Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ  (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)
(11 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)
Ἀδελφοί, ὃταν ὁ Χρι­στὸς φα­νε­ρω­θῇ, ζω­ὴ ὑ­μῶν, τό­τε κα ὑ­μεῖς σν αὐ­τῷ φα­νε­ρω­θή­σε­σθε ν δό­ξῃ. Νε­κρώ­σα­τε ον τ μέ­λη ὑ­μῶν τ ἐ­πὶ τς γς, πορ­νε­ί­αν, ἀ­κα­θαρ­σί­αν, πά­θος, ἐ­πι­θυ­μί­αν κα­κήν, κα τν πλε­ο­νε­ξί­αν ἥ­τις ἐ­στὶν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, δι' ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ το Θε­οῦ ἐ­πὶ τος υἱ­οὺς τς ἀ­πει­θε­ί­ας, ν ος κα ὑ­μεῖς πε­ρι­ε­πα­τή­σα­τέ πο­τε, ὅ­τε ἐ­ζῆ­τε ἐν αὐ­τοῖς· νυ­νὶ δ ἀ­πό­θε­σθε κα ὑ­μεῖς τ πάν­τα, ὀρ­γήν, θυ­μόν, κα­κί­αν, βλα­σφη­μί­αν, αἰ­σχρο­λο­γί­αν κ το στό­μα­τος ὑ­μῶν· μ ψε­ύ­δε­σθε ες ἀλ­λή­λους, ἀ­πεκ­δυ­σά­με­νοι τν πα­λαι­ὸν ἄν­θρω­πον σν τας πρά­ξε­σιν αὐ­τοῦ κα ἐν­δυ­σά­με­νοι τν νέ­ον τν ἀ­να­και­νο­ύ­με­νον ες ἐ­πί­γνω­σιν κα­τ' εἰ­κό­να το κτί­σαν­τος αὐ­τόν, ὅ­που οκ ἔ­νι Ἕλ­λην κα Ἰ­ου­δαῖ­ος, πε­ρι­το­μὴ κα ἀ­κρο­βυ­στί­α, βάρ­βα­ρος, Σκύ­θης, δοῦ­λος, ἐ­λε­ύ­θε­ρος, ἀλ­λὰ τ πάν­τα κα ν πᾶ­σι Χρι­στός.
                                      (Κολ. γ΄[3] 4-11)                               

ΠΟΤΕ ΨΕΜΑΤΑ!
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ: «Μὴ ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους»
Ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς ὑποκρισίας καὶ τοῦ ψεύδους. Τὰ γεγονότα μεγεθύνονται, σμικρύνονται, παραποιοῦνται, διαστρέφονται. Ἡ ἁμαρτία θεωρεῖται πρόοδος καὶ ἡ ἀρετὴ ὀπισθοδρόμηση. Τὸ ψέμα κυριαρχεῖ ὄχι μόνο στὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ γενικὰ στὴν ζωὴ καὶ νοοτροπία τους. Ψέματα οἱ γονεῖς, ψέματα οἱ μαθηταί, ψέματα οἱ ἐργαζόμενοι, ψέματα οἱ πολιτικοί, ψέματα παντοῦ. Καὶ σὲ τελικὴ ἀνάλυση δὲν ξέρεις ποιὸν νὰ πιστεύσεις καὶ τί νὰ πιστεύσεις. Μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν παραζάλη ἂς ἀκούσουμε τὴν προτροπὴ τοῦ θείου Παύλου ποὺ μᾶς λέγει «μὴ ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους»· κι ἂς δοῦμε ὅτι τὸ ψεῦδος εἶναι πολὺ σοβαρὸ ἁμάρτημα, διότι εἶναι σατανικὸ καὶ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό.
1. ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΔΙΑΒΟΛΟΥΣ!
Τὸ ψέμα εἶναι σατανικὴ ἐπινόηση, ἀφοῦ ἐφευρέτης καὶ πατὴρ τοῦ ψεύδους εἶναι ὁ διάβολος. Μέσα στὸν Παράδεισο παρουσιάζεται μὲ τὸ προσωπεῖο τοῦ φιδιοῦ καὶ ἐκστομίζει στὴν Εὔα τὸ πρῶτο ψέμα: «Δὲν πρόκειται νὰ πεθάνετε, ἐὰν φᾶτε ἀπὸ τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, ἀλλὰ θὰ ἀνοίξουν τὰ μάτια σας "καὶ ἔσεσθε ὡς θεοὶ"» (Γέν. γ'[3] 5). Ὁ πονηρὸς διάβολος συκοφαντεῖ τὸν Θεὸ ὄχι μόνον ὡς ψεύτη ἀλλὰ καὶ ὡς φθονερό. Εἶναι σὰν νὰ λέγει στὴν Εὔα: «Εἶναι ψεύτης ὁ Θεός σας. Σᾶς εἶπε ὅτι ἐὰν φᾶτε τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ θὰ πεθάνετε, ἐπειδὴ φοβᾶται μὴ γίνετε κι ἐσεῖς θεοί. Σᾶς ζηλεύει ὁ Θεός».
Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ ἀλήθεια; Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Ὁ διάβολος λέει ψέματα, διότι φθονεῖ τὸν ἄνθρωπο, «τὸν καθ' ὅμοίωσιν Θεοῦ πλασθέντα», διότι ξέρει ὅτι μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει κατὰ χάριν θεός. Ἐνῶ αὐτός, ποὺ θέλησε νὰ γίνει Θεός, κατήντησε ἀπαίσιος δαίμων. Αὐτὴ ἡ σπορὰ τοῦ ψεύδους εἶναι πάγια τακτικὴ τοῦ διαβόλου μέσα στὴν πορεία τῆς ἀνθρωπότητος. «Διαστρέφει τὰς ὁδοὺς Κυρίου τὰς εὐθείας» (πρβλ. Πράξ. ιγ΄[13] 10). Παρουσιάζει τὸ φῶς ὡς σκοτάδι καὶ τὸ σκοτάδι ὡς φῶς (πρβλ. Ἡσ. ε΄[5] 20).
Γι' αὐτὸ ἄλλωστε ὁ Κύριός μας ὠνόμασε τὸν Ἑωσφόρο διάβολο, διότι ἀκριβῶς διαβάλλει, διαστρέφει, ψεύδεται. Καὶ μάλιστα μᾶς ἐξήγησε ὁ Κύριος ὅτι ὁ διαβολος «ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὄτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ» (Ἰω. η΄[8] 44). Εἶναι λοιπὸν ὁ διάβολος ὁ ἐμπνευστὴς καὶ ὑποβολεὺς τοῦ ψεύδους στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ μιμοῦνται τὸν διάβολο στὸ ψεῦδος, διάβολοι γίνονται κι αὐτοί, ψεῦται καὶ διαστροφεῖς τῆς ἀλήθειας. Διότι «μεταλλάσσουν τὴν ἀλήθειαν... ἐν τῷ ψεύδει» (Ρωμ. α΄[1] 25).
Δὲν εἶναι λοιπὸν μικρὸ ἁμάρτημα τὸ νὰ ψεύδεται κανείς. Οὔτε ὑπάρχουν μικρὰ καὶ μεγάλα ψέματα ἢ κατὰ συνθήκην ψεύδη ἢ ἀστεῖα ψέματα. Τὸ ψέμα, ὅ,τι κι ἂν εἶναι αὐτό, εἶναι βαρύτατο σατανικὸ ἁμάρτημα. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ συνειδητοποιήσουμε ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγάλοι.
2. ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ!
Τὸ ψεῦδος εἶναι βαρύτατο ἁμάρτημα, διότι ἐπιπλέον μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς ἀληθείας. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος λέγει ἔστω καὶ γι᾿ ἀστεῖα ἕνα ψέμα, ὄχι μόνο μιμεῖται τὸν διάβολο, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει ἀρνεῖται τὸν Θεό. Ψεύδεται ὄχι μόνον ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ψεύδεται καὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ φαίνεται χαρακτηριστικὰ στὴν περίπτωση τοῦ Ἀνανία, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶπε ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Οὐκ ἐψεύσω ἀνθρώποις, ἀλλὰ τῷ Θεῷ. ἀκούων δὲ ὁ Ἀνανίας τοὺς λόγους τούτους πεσὼν ἐξέψυξε» (Πράξ. ε΄[5] 4-5). Τοῦ εἶπε δηλαδή: Ἀνανία, δὲν εἶπες ψέματα σὲ ἀνθρώπους ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν Θεό. Καὶ ἀμέσως, μόλις ἄκουσε τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Ἀνανίας, ἔπεσε κάτω νεκρός. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ παραδειγματικὴ τιμωρία τοῦ Ἀνανία θὰ πρέπει νὰ μᾶς φοβίσει καὶ νὰ μᾶς κάνει νὰ καταλάβουμε ὅλοι μας πόσο βαρὺ ἁμάρτημα εἶναι τὸ ψέμα. Διότι ἀκριβῶς κάθε ψέμα, στὸν Θεὸ ἀναφέρεται καὶ τὸν Θεὸ τῆς ἀληθείας περιφρονεῖ, ἀκόμη κι ὅταν αὐτὸ δὲν γίνεται συνειδητῶς.
Γι᾿ αὐτὸ λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Βδέλυγμα Κυρίῳ χείλη ψευδῆ» (Παρ. ιβ΄[12] 22. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς λέγει ὅτι ὁ Θεὸς θὰ καταστρέψει «πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος» (Ψαλ. ε΄[5] 7). Καὶ ἂν μᾶς φαίνεται ὑπερβολικὸς ὁ λόγος αὐτός, ἂς ἀνοίξουμε τὸ βιβλίο τῆς «Ἀποκαλύψεως» νὰ δοῦμε ὅτι στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἔχουν θέση οἱ ψεῦται: «Ἔξω... πᾶς ὁ φιλῶν... ψεῦδος» (Ἀποκ. κβ΄[22] 15). Ἔξω ἀπὸ τὴν οὐράνια πόλη ὅσοι ἀγαποῦν τὸ ψεῦδος.
Ἀδελφοί, ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ ψέμα στὴν ἐποχή μας κυριαρχεῖ καὶ μεταδίδεται ἐπιδημικά, ἐμεῖς ποὺ γνωρίζουμε πόσο σοβαρὸ ἁμάρτημα εἶναι, ποτὲ καὶ γιὰ κανένα λόγο νὰ μὴν ψευδόμαστε. Αὐτὸ νὰ καλλιεργήσουμε καὶ στὶς οἰκογένειές μας, μάλιστα δὲ στὰ μικρὰ παιδιά μας μὲ τὸν λόγο μας καὶ τὸ παράδειγμά μας. Νὰ λέμε πάντα τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ζοῦμε μέσα στὴν ἀλήθεια, ὅ,τι κι ἂν αὐτὴ μᾶς κοστίζει. Διότι, ὅταν ζοῦμε μὲ τὴν ἀλήθεια, ζοῦμε μὲ τὸν Θεὸ τῆς ἀληθείας.
  (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)
Εἶ­πεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἄν­θρω­πός τις ἐ­πο­ί­η­σε δεῖ­πνον μέ­γα, κα ἐ­κά­λε­σε πολ­λο­ύς· κα ἀ­πέ­στει­λε τν δοῦ­λον αὐ­τοῦ τ ὥ­ρᾳ το δε­ί­πνου εἰ­πεῖν τος κε­κλη­μέ­νοις· ἔρ­χε­σθε, ὅ­τι ἤ­δη ἕ­τοι­μά ἐ­στι πάν­τα. κα ἤρ­ξαν­το ἀ­πὸ μι­ᾶς πα­ραι­τεῖ­σθαι πάν­τες, πρῶ­τος εἶ­πεν αὐ­τῷ· ἀ­γρὸν ἠ­γό­ρα­σα, κα ἔ­χω ἀ­νάγ­κην ἐ­ξελ­θεῖν κα ἰ­δεῖν αὐ­τόν· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· ζεύ­γη βο­ῶν ἠ­γό­ρα­σα πέν­τε, κα πο­ρε­ύ­ο­μαι δο­κι­μά­σαι αὐ­τά· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· γυ­ναῖ­κα ἔ­γη­μα, κα δι­ὰ τοῦ­το ο δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν. κα πα­ρα­γε­νό­με­νος δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος ἀ­πήγ­γει­λε τ κυ­ρί­ῳ αὐ­τοῦ ταῦ­τα. τό­τε ὀρ­γι­σθεὶς ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της εἶ­πε τ δο­ύ­λῳ αὐ­τοῦ· ἔ­ξελ­θε τα­χέ­ως ες τς πλα­τε­ί­ας κα ῥύ­μας τς πό­λε­ως, κα τος πτω­χοὺς κα ἀ­να­πή­ρους κα χω­λοὺς κα τυ­φλοὺς εἰ­σά­γα­γε ὧ­δε. κα εἶ­πεν δοῦ­λος· κύ­ρι­ε, γέ­γο­νεν ς ἐ­πέ­τα­ξας, κα ἔ­τι τό­πος ἐ­στί. κα εἶ­πεν κύ­ρι­ος πρς τν δοῦ­λον· Ἔ­ξελ­θε ες τς ὁ­δοὺς κα φραγ­μοὺς κα ἀ­νάγ­κα­σον εἰ­σελ­θεῖν, ἵ­να γε­μι­σθῇ οἶ­κός μου. λέ­γω γρ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δεὶς τν ἀν­δρῶν ἐ­κε­ί­νων τν κε­κλη­μέ­νων γε­ύ­σε­ταί μου το δε­ί­πνου.   
(Λουκ. ιδ΄[14] 16 – 24)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Επε Κύριος τήν πιό κάτω παραβολ:  Κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος ἔ­κα­νε με­γά­λο βρα­δι­νὸ συμ­πό­σιο καὶ κάλεσε πολ­λούς. Ἡ χα­ρὰ καὶ ἡ ἀ­πό­λαυ­ση δη­λα­δὴ τῆς αἰ­ώ­νιας βα­σι­λεί­ας πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μ' ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς δεῖπνο πού ἑ­τοί­μα­σε ὁ Θε­ός. Σ' αὐ­τὸ δὲν κά­λε­σε ἀρ­χι­κὰ ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, ἀλλά πολ­λούς, δη­λα­δὴ μό­νο τούς Ἰου­δαί­ους. Καὶ τὴν ὥ­ρα τοῦ δεί­πνου ἔ­στει­λε τὸν δοῦλο του γιὰ νὰ πεῖ στοὺς κα­λε­σμέ­νους: Ἐ­λᾶ­τε καὶ μὴν ἀ­να­βάλ­λε­τε, δι­ό­τι εἶ­ναι πλέ­ον ὅ­λα ἕ­τοι­μα. (Σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ δη­λα­δὴ ὁ Θε­ὸς ἔ­στελ­νε τοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους του. Καὶ στὸ τέ­λος ἔ­στει­λε τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν Βα­πτι­στὴ κι ἔ­πει­τα τὸν Υἱ­ό του, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­σή του ἔ­λα­βε μορ­φὴ δού­λου). Τό­τε ἄρ­χι­σαν με­μιᾶς ὅ­λοι οἱ κα­λε­σμέ­νοι, ὁ ἕ­νας με­τὰ τὸν ἄλ­λον, σάν νά ἦ­ταν συ­νεν­νο­η­μέ­νοι, νὰ δι­και­ο­λο­γοῦν τὴν ἀ­που­σί­α τους ἀ­πὸ τὸ δεῖ­πνο. Ὁ πρῶ­τος τοῦ εἶπε: Ἔ­χω ἀ­γο­ρά­σει κά­ποι­ο χω­ρά­φι καὶ πρέ­πει νὰ βγῶ ἔξω καὶ νὰ τὸ δῶ. Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, θε­ώ­ρη­σέ με δικαιολογημένο καὶ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ἔλ­θω. Ἄλ­λος πά­λι τοῦ εἶ­πε: Ἔ­χω ἀ­γο­ρά­σει πέν­τε ζευγάρια βό­δια καὶ πη­γαί­νω νὰ τὰ δο­κι­μά­σω. Σὲ πα­ρα­καλῶ, συγ­χώ­ρη­σε τὴ δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη ἀ­που­σί­α μου. Κι ἕ­νας ἄλ­λος τοῦ εἶ­πε: Εἶ­μαι νι­ό­παν­τρος καὶ γι’ αὐτό δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔλ­θω. Δη­λα­δὴ οἱ προ­σκε­κλημένοι ὅ­λοι ἀ­πορ­ρο­φή­θη­καν ἀ­πὸ τὶς βι­ο­τι­κὲς καὶ τὶς σαρκικές τους μέ­ρι­μνες καὶ ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν γιὰ τὴν πρό­σκληση τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς κα­λοῦ­σε νὰ γί­νουν μέ­τοχοι καί κληρονόμοι τῆς βα­σι­λεί­ας του. Ὅ­ταν λοι­πὸν γύ­ρι­σε ὁ δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος, δι­η­γή­θη­κε στὸν κύ­ριό του τὰ ὅ­σα τοῦ εἶ­παν οἱ κα­λε­σμέ­νοι. Τό­τε ὁ νοι­κο­κύ­ρης θύ­μω­σε καὶ εἶ­πε στὸ δοῦλο του: Βγὲς γρή­γο­ρα στὶς πλα­τεῖ­ες καὶ στὰ στε­νὰ τῆς πό­λε­ως καὶ φέ­ρε ἐ­δῶ μέ­σα τοὺς φτω­χούς, τοὺς σα­κά­τη­δες, τοὺς χω­λοὺς καὶ τοὺς τυ­φλοὺς πού θὰ βρεῖς ἐκεῖ. Κά­λε­σε δη­λα­δὴ ὅ­σους εἶ­ναι πε­ρι­φρο­νη­μέ­νοι με­τα­ξὺ τῶν Ἰσ­ρα­η­λι­τῶν, ἀφοῦ οἱ ἐ­πί­ση­μοι ἄρ­χον­τες τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ἀρ­νοῦν­ται νὰ δεχθοῦν τὴ σω­τη­ρί­α πού τοὺς προ­σφέ­ρει ὁ Μεσ­σί­ας. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι ὁ δοῦ­λος καὶ εἶ­πε: Κύ­ρι­ε, ἔ­γι­νε ὅ­πως δι­έ­τα­ξες, καὶ ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη τό­πος ἀ­δεια­νὸς στὸ σπί­τι γιὰ νὰ προ­σκλη­θοῦν κι ἄλ­λοι. Τό­τε εἶ­πε ὁ κύ­ριος στὸ δοῦλο: Βγὲς ἔ­ξω ἀ­π' τὴν πό­λη στοὺς δρό­μους καὶ στοὺς φρά­χτες τῶν κτη­μά­των, ὅ­που συ­νή­θως μα­ζεύ­ον­ται οἱ πε­ρι­πλα­νώ­με­νοι, πού δὲν ἔ­χουν σπί­τι καὶ μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ θὰ δι­στά­ζουν ἀ­πὸ συ­στο­λὴ νὰ πά­ρουν μέ­ρος στὸ δεῖ­πνο μου, πα­ρα­κί­νη­σέ τους ἐ­πί­μο­να νὰ μποῦν ἐ­δῶ, γιὰ νὰ γε­μί­σει τὸ σπί­τι μου. Προ­σκά­λε­σε δη­λα­δὴ καὶ τοὺς ἐ­θνι­κοὺς νὰ πά­ρουν μέ­ρος στὰ ἀ­γα­θὰ τῆς βα­σι­λεί­ας μου. Δι­ό­τι σᾶς βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι κα­νέ­νας ἀ­πό τους ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους πού κά­λε­σα ὄ­χι μό­νο δὲν θὰ κα­θί­σει, ἀλ­λ' οὔτε κἄν θὰ γευ­θεῖ τὸ δεῖ­πνο μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου