Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ


20 Σεπτεμβρίου

γίου Μάρτυρος Εσταθίου

 


Εὐστάθιον βοῦς παγγενῆ χαλκοῦς φλέγει,
Καὶ παγγενῆ σὺ τοῦ Θεοῦ σῴζεις Λόγε.
Εἰκάδι Εὐστάθιος γενεῇ ἅμα βοῒ καύθη.
.

 

καλλίνικος Μεγαλομάρτυρας Εστάθιος ἦταν Στρατηλάτης στὴν Ρώμη τν ποχὴ το Τραϊανο τ 98 μ.Χ. ταν νομαστς κα πιφανς γιὰ τς νίκες του στος πολέμους κα γιὰ τ ξοχα κα μεγάλα ἀνδραγαθήματά του.

Κατάγονταν ἀπὸ εγενες γονεῖς ρκετ πλούσιους. Πρν βαπτισθε χριστιανὸς νομαζόταν Πλακίδας. κτς π τς στρατιωτικς ἀρετές ποὺ τν διέκριναν, ἦταν γκρατής, σώφρων, φιλοδίκαιος, λεήμων κα γενικ νάρετος.

Εχε δύο ρρενα τέκνα, τ ποῖα σ᾿ ὅλα μοιαζαν μ᾿ αὐτν κα στὰ σωματικ κα στὰ πνευματικ χαρίσματα. σύζυγός του νάρετη κα ατ νομαζόταν Τατιανή. Στὸν καιρὸ τς ερήνης γιὰ νὰ μὴ συνηθίζει ὁ στρατς στν νανδρεία κα κνηρία, γύμναζε τοὺς στρατιτες στ κυνήγι διαφόρων ζώων.

Μία μέρα πο εχε βγε γιὰ κυνήγι μὲ τος στρατιτες του κα κυνηγοῦσε πεγνωσμένα ν πιάσει μία λαφίνα, βλέπει ὅτι στ μέσο τν κεράτων της πρχε λαμπρς σταυρς μ τν Κύριο ἡμν ησοῦ Χριστὸ σταυρωμένο.

κουσε ττε μιὰ φων ν λέει: «Διατί, ὦ Πλακίδα, μὲ διώκεις; γ εμαι ὁ Χριστός, τν ποον δν ξεύρεις κα τιμς μὲ τ ργα, σου κα διὰ σὲ ἐφάνηκα ἐπάνω ες τοτο τ ζον». Ὁ Ἅγιος μόλις κουσε ατ τ λόγια ἔπεσε μὲ τ πρόσωπο κατ γῆς κα επε: «Πιστεύω, Κύριε, ὅτι σ εσαι ὁ κτίστης κα δημιουργς το κόσμου, ὅτι σὺ εσαι ὁ μόνος ληθινς Θες κα κανεὶς λλος». Κύριος λέει τότε σ᾿ ατόν: «Ἐὰν πιστεύεις σ μένα, πήγαινε ν βρες τν ρχιερέα τς πατρίδας σου νὰ σ βαπτίσει καθς βαπτίζει κα τος λλους χριστιανος».

Ὅταν ὁ Κύριος επε ατά, λαφίνα ἐξαφανίσθηκε καγιος φιππος πέστρεψε στος στρατιτες του. Τ πόγευμα, φοῦ δείπνησε μ τ γυναίκα κα τ παιδιά του, τος ξιστόρησε τ γεγονς κα τσι ὅλη οκογένεια μετ ἀπὸ συζήτηση μέχρι ργ τ μεσάνυκτα πεφάσισε ν βαπτισθε.

Κα ὁ μν Πλακίδας νομάστηκε Εστάθιος, δ γυναίκα του Τατιαν (νομάστηκε) Θεοπίστη, κα τ παιδι (νομάστηκαν) γάπιος κα Θεόπιστος. Λίγες μέρες μετ τν πτασία κα τς βαπτίσεις πεθαίνουν π λοιμ λοι οἱ ἄνθρωποι τς οκίας του.

Τότε κατάλαβε ὅτι πώλεια ατ ταν μία π τς δοκιμασίες το Θεο. Ἔπειτα πεσε ρρώστεια στὰ ζα του, τ ποῖα ψόφησαν. Μία μέρα εχε πάει κδρομ μ τν οκογένειά του κα ὅσο λειπε, οἱ κλέφτες, πο γνώριζαν ὅτι τ σπίτι ταν ρημο, μπῆκαν μέσα καὶ το πῆραν ὅλα τ πράγματα, τσι ὥστε μειναν μόνο μ τ ροῦχα, κι ν πρωτύτερα ταν εκατάστατοι, κατόπιν ατν γιναν οἱ πλέον φτωχο κα ξιοδάκρυτοι.

Οἱ εδωλολάτρες στ Ρώμη τυχε κενες τς μέρες ν χουν μεγάλη πανήγυρη, ἀπὸ τν ποία οὔτε ὁ ατοκράτορας, οὔτε ὁ ρχιστράτηγος ἔπρεπε ν λείπουν. Ζήτησαν τότε παντοῦ τν γιο, λλ δν μπόρεσαν ν τν βρον.

Μετά τὴν ἑορτὴ λέγει ἡ Θεοπίστη στὸν ἄνδρα της: «Τί καθόμαστε ἐδῶ σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπον καὶ εἴμαστε ὄνειδος ὅλου τοῦ κόσμου; Νὰ φύγουμε, νὰ πᾶμε σ᾿ ἄλλο τόπο, ὅπου δὲν μᾶς γνωρίζουν». Ὁ Ἅγιος τὴν ρώτησε ποῦ νόμιζε ὅτι εἶνα καλὸ νὰ πᾶνε, κι᾿ ἐκείνη ἀπεκρίθη ὅτι «κατάλληλον τόπο νομίζω τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου οἱ Χριστιανοὶ λένε ὅτι ὑπάρχει ὁ τάφος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ὁ Ἅγιος συγκατένευσε σ᾿ αὐτὸ καὶ μέσα στὴ νύχτα ἀνεχώρησαν γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Στὴ διαδρομή ὁ πλοίαρχος ποὺ τοὺς μετέφερε, ρίχνει τὸν Ἅγιο στὴ θάλασσα καὶ κρατάει τὴν πανέμορφη γυναίκα του.

Ὁ Ἅγιος σώθηκε καὶ ἔφθασε σὲ κάποια πόλη ὅπου ἔμεινε καὶ ἐργάζονταν μὲ ἡμερομίσθιο, ἄλλοτε σκάβοντας τὴ γῆ καὶ ἄλλοτε θερίζοντας. Μετά ἀπὸ ἕνα χρόνο διορίστηκε ἀμπελοφύλακας και σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα ἔμεινε 15 ἔτη. Ὁ Πανάγαθος ὅμως Θεὁς δὲν ξέχασε τὸν δοῦλο του: Ἔμαθε ὅτι ἡ σύζυγός του Θεοπίστη, ἔμεινε ἀβλαβὴς ἀπὸ τὶς αἰσχρὲς ἐπιθυμίες τοῦ πλοιάρχου, γιατὶ μετὰ τὴν ἀπαγωγὴ πέθανε, καὶ τὰ δύο του παιδιά εἶχαν σωθεί ἀπὸ βοσκοὺς καὶ γεωργούς.

Ἡ πόλη, στὴν ὁποία βρισκόταν ἡ Θεοπίστη ἐπαναστάτησε κατά τῶν Ρωμαίων καὶ ὁ Τραϊανός, γιὰ νὰ καταδαμάσει τοὺς ἀποστάτες θυμήθηκε τὶς ἀνδραγαθίες τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου, ἀλλά δὲν μποροῦσε νὰ μάθει ποῦ βρισκόταν· οἱ δὲ στρατιῶτες τοῦ ἔλεγαν ὅτι «χωρίς τὸν ἀρχιστράτηγό μας Πλακίδα στὸν πόλεμο δὲν πηγαίνουμε».

Τότε ὁ Τραϊανός ἔστειλε ἀπό δύο ἀνθρώπους του σ' ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ φρούρια πρὸς ἀναζήτηση καὶ ἀνεύρεσή του. Ἀπὸ αὐτούς δύο ἦταν στρατιωτικοὶ φίλοι τοῦ Ἁγίου, ὁ Ἀντίοχος καὶ ὁ Ἀκάκιος. Ἀφοῦ γύρισαν διάφορους τόπους ἔφθασαν στὴν πόλη, ὅπου βρισκόταν ὁ Ἅγιος·

Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν ἁπλοϊκὰ ντυμένος καὶ ἡ ὄψη του ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες εἶχε μεταβληθεῖ, δὲν τὸν γνώρισαν. Ὁ Ἅγιος τοὺς φιλοξένησε καὶ τοὺς ὑπηρέτησε φιλοφρόνως, συλλογιζόμενος τὴν προτέρα κατάσταση μὴν μπορώντας νὰ κρατήσει τὰ δάκρυά του. Μετὰ ἀπὸ λίγο οἱ φίλοι του ἄρχισαν νὰ τὸν ἀναγνωρίζουν καὶ στὸ τέλος τοὺς ἀπεκάλυψε μὲ παρρησία ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ στρατηγὸς ποὺ ζητοῦσαν.

Ἀφοῦ τοῦ παρουσίασαν τὴν αὐτοκρατορικὴ διαταγή, τὸν ἔντυσαν μὲ τὴν στρατιωτικὴ στολή του καὶ ἀνεχώρησαν γιὰ τὴν Ρώμη. Σὲ διάστημα 15 ἡμερῶν ἔφθασαν στή Ρώμη. Ὁ Τραϊανὸς μόλις τὸ ἔμαθε βγῆκε νὰ τὸν ὑποδεχτεῖ μὲ τιμὲς καὶ τοῦ ἔδωσε τὴ ζώνη τοῦ στρατηλάτου.

Ὁ Ἅγιος ἀμέσως ἀρίθμησε τὸν στρατὸ καὶ ἐπειδὴ τὸν βρῆκε λιγώτερο, ἔλαβε αὐτοκρατορικὴ διαταγὴ νὰ στρατολογήσει ὅσους ἤθελε ἀπ᾿ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία. Ἡ διαταγὴ ἔφθασε καὶ στὴν πόλη ὅπου βρίσκονταν τὰ παιδιὰ τοῦ Ἁγίου. Ἔτσι οἱ ἀρχὲς τὰ κατέγραψαν στὴ στρατολογία.

Ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν οἱ νεοσύλλεκτοι καὶ χωρίσθηκαν σὲ δεκαρχίες, ἑκατονταρχίες καὶ τάγματα, τὰ δύο ἐκεῖνα παιδιά, ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος τὰ εἶδε πολὺ γενναῖα καὶ συνετὰ διέταξε νὰ τὸν ὑπηρετοῦν στὴν τράπεζά του. Ἡ ἐκστρατεία εὐδοκίμησε, ἀφοῦ ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ φρούρια τὰ ἀνέκτησε ἀπὸ τοὺς ἐπαναστάτες.

Ἔπειτα ἀφοῦ πέρασε τὸν ποταμὸ Χρύσπιν κυρίευσε τὴν ἐχθρικὴ χώρα στὴν ὁποία βρισκόταν ἡ Θεοπίστη καὶ μὴ γνωρίζοντας κατέλυσε στὸ σπίτι ποὺ ἔμενε ἡ γυναίκα του καὶ κατέστησε τὴ σκηνὴ του στὸν κῆπο της. Ἐκεῖ ἔγινε ἡ μεγάλη ἀποκάλυψη, καὶ ὁ Ἅγιος ξανασυνάντησε τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του.

Ἐπέστρεψε στ Ρώμη διπλὰ νικητής. Ὅταν πέθανε ὁ Τραϊανς τν διαδέχθηκε ὁ νηψιός του δριανός. Ατς μόλις ἔμαθε ὅτι φθασε, ὁ γιος Εὐστάθιος νικητὴς κα τροπαιοχος βγκε νὰ τὸν προϋπαντήσει.

Διέταξε τότε ν προσφέρουν μεγάλη θυσία στ εδωλα, νῶ ὁ διος ὁ Ἀδριανὸς πγε στ να το Ἀπόλλωνα, γιὰ ν προσφέρει θυσία στος θεούς. Ὁ γιος μως δὲν πῆγε κα ὁ ατοκράτορας το ζήτησε ξηγήσεις. Τότε το ἀπεκρίθει: «Βασιλι, ἐγὼ στὸν Χριστ θυσιάζω. Ατν δοξάζω, Ατν εχαριστ. λλο Θε οὔτε γνωρίζω, οὔτε πιστεύω».

Τότε δριανς τν διέταξε νὰ ξεζωσθε τ στρατηγικ ζώνη κα ν παρουσιασθεῖ μπροστά του σὰν κατάδικος, ὁ ἴδιος, ἡ γυναίκα του κα τ παιδιά του. ρχισε τότε ν τος ξετάζει, προσπαθώντας ν τοὺς μεταπείσει, λλ πειδὴ μ κανένα τρόπο δν τ κατόρθωσε, διέταξε νὰ τος ἐκθέσουν σὲ μιὰ πεδιάδα κα ν ξαμολύσουν ἐναντίον τους να μεγάλο πεινασμένο λιοντάρι. Ατ μόλις πλησίασε, ντ ν τος φάει σκυψε τ κεφάλι κα τος προσκύνησε. Ὁ ατοκράτορας διέταξε τοὺς στρατιτες ν πυρώσουν να χάλκινο κλουβ κα ν τος κλείσουν.

φοῦ προσευχήθηκαν, παραδόθηκαν προθυμότατα στ μαρτύριο κα μετ ἀπὸ λίγο παρέδωσαν τς γιες ψυχές τους στν Κύριο τ 126 μ.Χ.. Μετ ἀπὸ 3 μέρες πρόσταξε ὁ δριανς ν νοίξουν τ χάλκωμα. φοῦ τὸ ἄνοιξαν κα εδε οὔτε μιὰ τρίχα τους καμμένη, νόμισε ὅτι ταν ζωντανοί.

Ὁ κόσμος ρχισε ν φωνάζει «Μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανν. Ατς μόνος εναι Θες ληθινς κα κανεὶς λλος». τσι ὁ δριανς νεχώρησε τρομοκρατημένος. Πάνω στ θόρυβο μερικο Χριστιανοὶ πῆραν κρυφ τ Λείψανα τν γίων κα ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου νήγειραν να στ νομα το γίου Εσταθίου.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου