ­­στρα­τεῖες μὲ δικά του ἔξοδα; Εἴμαστε­ ἀμπε­λουργοὶ ποὺ καλ­­λιεργοῦμε τὸ πνευ­­μα­τικὸ ἀμπέλι τοῦ Χριστοῦ. Ποιὸς φυτεύει ἀμπέλι καὶ δὲν τρώει ἀπὸ τὸν καρπό του; Εἴμαστε οἱ ποιμένες σας, κι ἐσεῖς εἶστε τὰ λογικὰ πρό­βατά μας. Ποιὸς φροντίζει ἕνα κοπάδι, καὶ δὲν πίνει ἀπὸ τὸ γάλα τοῦ ποιμνίου αὐ­τοῦ;
Γιατί ὅμως τὰ γράφει ὅλα αὐτὰ ὁ ἀπόστολος­­ Παῦλος; Διότι­ κά­ποιοι Κορίνθιοι ἀντὶ νὰ ἐκτι­μοῦν τὴν αὐ­­ταπάρ­­­νηση­ καὶ τὴν ἀνι­διοτέ­λειά του, ἔψα­χναν ἀφορμὴ νὰ τὸν κατηγορήσουν. Κι ἰσχυ­ρίζον­ταν ὅτι αὐ­τὸς δὲν δεχόταν χρήματα καὶ ἄλλα­ ἀγα­­­θὰ ἀπὸ τοὺς πιστούς, ὅ­­­­πως ἔκα­ναν οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, διό­τι δὲν αἰσ­θανόταν ὁ ἴδιος ἴσος μὲ τοὺς Ἀ­­­­ποστό­λους. Γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος ἀνα­γ­κάζεται νὰ διακηρύξει τὴ γνησιότητα τοῦ ἀπο­στολικοῦ του ἀξιώματος. Ταυ­τό­χρονα­ ὅμως μέ­σα ἀπὸ τὴν ἀπολογία του αὐ­­­­­τὴ φανερώνει ἐμμέσως τὴν ἀχα­ρι­στία καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ ἀντι­με­τώπιζε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μὲ τό­­ση αὐ­­ταπάρνηση ὑπηρέτησε. Αὐτὸς τοὺς ἔδωσε τὰ πάντα, κι αὐτοὶ τὸν ἀμφι­σ­βη­­τοῦσαν. Αὐτὸς ἐργάστηκε ἀνάμεσά τους τόσα χρόνια, χωρὶς νὰ τοὺς ζητήσει οὔτε ἕνα κομμά­τι ψωμί· κι ὅμως ­αὐ­τοὶ ἐκμεταλλεύτη­καν κι αὐτὸ ἀκόμη τὸ γεγονὸς γιὰ νὰ τὸν συκοφαντήσουν.
Ἂς διδαχθοῦμε λοιπὸν ὅλοι μας ἀπὸ ὅλα αὐτά. Διότι ἐὰν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀντιμετώπισε τόση ἀχαριστία καὶ περιφρόνηση, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς εἶ­­ναι πιθανὸν νὰ ἀντιμετωπίσουμε τέτοιου εἴδους πειρασμούς; Νὰ μᾶς δείξουν δηλαδὴ ἀχαριστία, νὰ μᾶς ἀδι­κή­σουν καὶ νὰ μᾶς ἀπορρίψουν ἀκόμη καὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ τοὺς εὐεργε­τή­σαμε· κάποτε­ καὶ συγγενι­κά μας πρόσω­πα­ καὶ πο­­λὺ ἀ­­­­γα­­­πητά. Εἶναι βέ­­βαια πο­­­­­­­­λὺ με­­­γάλος τέτοιος­ πει­ρα­σμὸς καὶ δύ­­σκο­λος­ ὁ ἀ­­­­­γώ­νας. Πρέ­πει ὅμως κι ἐ­­­­­μεῖς, ὅπως ὁ ἀπό­στο­­λος Παῦλος, νὰ μά­θου­με νὰ σηκώνου­με­­ τέτοιους ­μεγάλους σταυ­ρούς, ὅ­­­­ταν τοὺς ἐπιτρέψει ὁ Θε­ός, χω­ρὶς γογγυσμοὺς καὶ πικρίες ἀλ­­λὰ μὲ ὑπο­μονὴ καὶ ταπείνωση.
2. ΕΚΟΥΣΙΑ ΠΤΩΧΕΙΑ
Στὴ συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος τεκμηριώνει τὸ δικαίωμα τῶν ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου νὰ τρέφονται ἀπὸ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν, μὲ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Λέει λοιπόν: Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω μήπως δὲν τὰ γράφει καὶ ὁ Νόμος; Εἶναι γραμμένο στὸ Μωσαϊκὸ Νόμο τὸ ἑξῆς: Δὲν θὰ κλείσεις μὲ φίμωτρο τὸ στόμα τοῦ βοδιοῦ ποὺ ἁλωνίζει. Καὶ ρωτᾶ: Μήπως γιὰ τὰ βόδια νοιάζεται ὁ Θεός; Γιὰ μᾶς τὰ λέει! Διότι γιὰ μᾶς τοὺς πνευματικοὺς ἐρ­γάτες ἔχει γραφεῖ ὅτι ὁ γεωργὸς ὀφείλει νὰ καλλιεργεῖ τὴ γῆ μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀπολαύσει καὶ τὴ σοδειά. Κι ἐκεῖνος ποὺ ἁλωνίζει, ­πρέπει νὰ ἀπολαύσει καὶ τὸν καρπὸ ποὺ μὲ ἐλπίδα περιμένει νὰ ἀποκτήσει.
Ἔτσι κι ἐμεῖς, συνεχίζει ὁ θεῖος Παῦ­λος, ὑπήρξαμε ἀνάμεσά σας πνευ­μα­τικοὶ καλλιεργητές. Ἐὰν λοιπὸν ἐμεῖς σπείραμε στὶς καρδιές σας τὸν πνευ­μα­τικὸ σπόρο τῆς ἀλήθειας καὶ σᾶς μεταδώσαμε πνευματικὰ χαρίσματα, σᾶς φαίνεται πολύ, ἂν θερίσουμε κάποια ὑλικὰ ἀγαθά σας; Κι ἂν ἄλλοι χρη­σιμοποιοῦν τὰ δικαιώματα ποὺ τοὺς δίνει ὁ Nόμος, δὲν δικαιούμαστε νὰ τὸ κάνουμε αὐτὸ πολὺ περισσότερο καὶ ἐμεῖς; Ἐμεῖς ὅμως δὲν κάναμε χρήση τῶν δικαιωμάτων μας αὐτῶν. Ἀλλὰ ὑ­­­ποφέρουμε κάθε εἴδους στερήσεις, γιὰ νὰ μὴ βάλουμε τὸ παραμικρὸ ἐμπόδιο στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.
Μᾶς προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἐντύπωση ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐνῶ τεκμηριώνει τὸ δικαίωμα τῶν ἐργατῶν τοῦ Εὐ­αγγελίου νὰ ζοῦν ἀπὸ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν, στὴ συνέχεια τονίζει ὅτι ὁ ἴδιος δὲν ἔκανε ποτὲ χρήση τοῦ δικαι­ώματός του. Ἐνῶ εἶχε κάθε δικαίωμα νὰ δέχεται τὴν τροφή του ἀπὸ τοὺς πι­­στοὺς ποὺ θὰ τὸν φιλοξενοῦσαν, σύμφωνα μὲ τὴν ὁδηγία τοῦ Κυρίου, αὐτὸς γιὰ νὰ ὠφελήσει περισσότερο τοὺς πιστοὺς δὲν ἐπιβάρυνε κανένα, ἀλλὰ ἐρ­­γαζόταν μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια. Προτί­μησε νὰ ζεῖ μέσα σὲ στερήσεις καὶ ἀ­ν­­έχεια, καὶ ὑπέφερε συχνὰ ἀπὸ πείνα καὶ δίψα καὶ γυμνότητα, προκειμένου νὰ μὴν ἐπιβαρύνει κανένα.
Μὲ τὴ στάση του αὐτὴ ὁ ἅγιος Ἀπό­στολος μᾶς ἔδωσε ἕνα πολὺ μεγάλο μάθημα: ὅτι οἱ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου ἀλλὰ καὶ γενικότερα ὅλοι οἱ πιστοὶ θὰ πρέπει νὰ ζοῦμε μιὰ ζωὴ μετρημένη καὶ φτωχική, συνετὴ καὶ ἁπλή. Νὰ μὴν ἐπιδιώκουμε μὲ πλεονεξία τὰ ὑλικὰ ἀ­­­γαθά, ἀλλὰ νὰ ζοῦμε μὲ λιτότητα, ἀκό­­μη κι ὅταν μποροῦμε νὰ ζήσουμε μὲ ἀνέσεις καὶ πλούτη. Αὐτὸ εἶναι τὸ φρό­­νημα καὶ τὸ βίωμα ὅλων τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκ­­­κλησίας μας. Βίωμα ἀσκήσεως καὶ με­τρη­μένης ζωῆς. Ἂς τοὺς μιμηθοῦμε λοι­πὸν κι ἐμεῖς. Μιὰ ἁπλὴ καὶ μετρη­μένη­ ζωὴ ἔχει νὰ προσφέρει μεγάλη πνευ­ματι­κὴ οἰκοδομὴ καὶ ἀνυπολόγι­στα πνευ­ματικὰ ἀγαθὰ καὶ σὲ μᾶς καὶ στοὺς γύρω μας.
  (Περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ  
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος τήν πα­ρα­βο­λήν ταύ­την· Ὡ­μοι­ώ­θη ἡ βα­σι­λε­ί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν ἀν­θρώ­πῳ βα­σι­λεῖ, ὃς ἠ­θέ­λη­σε συ­νᾶ­ραι λό­γον με­τὰ τῶν δού­λων αὐ­τοῦ. Ἀρ­ξα­μέ­νου δὲ αὐ­τοῦ συ­να­ί­ρειν, προ­ση­νέ­χθη αὐ­τῷ εἷς ὀ­φει­λέ­της μυ­ρί­ων τα­λάν­των. Μὴ ἔ­χον­τος δὲ αὐ­τοῦ ἀ­πο­δοῦ­ναι, ἐ­κέ­λευ­σεν αὐ­τὸν ὁ κύ­ρι­ος αὐ­τοῦ πρα­θῆ­ναι καὶ τὴν γυ­ναῖ­κα αὐ­τοῦ, καὶ τὰ τέ­κνα, καὶ πάν­τα ὅ­σα εἶ­χε, καὶ ἀ­πο­δο­θῆ­ναι. Πε­σὼν οὖν ὁ δοῦ­λος προ­σε­κύ­νει αὐ­τῷ, λέ­γων· Κύριε, μα­κρο­θύ­μη­σον ἐπ᾿ ἐ­μοὶ καὶ πάν­τα σοι ἀ­πο­δώ­σω. Σπλαγ­χνι­σθεὶς δὲ ὁ κύ­ρι­ος τοῦ δο­ύ­λου ἐ­κε­ί­νου, ἀ­πέ­λυ­σεν αὐ­τὸν, καὶ τὸ δά­νει­ον ἀ­φῆ­κεν αὐ­τῷ.  ­ξελ­θὼν δὲ δοῦ­λος ­κεῖ­νος, εὗ­ρεν ­να τῶν συν­δο­­λων αὐ­τοῦ, ὃς ­φει­λεν αὐ­τῷ ­κα­τὸν δη­νά­ρι­α, καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν ­πνι­γε λέ­γων· ­πό­δος μοι εἴ τι ­φε­­λεις. Πε­σὼν οὖν σύν­δου­λος αὐ­τοῦ εἰς τοὺς πό­δας αὐ­τοῦ, πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν, λέ­γων· Μα­κρο­θύ­μη­σον ἐπ᾿ ­μοὶ, καὶ ­πο­δώ­σω σοι. δὲ οὐκ ­θε­λεν, ἀλ­λὰ ­πελ­θὼν, ­βα­λεν αὐ­τὸν εἰς φυ­λα­κὴν ­ως οὗ ­πο­δῷ τὸ ­φει­λό­με­νον. ᾿Ι­δόν­τες δὲ οἱ σύνδου­λοι αὐ­τοῦ τὰ γε­νό­με­να, ­λυ­πή­θη­σαν σφό­δρα· καὶ ἐλ­θόν­τες δι­ε­σά­φη­σαν τῷ κυ­ρί­ αὐ­τῶν πάν­τα τὰ γε­νό­με­να. Τότε προ­σκα­λε­σά­με­νος αὐ­τὸν κύ­ρι­ος αὐ­τοῦ, λέ­γει αὐ­τῷ· Δοῦ­λε πο­νη­ρέ, πᾶ­σαν τὴν ­φει­λὴν ­κε­­νην ­φῆ­κά σοι, ­πεὶ πα­ρε­κά­λε­σάς με· οὐκ ­δει καὶ σὲ ­λε­­σαι τὸν σύν­δου­λόν σου, ὡς καὶ ­γώ σε ­λέ­η­σα; Καὶ ὀρ­γι­σθεὶς κύ­ρι­ος αὐ­τοῦ, πα­ρέ­δω­κεν αὐ­τὸν τοῖς βα­σα­νι­σταῖς ­ως οὗ ­πο­δῷ πᾶν τὸ ­φει­λό­με­νον αὐ­τῷ. Οὕ­τω καὶ Πα­τήρ μου ­που­ρά­νι­ος ποι­­σει ­μῖν, ­ὰν μὴ ­φῆ­τε ­κα­στος τῷ ­δελ­φῷ αὐ­τοῦ ­πὸ τῶν καρ­δι­ῶν ­μῶν, τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα αὐ­τῶν.        
    (Ματθ. ιη΄[18] 23 - 35)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ὁ Κύ­ριος εἶ­πε τήν πιό κά­τω πα­ρα­βο­λή: Ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν μοιά­ζει μ' ἕ­ναν ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λιά, πού θέ­λη­σε ν τοῦ ἀ­πο­δώ­σουν λο­γα­ρια­σμὸ οἱ δοῦ­λοι κα αὐ­λι­κοί του, στος ὁ­ποί­ους εἶ­χε ἀ­να­θέ­σει τ δι­α­χεί­ρι­ση τν φό­ρων κα τν εἰ­σπρά­ξε­ών του. Κι ὅ­ταν αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε ν κά­νει τ λο­γα­ρια­σμό, τοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­να χρε­ώ­στη, ὁ ὁ­ποῖ­ος χρω­στοῦ­σε δέ­κα χι­λιά­δες τά­λαν­τα, δη­λα­δὴ ἕ­να ἀ­μύ­θη­το πο­σό. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως αὐ­τὸς δν εἶ­χε ν πλη­ρώ­σει, δι­έ­τα­ξε ὁ Κύ­ριος ν που­λη­θεῖ κι αὐ­τὸς κα ἡ γυ­ναί­κα του κα τ παι­διά του κι ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε, κα ν πλη­ρω­θεῖ τ χρέ­ος. Ἔ­πε­σε λοι­πὸν κα­τα­γῆς ὁ δοῦ­λος κα τν προ­σκυ­νοῦ­σε λέ­γον­τας: Κύ­ρι­ε, δῶ­σ' μου λί­γο χρό­νο ἀ­κό­μη, κι ὅ­λα ὅ­σα χρω­στῶ θ σοῦ τ πλη­ρώ­σω. Τό­τε ὁ κύ­ριός του τν λυ­πή­θη­κε κα αἰ­σθάν­θη­κε συμ­πά­θεια γι' αὐ­τόν, κι ἔ­τσι τν ἄ­φη­σε ἐ­λεύ­θε­ρο, τοῦ χά­ρι­σε μά­λι­στα κα τ δά­νει­ο. Ὅ­ταν ὅ­μως βγῆ­κε ἔ­ξω ὁ δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος, βρῆ­κε ἕ­ναν ἀ­πό τους συν­δού­λους του πού τοῦ χρώ­στα­γε ἑ­κα­τὸ δη­νά­ρια, δη­λα­δὴ ἕ­να μι­κρὸ πο­σό. Κι ἀ­φοῦ τν στα­μά­τη­σε, τν πί­ε­ζε σκλη­ρὰ λέ­γον­τας: Ἐ­ξό­φλη­σέ μου ,τι μοῦ χρω­στᾶς. Ἔ­πε­σε λοι­πὸν στ πό­δια του ὁ σύν­δου­λός του κα τν πα­ρα­κα­λοῦ­σε λέ­γον­τας: Πε­ρί­με­νέ με καί δῶ­σ' μου μι πα­ρά­τα­ση χρό­νου, κα θ σ πλη­ρώ­σω. Αὐ­τὸς ὅ­μως δν ἤ­θε­λε, ἀλ­λά πῆ­γε στ δι­κα­στή­ριο κα τν ἔ­ρι­ξε στ φυ­λα­κή, μέ­χρι ν πλη­ρώ­σει ,τι χρω­στοῦ­σε.
Ὅ­ταν ὅ­μως εἶ­δαν οἱ ἄλ­λοι σύν­δου­λοί του αὐ­τά πού ἔ­γι­ναν, λυ­πή­θη­καν πο­λύ. Κι ἀ­φοῦ ἦλ­θαν στν κύ­ριό τους, τοῦ δι­η­γή­θη­καν ὅ­λα ὅ­σα συ­νέ­βη­σαν. Τό­τε ὁ κύ­ριός του τν προ­σκά­λε­σε κα τοῦ εἶ­πε: Δοῦ­λε πο­νη­ρέ, ὅ­λο τ χρέ­ος ἐ­κεῖ­νο, τ τό­σο με­γά­λο, σοῦ τ χά­ρι­σα, ἐ­πει­δὴ μ πα­ρα­κά­λε­σες. Δν ἔ­πρε­πε κα σ ν λυ­πη­θεῖς κα ν σπλα­χνι­σθεῖς τ σύν­δου­λό σου, ὅ­πως κι ἐ­γώ σέ λυ­πή­θη­κα κα σοῦ ἔ­δει­ξα ἔ­λε­ος, ν κα δν εἶ­μαι σύν­δου­λός σου ἄλ­λα κύ­ριος σου; Κα ὀρ­γι­σμέ­νος ὁ κύ­ριός του τν πα­ρέ­δω­σε σ' αὐ­τοὺς πού βα­σα­νί­ζουν τος φυ­λα­κι­σμέ­νους, γι ν τν τι­μω­ροῦν μέ­χρι ν ἐ­ξο­φλή­σει ὅ­λα ὅ­σα χρω­στοῦ­σε.
Ἔ­τσι θ κά­νει σ σς καἐ­που­ρά­νιος Πα­τέ­ρας μου, στν ὁ­ποῖ­ο λό­γω τν ἀ­να­ρίθ­μητων ἁ­μαρ­τι­ῶν σας εἶ­στε χρε­ῶ­στες ἀ­να­ρίθ­μη­του χρέ­ους, ἐ­ὰν δν συγ­χω­ρή­σε­τε ὁ κα­θέ­νας σας τν ἀ­δελ­φό του ὄ­χι μ τ στό­μα σας μό­νο ἀλ­λά ἀ­πὸ τν καρ­διά σας.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου