Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Η ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
(25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΟΡΘΡΟΥ
Τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἡ Γέν­νη­σις οὕ­τως ἦν. Μνη­στευ­θε­ί­σης γὰρ τῆς μη­τρὸς αὐ­τοῦ Μα­ρί­ας τῷ ᾿Ι­ω­σήφ, πρὶν ἢ συ­νελ­θεῖν αὐ­τοὺς, εὑ­ρέ­θη ἐν γα­στρὶ ἔ­χου­σα ἐκ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου. ᾿Ι­ω­σὴφ δὲ ὁ ἀ­νὴρ αὐ­τῆς, δί­και­ος ὢν, καὶ μὴ θέ­λων αὐ­τὴν πα­ρα­δειγ­μα­τί­σαι, ἐ­βου­λή­θη λά­θρα ἀ­πο­λῦ­σαι αὐ­τήν. Ταῦ­τα δὲ αὐ­τοῦ ἐν­θυ­μη­θέν­τος, ἰ­δοὺ Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου κατ᾿ ὄ­ναρ ἐ­φά­νη αὐ­τῷ, λέ­γων· ᾿Ι­ω­σὴφ, υἱ­ὸς Δαυ­ΐδ, μὴ φο­βη­θῇς πα­ρα­λα­βεῖν Μα­ριὰμ τὴν γυ­ναῖ­κα σου· τὸ γὰρ ἐν αὐ­τῇ γεν­νη­θὲν ἐκ Πνε­ύ­μα­τός ἐ­στιν ῾Α­γί­ου. Τέ­ξε­ται δὲ υἱ­ὸν, καὶ κα­λέ­σεις τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ᾿Ι­η­σοῦν· αὐ­τὸς γὰρ σώ­σει τὸν λα­ὸν αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν αὐ­τῶν.­  Τοῦ­το δὲ ὅ­λον γέ­γο­νεν, ἵ­να πλη­ρω­θῇ τὸ ρη­θὲν ὑ­πὸ τοῦ Κυ­ρί­ου διὰ τοῦ Προ­φή­του, λέ­γον­τος· Ἰ­δοὺ ἡ παρ­θέ­νος ἐν γα­στρὶ ἕ­ξει, καὶ τέ­ξε­ται Υἱ­όν, καὶ κα­λέ­σου­σι τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ᾿Εμ­μα­νου­ήλ· ὅ ἐ­στι με­θερ­μη­νευ­ό­με­νον, Μεθ᾿ ἡ­μῶν ὁ Θε­ός. Δι­ε­γερ­θεὶς δὲ ὁ ᾿Ι­ω­σὴφ ἀ­πὸ τοῦ ὕ­πνου, ἐ­πο­ί­η­σεν ὡς προ­σέ­τα­ξεν αὐ­τῷ ὁ Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου, καὶ πα­ρέ­λα­βε τὴν γυ­ναῖ­κα αὐ­τοῦ, καὶ οὐκ ἐ­γί­νω­σκεν αὐ­τὴν, ἕ­ως οὗ ἔ­τε­κε τὸν Υἱ­ὸν αὐ­τῆς τὸν πρω­τό­το­κον· καὶ ἐ­κά­λε­σε τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ᾿Ι­η­σοῦν.
                                                                                 (Ματθ. α΄[1] 18-25)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἡ γέν­νη­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἔ­γι­νε μὲ τὸν ἑξῆς ὑ­περ­φυ­σι­κὸ καὶ πρω­το­φα­νῆ τρό­πο: Ὅ­ταν δη­λα­δὴ ἡ μη­τέ­ρα του Μα­ρί­α ἀρ­ρα­βω­νι­ά­σθη­κε μὲ τὸν Ἰ­ω­σήφ, προ­τοῦ συγ­κα­τοι­κή­σουν ὡς σύ­ζυ­γοι, βρέ­θη­κε ἡ Μα­ρί­α ἔγ­κυ­ος μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος. Κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ ὁ  ἀρρα­βω­νι­α­στι­κός της, ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν ἐγ­κυ­μο­σύ­νη, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἐ­νά­ρε­τος καὶ ἀ­γα­θὸς καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὴ δι­α­πομ­πεύ­σει γιὰ δη­μό­σιο πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμό, σκέ­φθη­κε νὰ τῆς δώ­σει μυ­στι­κὰ δι­α­ζύ­γιο. Ἐ­νῶ ὅ­μως σκε­πτό­ταν αὐ­τά, ἰ­δού, ἕ­νας ἄγ­γε­λος τοῦ Κυ­ρί­ου φά­νη­κε στὸ ὄ­νει­ρό του καὶ τοῦ εἶ­πε: Ἰ­ω­σήφ, ἀ­πό­γο­νε τοῦ Δα­βίδ, μὴ δι­στά­σεις καὶ μὴ φο­βη­θεῖς νὰ πα­ρα­λά­βεις στὸ σπί­τι σου τὴ Μα­ρί­α τὴ μνη­στή σου. Δι­ό­τι τὸ παι­δὶ πού συ­νέ­λα­βε μέ­σα της προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος. Θὰ γεν­νή­σει γιό, καὶ σὺ πού ἀ­πὸ τὸ νό­μο τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἀ­να­γνω­ρί­ζε­σαι ὡς προ­στά­της καὶ πα­τέ­ρας του, θὰ τοῦ δώ­σεις τὸ ὄ­νο­μα «Ἰ­ησοῦς», τὸ ὁποῖο ση­μαί­νει «σω­τή­ρας». Καὶ θὰ τοῦ δώ­σεις αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα, δι­ό­τι αὐ­τὸς θὰ σώ­σει ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες του τὸν νέ­ο Ἰσ­ρα­ήλ, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν πι­στέ­ψει ὡς σω­τή­ρα καὶ θὰ γί­νει μὲ τὴν πί­στη αὐ­τὴ ὁ πραγ­μα­τι­κὸς λα­ός του. Μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ θαῦμα τῆς ὑ­περ­φυ­σι­κῆς συλ­λή­ψε­ως τῆς Παρ­θέ­νου, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε πλή­ρως καὶ ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­πε ὁ Κύ­ριος μέ­σω τοῦ προ­φή­τη Ἡ­σα­ΐ­α, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀ­πὸ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες εἶ­πε: «Νά, ἡ παρ­θέ­νος, πού δὲν γνώ­ρι­σε ἄν­δρα, θὰ συλ­λά­βει καὶ θὰ γεν­νή­σει υἱ­ό, καὶ ὅ­σοι θὰ πι­στεύ­ουν σ' αὐ­τὸν θὰ τὸν ὀ­νο­μά­σουν Ἐμ­μα­νου­ήλ, ὄ­νο­μα ἑ­βρα­ϊ­κὸ πού ση­μαί­νει «ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι μα­ζί μας».
Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Ἰ­ω­σὴφ ση­κώ­θη­κε ἀ­π' τὸν ὕπνο, ἔ­κα­νε ὅ­πως τὸν δι­έ­τα­ξε ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ Κυ­ρί­ου. Καὶ πα­ρέ­λα­βε τὴ μνη­στή του στὸ σπί­τι του καὶ δὲν ἦλ­θε σὲ σχέ­ση συ­ζυ­γι­κὴ μα­ζί της πο­τέ, ἄ­ρα καὶ ἕ­ως ὅ­του γέν­νη­σε τὸν πρῶ­το καὶ μο­νά­κρι­βο υἱ­ό της. Καὶ τό­τε ὁ Ἰ­ω­σὴφ τοῦ ἔ­δω­σε τὸ ὄ­νο­μα «Ἰ­η­σοῦς»

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ)
Ἀ­δελ­φοί, ὅ­τε ἦλ­θε τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου, ἐ­ξα­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ, γε­νό­με­νον ἐκ γυ­ναι­κός, γε­νό­με­νον ὑ­πὸ νό­μον, ἵ­να τοὺς ὑ­πὸ νό­μον ἐ­ξα­γο­ρά­σῃ, ἵ­να τὴν υἱ­ο­θε­σί­αν ἀ­πο­λά­βω­μεν. ῞Ο­τι δέ ἐ­στε υἱ­οί, ἐ­ξα­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τὸ Πνεῦ­μα τοῦ υἱ­οῦ αὐ­τοῦ εἰς τὰς καρ­δί­ας ὑ­μῶν, κρᾶ­ζον· Ἀβ­βᾶ ὁ πα­τήρ. Ὥ­στε οὐ­κέ­τι εἶ δοῦ­λος, ἀλλ᾿ υἱ­ός· εἶ δὲ υἱ­ός, καὶ κλη­ρο­νό­μος Θε­οῦ διὰ Χρι­στοῦ.
                                              (Γαλ. δ΄[4] 4 – 7)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀ­δελ­φοί, ὅταν συμπληρώθηκε ὁ χρόνος ποὺ εἶχε ὁρίσει ἡ πανσοφία τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο τὸν Υἱό του, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος ἀπὸ γυναίκα καὶ ὑποτάχθηκε στὸ Μωσαϊκὸ νόμο, προκειμένου νὰ ἑξαγοράσει ἐκείνους ποὺ ἦταν ὑποδουλωμένοι στὴν κατάρα τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, γιὰ νὰ λάβουμε τὴν υἱοθεσία ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς εἶχε ὑποσχεθεῖ. Ναί. Δὲν εἶστε πλέον δοῦλοι ἀλλὰ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. Κι ἐπειδὴ εἶστε υἱοὶ τοῦ ἐπουρανίου Πατρός, γι᾿ αὐτὸ ἀπέστειλε ὁ Θεὸς στὶς καρδιές σας τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ του, τὸ ὁποῖο σᾶς δίνει τὴν πληροφορία καὶ τὴν παρρησία νὰ ἀπευθύνεσθε στὸ Θεὸ μὲ τὴν κραυγὴ καὶ τὴν ἐπίκληση: Ἀββά, δηλαδή, Πατέρα. Ἄρα λοιπόν, σύμφωνα μ᾿ ὅλα αὐτά, ἐσὺ ποὺ πίστεψες στὸ Χριστὸ δὲν εἶσαι πλέον δοῦλος, ἀλλὰ εἶσαι κατὰ χάριν υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν λοιπὸν εἶσαι υἱός, εἶσαι συγχρόνως καὶ κληρονόμος τοῦ Θεοῦ. Καὶ γίνεσαι κληρονόμος διαμέσου τοῦ Χριστοῦ.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ)
Τοῦ ᾿Ι­η­σοῦ γεν­νη­θέν­τος ἐν Βη­θλε­ὲμ τῆς ᾿Ι­ου­δα­ί­ας, ἐν ἡ­μέ­ραις ῾Η­ρῴ­δου τοῦ βα­σι­λέ­ως, ἰ­δοὺ, Μά­γοι ἀ­πὸ Ἀ­να­το­λῶν πα­ρε­γέ­νον­το εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, λέ­γον­τες· Ποῦ ἐ­στιν ὁ τε­χθεὶς Βα­σι­λεὺς τῶν ᾿Ι­ου­δα­ί­ων; εἴ­δο­μεν γὰρ αὐ­τοῦ τὸν ἀ­στέ­ρα ἐν τῇ Ἀ­να­το­λῇ καὶ ἤλ­θο­μεν προ­σκυ­νῆ­σαι αὐ­τῷ. ᾿Α­κο­ύ­σας δὲ ῾Η­ρῴ­δης ὁ βα­σι­λεὺς ἐ­τα­ρά­χθη, καὶ πᾶ­σα ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα μετ᾿ αὐ­τοῦ. Καὶ συ­να­γα­γὼν πάν­τας τοὺς Ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ Γραμ­μα­τεῖς τοῦ λα­οῦ, ἐ­πυν­θά­νε­το παρ᾿ αὐ­τῶν, ποῦ ὁ Χρι­στὸς γεν­νᾶ­ται. Οἱ δὲ εἶ­πον αὐ­τῷ· ἐν Βη­θλε­ὲμ τῆς ᾿Ι­ου­δα­ί­ας. Οὕ­τω γὰρ γέ­γρα­πται διὰ τοῦ Προ­φή­του· Καὶ σὺ Βη­θλε­έμ, γῆ ᾿Ι­ο­ύ­δα, οὐ­δα­μῶς ἐ­λα­χί­στη εἶ ἐν τοῖς ἡ­γε­μό­σιν ᾿Ι­ο­ύ­δα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐ­ξε­λε­ύ­σε­ται Ἡ­γο­ύ­με­νος, ὅς τις ποι­μα­νεῖ τὸν λα­όν μου τὸν ᾿Ισ­ρα­ήλ. Τό­τε ῾Η­ρῴ­δης, λά­θρα κα­λέ­σας τοὺς Μά­γους, ἠ­κρί­βω­σε παρ᾿ αὐ­τῶν τὸν χρό­νον τοῦ φαι­νο­μέ­νου ἀ­στέ­ρος. Καὶ πέμ­ψας αὐ­τοὺς εἰς Βη­θλε­ὲμ εἶ­πε· Πο­ρευ­θέν­τες, ἀ­κρι­βῶς ἐ­ξε­τά­σα­τε πε­ρὶ τοῦ Παι­δί­ου, ἐ­πὰν δὲ εὕ­ρη­τε, ἀ­παγ­γε­ί­λα­τέ μοι, ὅ­πως κἀ­γὼ ἐλ­θὼν προ­σκυ­νή­σω αὐ­τῷ. Οἱ δὲ ἀ­κο­ύ­σαν­τες τοῦ Βα­σι­λέ­ως, ἐ­πο­ρε­ύ­θη­σαν· καὶ ἰ­δοὺ, ὁ ἀ­στὴρ, ὃν εἶ­δον ἐν τῇ Ἀ­να­το­λῇ, προ­ῆ­γεν αὐ­το­ύς, ἕ­ως ἐλ­θὼν ἔ­στη ἐ­πά­νω οὗ ἦν τὸ Παι­δί­ον. Ἰ­δόν­τες δὲ τὸν ἀ­στέ­ρα, ἐ­χά­ρη­σαν χα­ρὰν με­γά­λην σφό­δρα. Καὶ ἐλ­θόν­τες εἰς τὴν οἰ­κί­αν, εἶ­δον τὸ Παι­δί­ον με­τὰ Μα­ρί­ας τῆς μη­τρὸς αὐ­τοῦ, καὶ πε­σόν­τες προ­σε­κύ­νη­σαν αὐ­τῷ· καὶ ἀ­νοί­ξαν­τες τοὺς θη­σαυ­ροὺς αὐ­τῶν, προ­σή­νεγ­καν αὐ­τῷ δῶ­ρα, χρυ­σὸν, καὶ λί­βα­νον, καὶ σμύρναν. Καὶ χρη­μα­τι­σθέν­τες κατ᾿ ὄ­ναρ, μὴ ἀ­να­κάμ­ψαι πρὸς ῾Η­ρῴ­δην, δι᾿ ἄλ­λης ὁ­δοῦ ἀ­νε­χώ­ρη­σαν εἰς τὴν χώ­ραν αὐ­τῶν.     
                                                                                 (Ματθ. β΄[2] 1-12)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς γεννήθηκε στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας τὶς ἡμέρες τοῦ βασιλιὰ Ἡρώδη, ἰδού, σοφοὶ ἀστρονόμοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἀνατολῆς ἦλθαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶπαν: Ποῦ εἶναι ὁ βασιλιὰς τῶν Ἰουδαίων ποὺ τώρα τελευταία γεννήθηκε; Διότι εἴδαμε τὸ ἀστέρι του νὰ ἀνατέλλει καὶ νὰ δίνει ἔτσι τὴν εἴδηση γιὰ τὴ γέννηση τοῦ νέου βασιλιᾶ, καὶ ἤλθαμε νὰ τὸν προσκυνήσουμε. Ὅταν ὅμως ὁ βασιλιὰς Ἡρώδης ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ποὺ εἶπαν οἱ μάγοι, ταράχθηκε, ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως ὁ νέος βασιλιὰς γίνει ἀντίζηλός του. Συγχρόνως ὅμως ταράχθηκαν μαζὶ μ᾿ αὐτὸν καὶ οἱ κάτοικοι ὅλης τῆς πόλεως τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ φοβήθηκαν μήπως ἡ ταραχὴ τοῦ σκληροῦ Ἡρώδη ξεσπάσει πάνω τους. Τότε λοιπὸν μάζεψε ὁ Ἡρώδης ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ποὺ θεωροῦνταν γνῶστες καὶ διδάσκαλοι τοῦ νόμου, καὶ ζητοῦσε νὰ μάθει ἀπ᾿ αὐτοὺς σὲ ποιὸ μέρος σύμφωνα μὲ τὶς προφητεῖες θὰ γεννιόταν ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας δηλαδὴ καὶ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ. Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν: Γεννιέται στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, διότι ἔτσι ἔχει γραφεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μέσω τοῦ προφήτη Μιχαία: Καὶ σύ, Βηθλεέμ, ποὺ περιλαμβάνεσαι στὴ χώρα τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, ἂν καὶ φαίνεσαι μικρὸ χωριό, δὲν εἶσαι ὅμως καθόλου ἡ πιὸ ἀσήμαντη πόλη ἀπὸ τὶς πρωτεύουσες ποὺ ξεχωρίζουν στὴν περιοχὴ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Καὶ δὲν εἶσαι ἡ πιὸ μικρή, διότι ἀπὸ σένα θὰ βγεῖ ἄρχοντας, ὁ ὁποῖος θὰ ποιμάνει τὸ λαό μου τὸν Ἰσραήλ. Τότε ὁ Ἡρώδης, ἀφοῦ κρυφὰ κάλεσε τοὺς μάγους, ἐξακρίβωσε ἀπ᾿ αὐτοὺς τὸ διάστημα τοῦ χρόνου ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισε νὰ φαίνεται τὸ ἄστρο. Κι ἀφοῦ τοὺς ὁδήγησε νὰ πᾶνε στὴ Βηθλεέμ, τοὺς εἶπε: Πηγαίνετε ἐκεῖ καὶ ἐξετάστε μὲ κάθε ἀκρίβεια κάθε τι σχετικὰ μὲ τὸ παιδί. Κι ὅταν μαζέψετε πληροφορίες, φέρτε μου εἴδηση, γιὰ νὰ ἔλθω κι ἐγὼ στὴ Βηθλεὲμ νὰ τὸ προσκυνήσω. Αὐτοὶ λοιπόν, ἀφοῦ ἄκουσαν τὰ λόγια τοῦ βασιλιᾶ, ἔφυγαν γιὰ τὴ Βηθλεέμ. Καὶ νά, τὸ ὑπερφυσικὸ ἀστέρι ποὺ ἔλαμπε καὶ τὴν ἡμέρα, τὸ ἴδιο ἀστέρι ποὺ εἶδαν ἐξαρχῆς στὴν ἀνατολή του, πήγαινε μπροστὰ ἀπ᾿ αὐτούς, μέχρι ποῦ ἦλθε καὶ στάθηκε πάνω ἀπ᾿ τὸ σπίτι ποὺ ἦταν τὸ παιδί. Μόλις λοιπὸν οἱ μάγοι εἶδαν τὸ ἄστρο, χάρηκαν μὲ πολὺ μεγάλη χαρά, διότι εἶχαν πλέον ἀσφαλὴ ὁδηγό. Κι ὅταν ἦλθαν στὸ σπίτι, εἶδαν τὸ παιδὶ μὲ τὴ μητέρα του Μαρία, κι ἀφοῦ ἔπεσαν στὴ γῆ, τὸ προσκύνησαν κι ἀνοίγοντας τὰ θησαυροφυλάκιά τους τοῦ πρόσφεραν δῶρα: χρυσάφι, κι ἀπ` τὰ πολύτιμα ἀρώματα τῆς Ἀραβίας λιβάνι καὶ σμύρνα. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Θεὸς τοὺς ἔδωσε στὸ ὄνειρό τους τὴν ὁδηγία νὰ μὴν ξαναγυρίσουν στὸν Ἡρώδη, ἀναχώρησαν ἀπὸ ἄλλο δρόμο γιὰ τὴν πατρίδα τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου