Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ
(22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017)
(ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ)
Τέκνον Τιμόθεε, χάριν ἔχω τῷ Θεῷ, ᾧ λατρεύω ἀπὸ προγόνων ἐν καθαρᾷ συνειδήσει, ὡς ἀδιάλειπτον ἔχω τὴν περὶ σοῦ μνείαν ἐν ταῖς δεήσεσί μου νυκτὸς καὶ ἡμέρας, ἐπιποθῶν σε ἰδεῖν, μεμνημένος σου τῶν δακρύων, ἵνα χαρᾶς πληρωθῶ, ὑπόμνησιν λαμβάνων τῆς ἐν σοὶ ἀνυποκρίτου πίστεως, ἥτις ἐνῴκησε πρῶτον ἐν τῇ μάμμῃ σου Λωΐδι καὶ τῇ μητρί σου Εὐνίκῃ· πέπεισμαι δὲ ὅτι καὶ ἐν σοί. Δι' ἣν αἰτίαν ἀναμιμνήσκω σε ἀναζωπυρεῖν τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ὅ ἐστιν ἐν σοὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν μου·  οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ. Μὴ οὖν ἐπαισχυνθῇς τὸ μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν μηδὲ ἐμὲ τὸν δέσμιον αὐτοῦ, ἀλλὰ συγκακοπάθησον τῷ Εὐαγγελίῳ κατὰ δύναμιν Θεοῦ, τοῦ σώσαντος ἡμᾶς.   
                                (Β’ Τιμ. α΄ [1] 3-9)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Παιδί μου Τιμόθεε, εὐχαριστῶ τὸν Θεό, τὸν ὁποῖο λατρεύω μὲ καθαρὴ συνείδηση, ὅπως μὲ δίδαξαν οἱ πρόγονοί μου. Καὶ τὸν εὐχαριστῶ, διότι ἀκατάπαυστα καὶ χωρὶς νὰ τὸ παραλείπω ποτέ, σὲ θυμᾶμαι στὶς δεήσεις μου νύχτα καὶ μέρα καὶ ποθῶ πολὺ νὰ σὲ δῶ. Ἔχω τόσο πόθο κι ἀγάπη γιὰ σένα, διότι θυμᾶμαι τὰ δάκρυα ποὺ ἔχυνες, ὅταν ἀποχωριζόμασταν. Καὶ θέλω νὰ σὲ δῶ, γιὰ νὰ πλημμυρίσει ἡ καρδιά μου ἀπὸ χαρά. Θυμᾶμαι ἀκόμη τὴν ἀνυπόκριτη καὶ εἰλικρινὴ πίστη ποὺ ἔχεις μέσα σου καὶ ἡ ὁποία κατοίκησε πρῶτα στὴν καρδιὰ τῆς γιαγιᾶς σου Λωίδος καὶ τῆς μητέρας σου Εὐνίκης, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι φώλιασε καὶ στὴ δική σου καρδιά. Ἐπειδὴ ἔχω τὴ βεβαιότητα ὅτι ἔχεις ἀνυπόκριτη πίστη, γι᾿ αὐτὸ σοῦ ὑπενθυμίζω καὶ πάλι, ὅπως σὲ προέτρεψα καὶ στὸ παρελθόν, νὰ ἀνανεώνεις τὸ πῦρ τοῦ χαρίσματος τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο ἔλαβες στὴ χειροτονία σου, ὅταν ἔθεσα τὰ χέρια μου στὸ κεφάλι σου. Νὰ διατηρεῖς ἀναμμένο τὸ χάρισμα αὐτό, ποὺ σὲ κάνει ἄφοβο καὶ θαρραλέο στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Διότι ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔδωσε πνεῦμα δειλίας, ὥστε νὰ μᾶς φοβίζουν οἱ ἀπειλὲς καὶ οἱ διωγμοί, ἀλλὰ μᾶς ἔδωσε πνεῦμα καὶ χάρισμα δυνάμεως, γιὰ νὰ ἀντέχουμε στοὺς πειρασμοὺς· μᾶς ἔδωσε καὶ πνεῦμα ἀγάπης καὶ πνεῦμα ποὺ μᾶς σωφρονίζει, ὥστε φρόνιμα καὶ συνετὰ νὰ κυβερνοῦμε καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ τοὺς ἄλλους. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε χάρισμα ἀνδρείας καὶ δυνάμεως, μὴν ντραπεῖς νὰ ὁμολογεῖς τὴ μαρτυρία γιὰ τὸν Κύριό μας, τὸν σταυρωμένο Χριστό. Μὴν ντραπεῖς ἀκόμη οὔτε γιὰ μένα ποὺ ἔχω φυλακισθεῖ γιὰ τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ κακοπάθησε μαζί μου γιὰ χάρη τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὴ δύναμη ποὺ δίνει ὁ Θεός, ποὺ μᾶς ἔσωσε.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, δι­ήρ­χε­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς τὴν ῾Ι­ε­ρι­χώ. Καὶ ἰ­δοὺ, ἀ­νὴρ ὀ­νό­μα­τι κα­λο­ύ­με­νος Ζακ­χαῖ­ος· καὶ αὐ­τὸς ἦν ἀρ­χι­τε­λώ­νης, καὶ οὗ­τος ἦν πλο­ύ­σι­ος, καὶ ἐ­ζή­τει ἰ­δεῖν τὸν ᾿Ι­η­σοῦν τίς ἐ­στι, καὶ οὐκ ἠ­δύ­να­το ἀ­πὸ τοῦ ὄ­χλου, ὅ­τι τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ μι­κρὸς ἦν. Καὶ προ­δρα­μὼν ἔμ­προ­σθεν, ἀ­νέ­βη ἐ­πὶ συ­κο­μο­ρέ­αν, ἵ­να ἴ­δῃ αὐ­τόν, ὅ­τι ἐ­κε­ί­νης ἤ­μελ­λε δι­έρ­χε­σθαι. Καὶ ὡς ἦλ­θεν ἐ­πὶ τὸν τό­πον, ἀ­να­βλέ­ψας ὁ ᾿Ι­η­σοῦς εἶ­δεν αὐ­τὸν, καὶ εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν· Ζακ­χαῖ­ε, σπε­ύ­σας κα­τά­βη­θι· σή­με­ρον γὰρ ἐν τῷ οἴ­κῳ σου δεῖ με μεῖ­ναι. Καὶ σπε­ύ­σας κα­τέ­βη, καὶ ὑ­πε­δέ­ξα­το αὐ­τὸν χα­ί­ρων. Καὶ ἰ­δόν­τες πάν­τες δι­ε­γόγ­γυ­ζον, λέ­γον­τες· ὅ­τι πα­ρὰ ἁ­μαρ­τω­λῷ ἀν­δρὶ εἰ­σῆλ­θε κα­τα­λῦ­σαι. Στα­θεὶς δὲ Ζακ­χαῖ­ος, εἶ­πε πρὸς τὸν ᾿Ι­η­σοῦν· Ἰ­δοὺ, τὰ ἡ­μί­ση τῶν ὑ­παρ­χόν­των μου Κύριε, δί­δω­μι τοῖς πτω­χοῖς· καὶ εἴ τι­νός τι ἐ­συ­κο­φάν­τη­σα, ἀ­πο­δί­δω­μι τε­τρα­πλοῦν. Εἶ­πε δὲ πρὸς αὐ­τὸν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς· ὅ­τι σή­με­ρον σω­τη­ρί­α τῷ οἴ­κῳ το­ύ­τῳ ἐ­γέ­νε­το, κα­θό­τι καὶ αὐ­τὸς υἱ­ὸς ᾿Α­βρα­άμ ἐ­στιν. Ἦλ­θε γὰρ ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ζη­τῆ­σαι καὶ σῶ­σαι τὸ ἀ­πο­λω­λός.            
                           (Λουκ. ιθ΄[19] 1 - 10)

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ
1. Ο ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ
Στν εριχὼ ὁ ρχιτελώνης Ζακχαῖος ταν πορροφημένος ἀπὸ τς φοροεισπρακτικές του ργασίες. Διευθυντς τοῦ τελωνείου, εχε πολλὰ ζητήματα ν τακτοποιήσει, ἀλλὰ κα πολλς πολαβές. Τν ἡμέρα κείνη ὅμως κάτι λλαξε μέσα του. μαθε πὼς ἀπὸ τν πόλη του θ περνοσε ὁ Κύριος. Κα θελε πολ ν Τν δε, ν δε ποιὸς εναι. Εχε ὅμως μαζευτεῖ τόσο πολς λας γύρω ἀπὸ τν Κύριο πο διέσχιζε τν πόλη, ὥστε ταν ἀδύνατο ν Τν προσεγγίσει. ταν κα κοντς στ νάστημα κα δν μποροσε ν Τν δε στω κα ἀπὸ μακριά. Κα τί κάνει; Τρέχει μέσως σὰν ν ᾿ταν μικρ παιδί, κι νεβαίνει πάνω σ᾿ να δέντρο, σ μι συκομουριά, γι ν Τν δεῖ. Διότι ἀπὸ ἐκεῖ θ περνοσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Μόλις πλησίασε ὁ Κύριος, μέσως κατευθύνθηκε πρς τ δέντρο, σήκωσε τ βλέμμα του κα κοίταξε τν Ζακχαῖο. Κα χωρς ν Τν γνωρίζει ἀπὸ πρίν, τν φωνάζει μ τ νομά του κα τοῦ λέει: Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα. Σήμερα πρέπει ν μείνω στ σπίτι σου. Κα ὁ Ζακχαῖος κατεβαίνει μέσως, κα μ χαρ μοναδικ ποδέχεται τν Κύριο στ σπίτι του.
Κάποιοι ἄνθρωποι βέβαια, μόλις τ εἶδαν ατό, μουρμούριζαν μ γανάκτηση ναντίον του κα μ περιφρόνηση λεγαν ὅτι στ σπίτι νθρώπου μαρτωλοῦ μπκε ν μείνει κα ν ναπαυθε.
Ὁ Ζακχαῖος ὅμως δν πολόγισε τίποτε ἀπὸ ατά. Διότι ζοῦσε τ μεγαλύτερη χαρ τς ζως του. Κα ποιὸς θ τ περίμενε; νας διευθυντς τοῦ τελωνείου, νας ἄνθρωπος τόσο πλούσιος, να πρόσωπο τς ψηλς κοινωνίας, ποὺ καθημεριν νδιαφέρον εχε πς θ πλουτίσει περισσότερο, νὰ χει κα πνευματικ νδιαφέροντα! Κα ν θέλει ν δεῖ τν Κύριο. Κα ν μν πολογίζει τ τόσα μπόδια στ δρόμο του ατό. πιθυμοσε ν δεῖ τν ησοῦ. Θ εχε κούσει ν μιλον γι τν Κύριο, κα διαιτέρως γι τν πιείκεια κα συγκατάβαση πο δειχνε στος τελνες. Κα θελε ν δεῖ ποιὸς εναι ατός.
Οἱ ξωτερικο τύποι κα τρόποι συμπεριφορς σφαλς δν το πέτρεπαν νὰ κάνει μιὰ τέτοια τρέλα, ν ναρριχηθε πάνω σ᾿ να δέντρο. Ἀλλὰ ὁ πόθος του νὰ δεῖ τν Χριστ τν κανε ν καθυποτάξει κάθε πιφύλαξη κα ν περνικήσει κάθε μπόδιο. Δν πολόγισε οὔτε τ θέση του οὔτε τν προσωπική του ξιοπρέπεια οὔτε τ σχόλια τν λλων.
Ὅσοι λοιπν θέλουμε ν γνωρίσουμε τν Κύριο, ν Τν κάνουμε νοικο στν ψυχή μας, ν Τν κάνουμε κυβερνήτη τς ζως μας, θ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ περπηδομε κάθε μπόδιο στν πόθο μας ατό. Ν μν πολογίζουμε κόπους κα δυσκολίες, σχόλια κα ερωνεες· οὔτε πιθαν πομόνωση ἀπὸ τν κοινωνικό μας περίγυρο πώλεια τς κοινωνικς μας καταξίωσης. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα κα πάνω ἀπ᾿ ὅλα ν κυριαρχε ὁ πόθος μας ν γνωρίσουμε τν Χριστ κα ν ζήσουμε μ᾿ Ατόν, ὅ,τι κι ἂν ατ μς κοστίζει.
2. Η ΑΛΛΑΓΗ
Ζακχαῖος τώρα μέσα στ σπίτι του κδηλώνει τν ληθιν κα σταθερ μετάνοιά του. Στέκεται κάποια στιγμ μπροστ στν Κύριο κα τοῦ λέει:
-Κύριε, τ μισ περιουσία μου τ δίνω στος πτωχούς. Κα ἐὰν τυχν ὡς τελώνης δίκησα μ ψεύτικες καταγγελίες κα ναφορς κάποιον γι ν καταχρασθ τν περιουσία του, τοῦ τ πιστρέφω τετραπλάσιο.
Τότε τοῦ λέει ὁ Κύριος: «Σήμερα, μ τν πίσκεψή μου ἐδῶ λθε ἡ σωτηρία στ σπίτι ατό. Κα ἔπρεπε ν σωθε κι ὁ τελώνης ατός, διότι κι ατς εναι πόγονος τοῦ βραάμ. Διότι ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» λθε ἀπὸ τν οραν στ γῆ γι ν ναζητήσει κα ν σώσει τ χαμένο του πρόβατο, ποὺ κινδύνευε νὰ πεθάνει στν μαρτία».
Κι να τέτοιο χαμένο πρόβατο πο βρέθηκε ταν κα ὁ Ζακχαῖος. ρθε κα γι᾿ ατν ἡ ὥρα τς χάριτος, ἡ ὥρα τς μετανοίας. Μιᾶς μετάνοιας πο κυοφορήθηκε κα ὡρίμασε μ τ γνωριμία του μ τν Κύριο ησοῦ Χριστό. Ἡ διακήρυξη τς πανορθώσεώς του ταν ποτέλεσμα τς προσωπικς σχέσεως ποὺ εἶχε μ τν Κύριο. Μόλις γνώρισε τν Χριστό, δν πολογίζει οὔτε τν περιουσία του οὔτε τ ἀξίωμά του. Μοιράζει ὅλη του τν περιουσία. Κα τὴν δίνει μέσως. Δν λέει ὅτι θ τ δώσει ργότερα μετ τν θάνατό του. Γι᾿ ατ κα ὁ Κύριος πιβεβαιώνει τ γνήσια μετάνοια τοῦ Ζακχαίου λέγοντας τι σήμερα λθε ἡ σωτηρία στ σπίτι ατό.
Πόσο γρήγορα λλαξε ὁ Ζακχαῖος! Ὁ δικος γινε λεήμων, ὁ πάμπλουτος πάμφτωχος, ὁ γκόσμιος περκόσμιος, ὁ ὑλόφρων θεόφρων, ὁ φίλος τοῦ χρήματος φίλος τοῦ Χριστοῦ. Μαθητς τοῦ Κυρίου κα ργότερα συνοδς τοῦ ποστόλου Πέτρου, πίσκοπος Καισαρείας κα γιος τῆς κκλησίας μας.
Μέσα στ χάρη τοῦ Θεοῦ λοιπν ὅλα διορθώνονται. Μ τ μετάνοια κα ερὰ Ἐξομολόγηση ὅλα μπορον ν λλάξουν. Ἀρκεῖ ἐμεῖς ν ζοῦμε καθημεριν μμετάνοια κα συναίσθηση τς ἁμαρτωλότητός μας κα ν φήνουμε τ χάρη τοῦ Θεοῦ ν ργάζεται τ μεταμόρφωση καὶ ἀναγέννησή μας. Κι ὅταν ὁ Κύριος κρίνει, θὰ μς παλλάξει ἀπὸ τ πολλά μας πάθη κα τς δυναμίες μας, θ μς ναγεννήσει, θ μς ἐξαγιάσει.        
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου