Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
   ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ
(30 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  (ΚΑ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)  
Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. Ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης ῾Αρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν πόλιν Δαμασκηνῶν πιάσαι με, καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ. Καυχᾶσθαι δεῖ· οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι δὲ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε χωρὶς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι. Ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου. Ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δέ, μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ. Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων, ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος Σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ, ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. Ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾽ ἐμοῦ· καὶ εἴρηκέν μοι· ᾽Αρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται· ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾽ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.
                                  (Β΄ Κορ. ια΄[11] 31 – ιβ΄ [12] 9)

ΟΤΑΝ ΑΣΘΕΝΩ, ΤΟΤΕ ΕΙΜΑΙ ΔΥΝΑΤΟΣ!
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί»
ἀπόστολος Παῦλος μὲ ἐξομολογητικὴ διάθεση μᾶς λέγει ὅτι, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀξιώθηκε νὰ δεχθεῖ μεγάλες ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ὀργώσει πνευματικὰ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, δὲν καυχιέται γιὰ ὅλα αὐτὰ ἀλλὰ μόνο γιὰ τὶς ἀσθένειές του. Καὶ προσθέτει ὅτι, ἐπειδὴ δέχθηκε μεγάλες θεϊκὲς ἀποκαλύψεις, ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ τοῦ δοθεῖ διαρκὴς ἀνίατος ἀρρώστια, γιὰ νὰ τὸν κτυπᾶ κατὰ πρόσωπο καὶ νὰ τὸν ταλαιπωρεῖ, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύεται. Καὶ μάλιστα μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι τρεῖς φορὲς παρεκάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸν πειρασμὸ αὐτό. Ἀλλὰ ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρις ποὺ σοῦ δίνω. Διότι ἠ δύναμή μου ἀποδεικνύεται τέλεια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατος. Ἂς δοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς γιατί ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει ἀσθένειες καὶ δοκιμασίες στὴ ζωὴ μας καὶ πῶς θὰ πρέπει νὰ τὶς ἀντιμετωπίζουμε.
1. ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΟΣ ΠΟΝΟΣ;
Τί ἦταν ὁ «σκόλοψ» τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Ἴσως νὰ ἦταν χρόνια κεφαλαλγία ἢ ὀφθαλμαλγία, ὅπως ὑποθέτουν οἱ ἱεροὶ ἑρμηνευταί. Τὴν ὀνομάζει ὁ ἴδιος ἄγγελο τοῦ σατανᾶ, ἐπειδὴ πιστεύει ὅτι τὴν ἔστειλε ὁ διάβολος ὄχι γιὰ ἀγαθὸ σκοπό, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν ἀπογοητεύσει, νὰ τοῦ ἀνακόψει τὸν ζῆλο καὶ νὰ τὸν παρεμποδίσει στὸ ἔργο του. Ὅμως τὴν μάστιγα αὐτή, τὴν ἀσθένεια ποὺ βασάνιζε καθημερινὰ τὸν Ἀπόστολο, ὁ Θεὸς τὴν μετέτρεψε σὲ εὐεργεσία. Διότι ἀντὶ αὐτὴ νὰ τοῦ καταστεῖ ἐμπόδιο, ἀσφάλιζε τὸν Παῦλο στὸ ἔργο του, διότι τὸν προφύλαττε ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς ἔπαρσης. Ἐπέτρεπε ὁ Θεὸς στὸν διάβολο νὰ τὸν πειράζει μὲ τὴν ἀσθένεια αὐτὴ γιὰ νὰ μὴ κενοδοξεῖ. Γιὰ νὰ συναισθάνεται καθημερινὰ ὅτι ἦταν ἄνθρωπος κι αὐτός, ὥστε νὰ χαλιναγωγεῖ τὸ φρόνημά του καὶ νὰ μὴ σκέπτεται ἀλαζονικὰ για τὸν ἑαυτό του.
Ὁ Θεὸς λοιπὸν συχνὰ ἀπὸ τὸ πικρὸ βγάζει γλυκύ, καὶ ἀπὸ τὸ κακὸ παράγει ἀγαθό. Ἐὰν ἐπιτρέπει σωματικὲς ἀσθένειες καὶ δοκιμασίες νὰ μᾶς ταλαιπωροῦν, τὸ κάνει αὐτὸ πάντοτε διότι μᾶς ἀγαπᾶ. Ἐὰν ὁ κίνδυνος τῆς ἔπαρσης κρεμόταν ἐπάνω στὸν Παῦλο, πόσο μάλλον σέ μᾶς; Ἐφόσον λοιπὸν ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ, φροντίζει νὰ μᾶς προφυλάττει ἀπὸ τὸν τρομερὸ αὐτὸ κίνδυνο, διότι, ἐὰν καταληφθοῦμε ἀπ᾿ αὐτόν, θὰ μᾶς ἀποξενώσει ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι πολλοὶ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει ἀσθένειες στὴν ζωή μας. Ἄλλοτε γιὰ νὰ μᾶς χαρίζει ὑπομονὴ καὶ ἀνεκτικότητα, ἄλλοτε γιὰ νὰ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὰ πολλά μας πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες μας, ἄλλοτε γιὰ νὰ μᾶς ἐξαγιάζει καὶ νὰ μᾶς πλουτίζει μὲ ἐμπειρίες τῆς ἀγάπης του. Τὸ βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι, ὅταν ἐπιτρέπει νὰ μᾶς ἐπισκέπτονται ἀσθένειες, τὸ κάμνει πάντοτε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ μᾶς καὶ γιὰ τὸ καλό μας.
2. ΓΕΝΝΑΙΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Βέβαια ὅσοι δοκιμαζόμαστε ἀπὸ διάφορες μεγάλες ἀσθένειες, κάποτε στὴν ὥρα τοῦ πόνου καὶ τῆς θλίψεως ἀπογοητευόμαστε, χάνουμε τὴν εἰρήνη μας καὶ τὴν ὑπομονή μας. Ὁ Κύριος ὅμως μᾶς ζητεῖ νὰ τὶς ἀντιμετωπίζουμε μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα. Ἐκεῖνες τὶς δύσκολες ὧρες νὰ θυμούμαστε ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δοκίμασε τοὺς μεγαλύτερους καὶ σκληρότερους πόνους, τοὺς πόνους τοῦ σταυρικοῦ μαρτυρίου καὶ τὸν ἴδιο τὸν θάνατο. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἐπώδυνο σταυρὸ τῆς καθηλώσεώς του ἐπήγασε ἡ λύτρωση καὶ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου!
Ἂς καταφεύγουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς στὸν ἐσταυρωμένο Κύριό μας καὶ ἂς Τοῦ ζητοῦμε νὰ ἔρχεται στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου μας νὰ μᾶς παρηγορεῖ, νὰ μᾶς θεραπεύει ἢ νὰ μᾶς δίνει δύναμη νὰ ὑπομένουμε τὴν δοκιμασία μας. Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ σωτήριο φάρμακο γιὰ κάθε θλίψη, καὶ βάλσαμο θεραπευτικὸ γιὰ κάθε ἀσθένεια. Ἄλλωστε καὶ ὁ Ἴδιος στὸν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ ζήτησε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα του νὰ παρέλθει τὸ ποτήριο τοῦ θανάτου ἀπὸ Αὐτόν. Ὅμως ὑπέταξε τὸ ἀνθρώπινο θέλημά του στὸ θεῖο, ἔχοντας τὴν ἀκλόνητη ἀπόφαση νὰ ὑπομείνει αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς Πατὴρ ἤθελε. Νὰ παρακαλοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀπαλλάττει ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὶς ἀρρώστιες καὶ τὶς δοκιμασίες, ποὺ μᾶς ἀναστατώνουν , νὰ ἔχουμε ὅμως πάντοτε καὶ τὴν πλήρη διάθεση νὰ γίνεται στὴν ζωή μας ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.
Διότι ὁ Θεός, ἐνῶ ἀκούει πάντοτε τὶς προσευχές μας, δὲν κάνει πάντοτε δεκτὰ τὰ αἰτήματά μας, ὅπως δὲν ἔκανε δεκτὸ καὶ τὸ αἴτημα τοῦ Παύλου. Κάποτε ἀρνεῖται ἀπὸ ἀγάπη νὰ δώσει στὰ παιδιά του μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ Τοῦ ζητοῦν. Ἀλλά, ὅταν ἀρνεῖται ἀπὸ ἀγάπη νὰ μᾶς δώσει τὴν ὑγεία ἢ παρατείνει τὴν διάρκεια τῶν ἀσθενειῶν μας, ἐμεῖς θὰ πρέπει νὰ δείχνουμε σταθερὴ ὑπομονὴ καὶ ἐλπίδα. Νὰ ἔχουμε στὶς δύσκολες αὐτὲς ὧρες τὴν πίστη ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς δώσει καὶ ἄφθονη τὴν Χάρη του, γιὰ νὰ μᾶς ἐνισχύει καὶ νὰ μᾶς παρηγορεῖ στὴν δοκιμασία καὶ τὴν θλίψη μας.
Ἀδελφοί, πόσο θερμὲς γίνονται οἱ προσευχές μας σὲ καιροὺς θλίψεως, σὲ ὧρες ποὺ εἴμαστε καθηλωμένοι ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ τὶς δοκιμασίες μας! Αὐτὲς τὶς προσευχές μας νὰ τὶς θυμώμαστε καὶ στὶς στιγμὲς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ὑγείας, καὶ μὲ τήν ἴδια δύναμη νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν προστασία του.            
   (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος. Ἄν­θρω­πος τις ν πλο­ύ­σι­ος, κα ἐ­νε­δι­δύ­σκε­το πορ­φύ­ραν κα βύσ­σον εὐ­φραι­νό­με­νος κα­θ' ἡ­μέ­ραν λαμ­πρῶς. πτω­χὸς δ τις ν ὀ­νό­μα­τι Λζαρος, ς ἐ­βέ­βλη­το πρς τν πυ­λῶ­να αὐ­τοῦ ἡλ­κω­μέ­νος κα ἐ­πι­θυ­μῶν χορ­τα­σθῆ­ναι ἀ­πὸ τν ψι­χί­ων τν πι­πτόν­των ἀ­πὸ τς τρα­πέ­ζης το πλου­σί­ου· ἀλ­λὰ κα ο κύ­νες ἐρχό­με­νοι ἀ­πέ­λει­χον τ ἕλ­κη αὐ­τοῦ. ἐ­γέ­νε­το δ ἀ­πο­θα­νεῖν τν πτω­χὸν κα ἀ­πε­νε­χθῆ­ναι αὐ­τὸν ὑ­πὸ τν ἀγ­γέ­λων ες τν κόλ­πον Ἀ­βρα­άμ· ἀ­πέ­θα­νε δ κα πλο­ύ­σι­ος κα ἐ­τά­φη. κα ν τ ᾅ­δῃ ἐ­πά­ρας τος ὀ­φθαλ­μοὺς αὐ­τοῦ, ὑ­πάρ­χων ἐν βα­σά­νοις, ὁ­ρᾷ τόν Ἀ­βρα­ὰμ ἀ­πὸ μα­κρό­θεν κα Λζαρον ν τος κόλ­ποις αὐ­τοῦ. κα αὐ­τὸς φω­νή­σας εἶ­πε· πά­τερ Ἀ­βρα­άμ, ἐ­λέ­η­σόν με κα πέμ­ψον Λζαρον ἵ­να βά­ψῃ τ ἄ­κρον το δα­κτύ­λου αὐ­τοῦ ὕ­δα­τος κα κα­τα­ψύ­ξῃ τν γλῶσ­σάν μου, ὅ­τι ὀ­δυ­νῶ­μαι ἐν τ φλο­γὶ τα­ύ­τῃ. εἶ­πε δ Ἀ­βρα­άμ· τέ­κνον, μνή­σθη­τι ὅ­τι ἀ­πέ­λα­βες σ τ ἀ­γα­θά σου ν τ ζω­ῇ σου, κα Λζαρος ὁ­μο­ί­ως τ κα­κά· νν δ ὧ­δε πα­ρα­κα­λεῖ­ται, σ δ ὀ­δυ­νᾶ­σαι· κα ἐ­πὶ πᾶ­σι το­ύ­τοις με­τα­ξὺ ἡ­μῶν κα ὑ­μῶν χά­σμα μέ­γα ἐ­στή­ρι­κται, ὅ­πως ο θέ­λον­τες δι­α­βῆ­ναι ἔν­θεν πρς ὑ­μᾶς μ δύ­νων­ται, μη­δὲ ο ἐ­κεῖ­θεν πρς ἡ­μᾶς δι­α­πε­ρῶ­σιν. εἶ­πε δ· ἐ­ρω­τῶ ον σε, πά­τερ, ἵ­να πέμ­ψῃς αὐ­τὸν ες τν οἶ­κον το πα­τρός μου· ἔ­χω γρ πέν­τε ἀ­δελ­φο­ύς· ὅ­πως δι­α­μαρ­τύ­ρη­ται αὐ­τοῖς, ἵ­να μ κα αὐ­τοὶ ἔλ­θω­σιν ες τν τό­πον τοῦ­τον τς βα­σά­νου. λέ­γει αὐ­τῷ Ἀ­βρα­άμ· ἔ­χου­σι Μω­ϋ­σέ­α κα τος προ­φή­τας· ἀ­κου­σά­τω­σαν αὐ­τῶν. δ εἶ­πεν· οὐ­χί, πά­τερ Ἀ­βρα­άμ, ἀλλ' ἐ­άν τις ἀ­πὸ νε­κρῶν πο­ρευ­θῇ πρς αὐ­τοὺς, με­τα­νο­ή­σου­σιν. εἶ­πε δ αὐ­τῷ· ε Μω­ϋ­σέ­ως κα τν προ­φη­τῶν οκ ἀ­κο­ύ­ου­σιν, οὐ­δὲ ἐ­άν τις κ νε­κρῶν ἀ­να­στῇ πει­σθή­σον­ται.                                    
 (Λουκ. ιϚ΄ [16] 19 – 31)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Εἶπε ὁ Κύριος τήν πιο κάτω παραβολ: Ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος πλού­σιος ἄν­θρω­πος, ὁ ὁποῖος φο­ροῦ­σε βα­σι­λι­κὰ ἐν­δύ­μα­τα. Ἀ­π' ἔ­ξω φο­ροῦ­σε ἕ­να μάλ­λι­νο κόκ­κι­νο καὶ πα­νά­κρι­βο ροῦ­χο, κι ἀ­πὸ μέ­σα φο­ροῦ­σε λευ­κὸ χι­τώ­να πο­λυ­τε­λῆ ἀ­πὸ λε­πτὸ αἰ­γυ­πτια­κὸ λι­νά­ρι. Καὶ δι­α­σκέ­δα­ζε σὲ πλού­σια συμ­πό­σια κά­θε μέ­ρα μὲ με­γα­λο­πρέ­πεια. Ἦ­ταν ὅ­μως καὶ κά­ποι­ος φτω­χὸς πού λε­γό­ταν Λά­ζα­ρος, ὁ ὁποῖος ἦ­ταν γε­μά­τος πλη­γὲς καὶ πα­ρα­πε­τα­μέ­νος κον­τὰ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ πλου­σί­ου. Καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ χορ­τά­σει ἀ­πὸ τὰ ψί­χου­λα πού ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ πλου­σί­ου. Ἀλλά σάν νὰ μὴν τοῦ ἔφτανε ἡ στέ­ρη­ση του αὐ­τή, κα­θὼς ἦ­ταν καὶ σχε­δὸν γυ­μνός, ἔρ­χον­ταν καὶ οἱ σκύ­λοι καὶ ἔ­γλει­φαν τὶς πλη­γές του. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ ὅ­μως ὁ Λά­ζα­ρος δὲν ἔ­βγα­ζε ἀ­πὸ τὸ στό­μα του οὔτε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ λέ­ξη πα­ρα­πό­νου ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πλου­σί­ου ἢ κά­ποι­ο γογ­γυ­σμὸ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θεοῦ. Κά­πο­τε λοι­πὸν πέ­θα­νε ὁ φτω­χός, καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ τὸν με­τέ­φε­ραν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Ἀ­βρα­άμ, γιὰ νὰ βρεῖ ἀ­νά­παυ­ση ἐκεῖ μέ­σα στὸν πα­ρά­δει­σο. Πέ­θα­νε κά­πο­τε καὶ ὁ πλού­σιος, καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι τὸν ἔ­θα­ψαν μὲ με­γα­λο­πρέ­πεια. Που­θε­νὰ ὅ­μως δὲν φά­νη­καν γι' αὐ­τὸν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὸν τό­πο τοῦ Ἅ­δη, κα­θὼς βα­σα­νι­ζό­ταν, σή­κω­σε τὰ μά­τια του καὶ εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ τὸν Ἀ­βρα­ὰμ καὶ τὸν Λά­ζα­ρο νὰ εἶ­ναι στὴν ἀγ­κα­λιά του. Αὐ­τὸς λοι­πὸν πού στὴ γῆ τὰ εἶ­χε ὅ­λα καὶ δὲν πα­ρα­κα­λοῦ­σε κα­νέ­να νὰ τὸν βο­η­θή­σει, φώ­να­ξε τώ­ρα καὶ εἶ­πε· Πα­τέ­ρα μου Ἀ­βρα­άμ, σπλα­χνί­σου με. Λυ­πή­σου με καὶ στεῖ­λε τὸν Λά­ζα­ρο νὰ βρέ­ξει μὲ νε­ρὸ τὴν ἄ­κρη τοῦ δακτύλου του καὶ νὰ δρο­σί­σει τὴ γλώσ­σα μου, δι­ό­τι βα­σα­νί­ζο­μαι καὶ ὑ­πο­φέ­ρω μέ­σα σ’ αὐτή τή φωτιά. Ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ὅ­μως τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Παι­δί μου, θυμήσου ὅτι ἐσύ ἀ­πό­λαυ­σες μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω τὰ ἀγαθά σου ὅ­ταν ζοῦ­σες στὴ γῆ. Ἐ­νῶ ὁ Λά­ζα­ρος ἀ­πό­λαυ­σε τὰ κα­κά τῆς δυ­στυ­χί­ας καὶ τῆς ἀσθένειάς του. Τώ­ρα ὅ­μως ἐ­δῶ ὁ Λά­ζα­ρος πα­ρη­γο­ρεῖ­ται γι' αὐ­τὰ πού ὑ­πέ­φε­ρε τό­τε συ­νε­χῶς, ἐ­νῶ ἐσύ ὑ­πο­φέ­ρεις καὶ βασανί­ζε­σαι χω­ρὶς δι­α­κο­πή, ὅ­πως ἀ­δι­ά­κο­πη καὶ συνεχής ἦ­ταν ἡ εὐ­τυ­χί­α σου πά­νω στὴ γῆ. Κι ἐκτός ἀπ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα μας χά­σμα, ὥ­στε αὐ­τοὶ πού θέ­λουν νὰ δια­βοῦν ἀ­πὸ ἐ­δῶ πρός ἐσᾶς νὰ μὴν μπο­ροῦν, ἀλλά οὔ­τε κι ὅ­σοι εἶ­ναι ἀ­πὸ ἐκεῖ νὰ μπο­ροῦν νὰ πε­ρά­σουν ἀ­πέ­ναν­τι σέ μᾶς. Εἶ­πε πά­λι ὁ πλού­σιος: Ἀ­φοῦ κά­θε ἄν­θρω­πος πού ἔ­μει­νε ἀ­με­τα­νό­η­τος στὴν ἐ­πί­γεια ζω­ή του, με­τὰ τὸ θάνατό του δὲν ἔ­χει πλέ­ον κα­μί­α ἐλ­πί­δα, σὲ πα­ρα­κα­λῶ λοι­πόν, πά­τερ, στεῖ­λε τὸν Λά­ζα­ρο στὸ σπί­τι τοῦ πατέρα μου. Δι­ό­τι ἔ­χω πέν­τε ἀ­δελ­φούς. Στεῖ­λε τον νὰ τοὺς βε­βαιώσει  ὡς αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας γιὰ ὅ­σα συμ­βαί­νουν ἐδώ γιὰ νὰ μὴν ἔλ­θουν κι αὐ­τοὶ στὸν τό­πο αὐ­τὸ τῆς τι­μωρίας καί τῶν βα­σά­νων πού βρίσκομαι ἐγώ. Τοῦ λέει ὁ Ἀ­βρα­άμ: Ἔ­χουν τὸν Μω­υ­σῆ καὶ τούς προφῆτες πού τοὺς βε­βαι­ώ­νουν γι' αὐ­τά. Ἂς ἀκούσουν ἐ­κεί­νους. Ἐ­κεῖ­νος τό­τε τοῦ εἶ­πε: Ὄ­χι, πά­τερ Ἀ­βρα­άμ, δὲν θὰ ὑ­πα­κού­σουν στὸ Μω­υ­σῆ καὶ στοὺς προ­φῆ­τες. Ἐ­ὰν ὅ­μως πά­ει σ' αὐ­τοὺς κά­ποι­ος ἀ­πό τους νε­κρούς, θὰ με­τα­νο­ή­σουν. Τοῦ εἶ­πε τό­τε ὁ Ἀ­βρα­άμ: Ἐ­ὰν δὲν ἔ­χουν τὴν κα­λὴ δι­ά­θε­ση νὰ ὑ­πα­κού­σουν στὸ Μω­υ­σῆ καὶ στοὺς προ­φῆ­τες, δὲν θὰ πεισθοῦν, ἀ­κό­μη κι ἂν ἀ­να­στη­θεῖ κά­ποι­ος ἀ­πό τους νε­κρούς. Δι­ό­τι, ὅ­ταν ἀ­το­νή­σει ἡ πρώ­τη τους ἐν­τύ­πω­ση ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­στα­ση, θὰ ἐ­πα­νέλ­θουν πά­λι στὴν προ­η­γού­μενή τους σκλη­ρό­τη­τα.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου