Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ - ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
  ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
      ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ
(ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)
(16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)
Τέκνον Τίτε, πι­στὸς λό­γος· κα πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ο πε­πι­στευ­κό­τες τ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τ κα­λὰ κα ὠ­φέ­λι­μα τος ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δ ζη­τή­σεις κα γε­νε­α­λο­γί­ας κα ἔ­ρεις κα μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γρ ἀ­νω­φε­λεῖς κα μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν κα δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος κα ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρς σε Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρς με ες Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τν νο­μι­κὸν κα Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. μαν­θα­νέ­τω­σαν δ κα ο ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ες τς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε ο με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τος φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. χά­ρις με­τὰ πάν­των ὑ­μῶν· ἀ­μήν.
                                    (Τἰτ. γ΄[3] 8 – 15)

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι»
Μἐ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀναχωρήσεως ἀπὸ τὴν Κρήτη δύο συνεργῶν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τοῦ νομικοῦ Ζηνᾶ καὶ τοῦ Ἀπολλοδώρου, ὁ θεῖος Παῦλος συμβουλεύει τὸν ἀπόστολο Τίτο νὰ τοὺς ἐφοδιάσει μὲ ὅλα τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὸ ταξίδι τρόφιμα καὶ ροῦχα. Παράλληλα δὲ τὸν συμβουλεύει ὅτι θὰ πρέπει νὰ μάθει σὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς νὰ πρωτοστατοῦν σὲ καλὰ ἔργα καὶ νὰ συντρέχουν τοὺς ἀδελφοὺς στὶς ἀπαραίτητες ἀνάγκες τους. Παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν προτροπὴ αὐτὴ τοῦ θείου Ἀποστόλου ἂς δοῦμε κι ἐμεῖς μὲ ποιὸ τρόπο πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ γιατί.
1. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΕΡΓΑ ΑΛΛΑ ΙΕΡΑ!
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ζητεῖ ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστοὺς νὰ ἔχουμε ὡς διαρκὴ σπουδὴ καὶ μέριμνα τὴν ἐπιτέλεση καλῶν ἔργων. Νὰ μὴν ἔχουμε ἁπλῶς μία θεωρητικὴ πίστη, ἀλλὰ νὰ τὴν ἐκδηλώνουμε καὶ μὲ τὰ ἀγαθὰ ἔργα. Καὶ ἔτσι νὰ διδάσκουμε τὸ μάθημα τῶν καλῶν ἔργων καὶ μὲ τὸν λόγο μας, πολὺ δὲ περισσότερο μὲ τὸ παράδειγμά μας. Καὶ μᾶς τονίζει ὄχι ἁπλῶς νὰ ἐργαζόμαστε τὰ καλὰ ἔργα ὅταν μᾶς περισσεύει χρόνος, ἀλλὰ νὰ ἀποτελοῦν αὐτὰ τὴν κύρια φροντίδα μας, νὰ πρωτοστατοῦμε σ᾿ αὐτά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ νὰ τὰ ἐργαζόμαστε μὲ ἐπιμέλεια καὶ ζῆλο. Διότι εἶναι ἔργα ἀγάπης, ἔργα ἱερά. Νὰ τὰ ἐργαζόμαστε ὡς κατενώπιον Θεοῦ.
Γι' αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ νὰ δίνουμε ὅλη μας τὴν καρδιὰ ὅταν ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Νὰ εἴμαστε δραστήριοι καὶ ἐφευρετικοί. Μὴ περιμένουμε ἀπὸ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη νὰ ζητοῦν τὴν βοήθειά μας, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι μέσα σὲ ἕνα πλημμύρισμα ἀγάπης νὰ δείχνουμε ἐνδιαφέρον καὶ νὰ ἀναζητοῦμε ἀνθρώπους ἐνδεεῖς. Κι ὅταν τοὺς βροῦμε, νὰ τοὺς διακονοῦμε μὲ προθυμία καὶ εὐχαρίστηση. Καὶ νὰ τοὺς χορηγοῦμε τὰ ἀπαραίτητα ἀγαθὰ μὲ ἀφθονία καὶ χαρά. Νὰ τοὺς δίδουμε καὶ τροφὲς καὶ ἐνδύματα καὶ χρήματα, ὅ,τι τοὺς εἶναι ἀπαραίτητο. Μάλιστα δὲ νὰ συμπαραστεκόμαστε καὶ νὰ διακονοῦμε τοὺς ἀρρώστους καὶ ἡλικιωμένους, ἀνθρώπους ἀνυπεράσπιστους ἢ ἀνήμπορους, χῆρες, ὀρφανὰ καὶ ἐγκαταλελειμμένους γέροντες. Καὶ νὰ τοὺς παρέχουμε τὶς ἀναγκαῖες ἐξυπηρετήσεις σὲ ὅ,τι χρειάζονται, σὰν νὰ διακονοῦμε στὰ πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
2. ΚΕΡΔΙΖΕΙΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΕΣΥ!
Γιατί ὅμως πρέπει νὰ πρωτοστατοῦμε στὰ καλὰ ἔργα; Θὰ ἀπαντοῦσε πολὺ φυσικὰ κανεὶς ὅτι θὰ πρέπει νὰ πρωτοστατοῦμε στὰ καλὰ ἔργα γιὰ νὰ βοηθοῦμε τοὺς γύρω μας ἀνθρώπους. Ἀσφαλῶς καὶ γι᾿ αὐτό. Στὸ σημερινὸ ὅμως Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ θεῖος Παῦλος ζητεῖ νὰ ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα αὐτὰ περισσότερο γιὰ μᾶς τοὺς ἰδίους, γιὰ νὰ βοηθηθοῦμε ἐμεῖς πρῶτα. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴ πρόταση ποὺ ἐπιτάσσει. Συνιστᾶ στοὺς πιστοὺς νὰ τὰ ἐργάζονται γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἄκαρποι. Ἄρα λοιπὸν ἐνδιαφέρεται περισσότερο γι᾿ αὐτοὺς ποὺ δίνουν κι ἔπειτα γι᾿ αὐτοὺς ποὺ λαμβάνουν. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε συνιστᾶ νὰ ἐργαζόμαστε τὰ καλὰ ἔργα ὄχι ἀπὸ λύπη ἢ ἀπὸ ἀνάγκη, ὄχι τόσο γιὰ νὰ δέχονται πλουσιοπάροχα οἱ ἄλλοι τὴν ἀγάπη μας, ἀλλὰ διότι «ἱλαρὸν δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς» (Β' Κορ.θ'[9] 7).
Πάνω σ' αὐτὸ λέγει καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, ποὺ ἔθρεψε στὴν ἔρημο ἀπὸ πέντε ἄρτους πέντε χιλιάδες ἄνδρες, νὰ θρέψει τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς μαθητὰς του; Γιατί λοιπὸν δεχόταν τροφὲς ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦσαν; Γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ἔτσι ὅτι φροντίζει καὶ ἐνδιαφέρεται πολὺ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐργάζονται τὰ καλὰ ἔργα.
Γι' αὐτὸ καὶ ὁ προφήτης Δανιὴλ συμβούλευσε τὸν Ναβουχοδονόσορα λέγοντας : «διὰ τοῦτο, βασιλεῦ,... τὰς ἁμαρτίας σου ἐν ἐλεημοσύναις λύτρωσαι καὶ τὰς ἀδικίας ἐν οἰκτιρμοῖς πενήτων»(Δαν. δ'[4] 24). Μὲ τὶς ἐλεημοσύνες καὶ τὴν εὐσπλαγχνία σου θὰ λυτρωθεῖς ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ ἀδικίες σου. Ἄδειασε τὸ ταμεῖο σου ὄχι μόνο γιὰ νὰ τραφοῦν ἀπὸ αὐτὸ οἱ φτωχοί, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὴν τιμωρία. Μὲ τὰ καλὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας λοιπόν, τῆς ἐλεημοσύνης καὶ γενικώτερα τῆς ἀγάπης, ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον βέβαια ζεῖ ἐν μετανοίᾳ, λυτρώνεται ἀπό τὶς ἁμαρτίες του. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ γλυτώνει ἀπὸ τὴν αἰώνια καταδίκη τῆς κολάσεως. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, ὁμοιάζει μὲ τὸν οἰκτίρμονα καὶ ἐλεήμονα Θεό. Ποιὸς κερδίζει λοιπὸν περισσότερα, αὐτὸς ποὺ δέχεται τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης ἢ αὐτὸς ποῦ τὰ ἐνεργεῖ;
Ἀδελφοί, ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὰ χρήματα δὲν ἔχουν ἀποταμιευτικὴ ἀξία, ἡ καλύτερη ἐπένδυση γιὰ μᾶς εἶναι νὰ ἀποταμιεύουμε ὄχι μόνον τὰ χρήματά μας ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά μας στὰ πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας ποὺ τὰ ἔχουν ἀνάγκη. Εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος νὰ μεταφέρουμε τὶς ἐπενδύσεις μας στὴν ἄλλη ζωή, στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην. ἐ­ξῆλ­θεν ὁ σπε­ί­ρων το σπεῖ­ραι τν σπό­ρον αὐ­τοῦ. κα ν τ σπε­ί­ρειν αὐ­τὸν μν ἔ­πε­σε πα­ρὰ τν ὁ­δόν, κα κα­τε­πα­τή­θη, κα τ πε­τει­νὰ το οὐ­ρα­νοῦ κα­τέ­φα­γεν αὐ­τό· κα ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐ­πὶ τν πέ­τραν, κα φυ­ὲν ἐ­ξη­ράν­θη δι­ὰ τ μ ἔ­χειν ἰ­κμά­δα· κα ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ἐν μέ­σῳ τν ἀ­καν­θῶν, κα συμ­φυ­εῖ­σαι α ἄ­καν­θαι ἀ­πέ­πνι­ξαν αὐ­τό. κα ἕ­τε­ρον ἔ­πε­σεν ες τν γν τν ἀ­γα­θήν, κα φυ­ὲν ἐ­πο­ί­η­σε καρ­πὸν ἑ­κα­τον­τα­πλα­σί­ο­να. ταῦ­τα λέ­γων ἐ­φώ­νει· ἔ­χων ὦ­τα ἀ­κο­ύ­ειν ἀ­κου­έ­τω. Ἐ­πη­ρώ­των δ αὐ­τὸν ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ λέ­γον­τες· Τς εἴ­η πα­ρα­βο­λή αὕ­τη; δ εἶ­πεν· Ὑ­μῖν δέ­δο­ται γνῶ­ναι τ μυ­στή­ρι­α τς βα­σι­λε­ί­ας το Θε­οῦ, τος δ λοι­ποῖς ν πα­ρα­βο­λαῖς, ἵ­να βλέ­πον­τες μ βλέ­πω­σι κα ἀ­κο­ύ­ον­τες μ συ­νι­ῶ­σιν. Ἔ­στι δ αὕ­τη πα­ρα­βο­λή· σπό­ρος ἐ­στὶν ὁ λό­γος το Θε­οῦ· ο δ πα­ρὰ τν ὁ­δόν εἰ­σιν ο ἀ­κο­ύ­σαν­τες, εἶ­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος κα αἴ­ρει τν λό­γον ἀ­πὸ τς καρ­δί­ας αὐ­τῶν, ἵ­να μ πι­στε­ύ­σαν­τες σω­θῶ­σιν. ο δ ἐ­πὶ τς πέ­τρας ο ὅ­ταν ἀ­κο­ύ­σω­σι, με­τὰ χα­ρᾶς δέ­χον­ται τν λό­γον, κα οὗ­τοι ῥί­ζαν οκ ἔ­χου­σιν, ο πρς και­ρὸν πι­στε­ύ­ου­σι κα ν και­ρῷ πει­ρα­σμοῦ ἀ­φί­σταν­ται. τ δ ες τς ἀ­κάν­θας πε­σόν, οὗ­τοί εἰ­σιν ο ἀ­κού­σαν­τες, κα ὑ­πὸ με­ρι­μνῶν κα πλο­ύ­του κα ἡ­δο­νῶν το βί­ου πο­ρευ­ό­με­νοι συμ­πνί­γον­ται κα ο τε­λε­σφο­ροῦ­σι. τ δ ν τ κα­λῇ γ, οὗ­τοί εἰ­σιν οἵ­τι­νες ν καρ­δί­ᾳ κα­λῇ κα ἀ­γα­θῇ ἀ­κο­ύ­σαν­τες τν λό­γον κα­τέ­χου­σι κα καρ­πο­φο­ροῦ­σιν ν ὑ­πο­μο­νῇ.
                                                 (Λουκ. η΄[8] 5 – 15)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτή τήν πα­ρα­βο­λή: Βγῆ­κε ὁ σπο­ριὰς στὸ χω­ρά­φι του, γιὰ νὰ σπεί­ρει τὸν σπό­ρο του. Καὶ κα­θὼς ἔ­σπερ­νε, με­ρι­κοὶ σπό­ροι ἔ­πε­σαν κον­τὰ στὸ δρό­μο τοῦ χω­ρα­φιοῦ καὶ κα­τα­πα­τή­θη­καν ἀ­πό τούς δι­α­βά­τες, καὶ τοὺς κα­τέφα­γαν τὰ που­λιὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Ἄλ­λοι σπό­ροι πά­λι ἔ­πε­σαν πά­νω σὲ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος, κι ἀφοῦ φύ­τρω­σαν, ξε­ρά­θη­καν, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν ὑ­γρα­σί­α· Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν σὲ ἔ­δα­φος γε­μά­το ἀ­πὸ σπό­ρους ἀγ­κα­θι­ῶν, κι ὅ­ταν τὰ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­σαν μα­ζί τους, τοὺς ἔ­πνι­ξαν τε­λεί­ως. Κι ἄλ­λοι σπό­ροι ἔ­πε­σαν μέ­σα στὴ γῆ τὴ μα­λα­κὴ καὶ εὔ­φο­ρη, καὶ ὅ­ταν φύ­τρω­σαν, ἔ­κα­ναν καρ­πὸ ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π' τὸν σπό­ρο. Κι ἐ­νῶ τὰ ἔ­λε­γε αὐ­τά, γιὰ νὰ δώ­σει με­γα­λύ­τε­ρο τό­νο στοὺς λό­γους του καὶ γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρει τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἀ­κρο­α­τῶν του, φώ­να­ζε δυ­να­τά: Αὐ­τὸς πού ἔ­χει αὐ­τιὰ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον πνευ­μα­τι­κὸ γιὰ νὰ ἀ­κού­ει καὶ νὰ ἐγκολπώνεται αὐ­τὰ πού λέ­ω, ἂς ἀ­κού­ει.
Οἱ μα­θη­τές του τό­τε τὸν ρω­τοῦ­σαν καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α καὶ ἡ ση­μα­σί­α αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­βο­λῆς; Κι αὐ­τὸς τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: Σὲ σᾶς πού ἔ­χε­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κα­λὴ δι­ά­θε­ση σᾶς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς τὴ χά­ρη του νὰ μά­θε­τε τὶς μυ­στη­ρι­ώ­δεις ἀ­λή­θει­ες τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θεοῦ· στοὺς ἄλ­λους ὅ­μως μι­λά­ω μὲ πα­ρα­βο­λές. Αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χουν ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ γνω­ρί­σουν καὶ νὰ δε­χθοῦν τὶς πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, καὶ ὁ νοῦς τους εἶ­ναι ἀμαθής καὶ ἀ­νί­κα­νος γιὰ πνευ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α. Γι' αὐ­τὸ δι­δά­σκω μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τό, γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ δοῦν βα­θύ­τε­ρα καὶ κα­θα­ρό­τε­ρα, ἂν καὶ θὰ βλέ­πουν μὲ τὰ σω­μα­τι­κά τους μά­τια, καὶ γιὰ νὰ μὴν μπο­ροῦν νὰ κα­τα­λά­βουν, ἂν καὶ θὰ ἀκοῦν τὴ δι­δα­σκα­λί­α πού τοὺς ἐ­ξη­γεῖ τὰ μυ­στή­ρια. Καὶ τὸ κά­νω αὐ­τὸ ὄ­χι μό­νο γιὰ λό­γους δι­και­ο­σύ­νης, ἀλλά καὶ ἀ­πὸ ἀ­γα­θό­τη­τα, γιὰ νὰ μὴν ἐ­πι­βα­ρύ­νουν τὴ θέ­ση τους πε­ρι­φρο­νών­τας τὴν ἀ­λή­θεια, καὶ σκλη­ρυν­θοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἡ ση­μα­σί­α τῆς πα­ρα­βο­λῆς εἶ­ναι αὐ­τή: Ὁ σπό­ρος συμ­βο­λί­ζει τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Τὸ ἔ­δα­φος πού εἶ­ναι κον­τὰ στὸ δρό­μο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς πού ἄ­κου­σαν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο τὸν λό­γο. Ἔ­πει­τα ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος καὶ ἀ­φαι­ρεῖ τὸν λό­γο ἀ­πὸ τὶς καρ­δι­ές τους, γιὰ νὰ μὴν πι­στέ­ψουν καὶ σω­θοῦν. Τὸ πε­τρῶ­δες ἔ­δα­φος ἐξάλλου πού δέ­χθη­κε τὸν σπό­ρο συμ­βο­λί­ζει αὐ­τοὺς οἱ ὁποῖοι ὅ­ταν ἀ­κού­σουν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ τὸν δέ­χον­ται μὲ χα­ρὰ καὶ ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­σα τους ὅ­μως δὲν ἔ­χει αὐ­τὸς βα­θιὰ ρί­ζα, γιὰ νὰ στε­ρε­ω­θεῖ. Γι’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τοὶ γιὰ λί­γο χρό­νο πι­στεύ­ουν, ὅ­ταν ὅ­μως ἔλ­θει και­ρὸς πει­ρα­σμοῦ ἢ δι­ωγ­μοῦ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ τὴν πί­στη. Οἱ σπό­ροι πού ἔ­πε­σαν στὰ ἀγ­κά­θια συμ­βο­λί­ζουν ἐ­κεί­νους πού ἄ­κου­σαν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ κι ἀρ­χί­ζουν μὲ κά­ποι­α προ­θυ­μί­α νὰ βα­δί­ζουν στὸν δρό­μο τῆς πί­στε­ως. Πνί­γον­ται ὅ­μως ἀ­πὸ τὶς ἀ­γω­νι­ώ­δεις φρον­τί­δες γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σουν πλού­τη, κα­θὼς κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς σαρ­κι­κῆς ζω­ῆς, στὴν ὁποία δι­ευ­κο­λύ­νουν τὰ πλού­τη πού ἀ­πέ­κτη­σαν, κι ἔ­τσι δὲν προ­κύ­πτουν οὔ­τε φτά­νουν μέ­χρι τὸ τέ­λος, προ­κει­μέ­νου νὰ δώ­σουν τὸν καρ­πό. Οἱ σπό­ροι τώ­ρα πού ἔ­πε­σαν στὴν εὔ­φο­ρη γῆ συμ­βο­λί­ζουν τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους οἱ ὁποῖοι μὲ καρ­διὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τη, εὐ­θεί­α καὶ ἀ­γα­θὴ ἄ­κου­σαν καὶ κα­τα­νό­η­σαν τὸν λό­γο καὶ τὸν κρα­τοῦν σφι­χτὰ μέ­σα τους, καὶ καρ­πο­φο­ροῦν τὶς ἀ­ρε­τὲς δεί­χνον­τας ὑ­πο­μο­νὴ καὶ καρ­τε­ρί­α στὶς θλί­ψεις καὶ τοὺς πει­ρα­σμοὺς καὶ σ' ὅ­λα τὰ ἐμ­πό­δια πού συ­ναν­τοῦν στὴν ἄ­σκη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου