Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙϚ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΛΟΥΚΑ (ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΑΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ
(5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2017)
(ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
  Τέ­κνον Τι­μό­θε­ε, πα­ρη­κο­λο­ύ­θη­κάς μου τ δι­δα­σκα­λί­ᾳ, τ ἀ­γω­γῇ, τ προ­θέ­σει, τ πί­στει, τ μα­κρο­θυ­μί­ᾳ, τ ἀ­γά­πῃ, τ ὑ­πο­μο­νῇ, τος δι­ωγ­μοῖς, τος πα­θή­μα­σιν, οἷά μοι ἐ­γέ­νον­το ἐν Ἀν­τι­ο­χε­ί­ᾳ, ν Ἰ­κο­νί­ῳ, ν Λστροις, οἵ­ους δι­ωγ­μοὺς ὑ­πή­νεγ­κα! κα κ πάν­των με ἐρ­ρύ­σα­το ὁ Κριος. καπάν­τες δ ο θέ­λον­τες εὐ­σε­βῶς ζν ν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ δι­ω­χθή­σον­ται· πο­νη­ροὶ δ ἄν­θρω­ποι κα γό­η­τες προ­κό­ψου­σιν ἐ­πὶ τ χεῖ­ρον, πλα­νῶν­τες κα πλα­νώ­με­νοι. σ δ μέ­νε ν ος ἔ­μα­θες κα ἐ­πι­στώ­θης, εἰ­δὼς πα­ρὰ τί­νος ἔ­μα­θες, κα ὅ­τι ἀ­πὸ βρέ­φους τ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα οἶ­δας, τ δυ­νά­με­νά σε σο­φί­σαι ες σω­τη­ρί­αν δι­ὰ πί­στε­ως τς ν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ.
                                   (Β΄ Τι­μοθ. γ΄ [3] 10 – 15)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Παιδί μου Τιμόθεε, ἐσὺ ἔχεις παρακολουθήσει τὴ διδασκαλία μου, τὴ γενικότερη συμπεριφορά μου, τὴν πρόθεση καὶ τὰ ἐλατήριά μου, τὴ φωτισμένη πίστη μου, τὴ μακροθυμία μου, τὴν ἀγάπη μου, τὴν ὑπομονή μου,  τος διωγμούς μου, τ παθήματά μου, σὰν ατ πο ὑπέμεινα στν ντιόχεια, στ κόνιο, στ Λύστρα. Τί φοβερος διωγμος πέφερα! καὶ ἀπ᾿ ὅλους μ γλύτωσε ὁ Κύριος. Κι χι μόνο ἐγὼ παθα κα πάσχω ατά, ἀλλὰ κι λοι ὅσοι θέλουν ν ζον μ εσέβεια, ὅπως ἁρμόζει στος πιστος πο εναι ἑνωμένοι μ τν ησοῦ Χριστό, θ καταδιωχθοῦν. ντιθέτως, ἄνθρωποι κακοί, πο καταδιώκουν κα βασανίζουν τος εσεβες, ἀλλὰ κα πατενες, θ προχωρον ἀπὸ τ κακ στ χειρότερο· θ πλανον κα θ ἐξαπατον τος λλους, ἀλλὰ κα ατο οἱ ἴδιοι θ πλαννται κα θ ἐξαπατνται. Ἐσὺ ὅμως, Τιμόθεε, μένε κλόνητος σ᾿ κενα πο μαθες κα βεβαιώθηκες γι τν λήθειά τους ἀπὸ τν προσωπική σου πείρα, διότι ξέρεις καλ ἀπὸ ποιν διδάσκαλο τ μαθες. Ατ μν τ ξεχνς ποτέ, ἀλλὰ ν τ διατηρες ζωνταν στ μνήμη σου, κα ὅτι κόμη ἀπὸ μικρ παιδ γνωρίζεις τς γιες Γραφές, οἱ ὁποῖες μπορον ν σοῦ μεταδώσουν τν ληθιν σοφία, πο δηγε στ σωτηρία μ τὴν πίστη στν Ἰησοῦ Χριστό.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην·  Ἄν­θρω­ποι δύ­ο ἀ­νέ­βη­σαν ες τ ἱ­ε­ρὸν προ­σεύ­ξα­σθαι, ες Φα­ρι­σαῖ­ος κα ἕ­τε­ρος τε­λώ­νης. Φα­ρι­σαῖ­ος στα­θεὶς πρς ἑ­αυ­τὸν ταῦ­τα προ­ση­ύ­χε­το· Θε­ός, εὐ­χα­ρι­στῶ σοι ὅ­τι οκ εἰ­μὶ ὥ­σπερ ο λοι­ποὶ τν ἀν­θρώ­πων, ἅρ­πα­γες, ἄ­δι­κοι, μοι­χοί, κα ς οὗ­τος τε­λώ­νης· νη­στε­ύ­ω δς το σαβ­βά­του, ἀ­πο­δε­κα­τῶ πάν­τα ὅ­σα κτῶ­μαι. κα τε­λώ­νης μα­κρό­θεν ἑ­στὼς οκ ἤ­θε­λεν οὐ­δὲ τος ὀ­φθαλ­μοὺς ες τν οὐ­ρα­νόν ἐ­πᾶ­ραι, ἀλ­λ' ἔ­τυ­πτεν ες τ στῆ­θος αὐ­τοῦ λέ­γων· Θε­ός, ἱ­λά­σθη­τί μοι τ ἁ­μαρ­τω­λῷ.  λέ­γω ὑ­μῖν, κα­τέ­βη οὗ­τος δε­δι­και­ω­μέ­νος ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ γρ ἐ­κεῖ­νος· ὅ­τι πς ὑ­ψῶν ἑ­αυ­τὸν τα­πει­νω­θή­σε­ται, δ τα­πει­νῶν ἑ­αυ­τὸν ὑ­ψω­θή­σε­ται.
 (Λου­κᾶ ι­η΄ 10 – 14 )

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ
γία μας κκλησία μς εσάγει σ περίοδο μετανοίας, τν περίοδο τοῦ Τριωδίου. Τ Εαγγελικ νάγνωσμα τς μέρας μς παρουσιάζει τ μεγαλύτερο πάθος ποὺ μς καθιστ χθρος τοῦ Θεο, τν περηφάνεια· κα τ μεγαλύτερη ρετή, τν ταπείνωση, πο μς δηγε στ μετάνοια κα σωτηρία.
1. Η ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΤΥΦΛΩΝΕΙ
Δυ ἄνθρωποι νέβηκαν στ Να τοῦ Σολομντος γι ν προσευχηθον. Δυ ἄνθρωποι τόσο διαφορετικο μεταξύ τους. Ὁ νας Φαρισαῖος κι ὁ λλος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ρθιος σ περίοπτη θέση γι ν φαίνεται καλ ἀπὸ τοὺς γύρω νθρώπους κα ξεκίνησε τν προσευχή του λέγοντας: Θεέ μου, Σ εχαριστ! Διότι δν εμαι ἐγὼ σὰν τος λλους νθρώπους, πο εναι ρπαγες, δικοι, νήθικοι, κα σὰν ατν ἐκεῖ τν τελώνη. γ εμαι τόσο καλός. χω πολλς ρετές, πολλ καλ ργα, πολ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ζητάει ὁ Νόμος τς Παλαις Διαθήκης. Νηστεύω δυ φορς τν ἑβδομάδα κα δίνω τ να δέκατο ἀπὸ ὅλα τ γαθ πο ποκτ, κόμη κα ἀπὸ τ πλέον σήμαντα, πο δν τ προέβλεψε ὁ Νόμος.
τσι τελείωσε τν προσευχή του ὁ Φαρισαῖος. Μι προσευχ γεμάτη περηφάνεια κα λαζονεία. Ἡ λαζονεία του αὐτὴ τν εχε τυφλώσει τόσο πολύ, ὥστε δν τν φηνε ν δε καθαρ οὔτε τος λλους οὔτε τν αυτό του. Δν μποροσε ν κατανοήσει τν πνευματική του πτωχεία. Βέβαια τ καλ ργα πο παρίθμησε, τ εχε πραγματικά. Δν λεγε ὡς πρς ατ ψέματα. Ατς πράγματι χι μόνο πέφευγε τ μεγάλα ὁρατ κα βαρι μαρτήματα, ἀλλὰ ντιθέτως εχε κα πολλ καλ ργα. ταν λοιπν γι ὅλα ατ τέλειος; Δν τοῦ λειπε τίποτε; Ὁ ταλαίπωρος! Δν ζήτησε τίποτε ἀπὸ τν Θεό, διότι ταν πλήρως ἱκανοποιημένος ἀπὸ τ κατορθώματά του. Δν μποροσε ν κατανοήσει τ πι ἁπλό, πὼς ὅ,τι καλ εἶχε, ὁ Θες το τ δωσε κα δν ταν δικό του.
λαζονεία του τν κανε ν βλέπει κόμη κα λους τος λλους ὡς μαρτωλούς. Ἀλλὰ εναι δυνατόν; Μόνο ατς ταν ἄνθρωπος ρετῆς; λοι οἱ λλοι ἄνθρωποι γύρω του ταν ρπαγες, δικοι κα νήθικοι; Δν πρχε κανεὶς δίκαιος ἐκτὸς ἀπὸ ατόν; Κα πιπλέον πς ξερε τν ψυχ το τελώνη; Κα πς μποροσε ν τν χαρακτηρίζει δημοσίως κα ν τν ξευτελίζει κα ν τν παρουσιάζει ὡς χαρακτηριστικ παράδειγμα τν μαρτωλν; κόμη κι ἂν πράγματι ὁ τελώνης ταν τόσο μαρτωλός, δν θ ἔπρεπε ν δείξει εσπλαχνία κα ν προσευχηθε γι τ μετάνοιά του; Ὁ Φαρισαῖος λοιπν χι μόνο δίκαιος δν ταν, ἀλλὰ ταν τυφλς κα κυριευμένος ἀπὸ πολλ κα βαρι σωτερικὰ ἑωσφορικ πάθη, τ πάθος τς κατακρίσεως, τς ἀσπλαχνίας, τς περηφανείας. Κα τ σπουδαιότερο ἀπ᾿ ὅλα ὁ Φαρισαῖος δν εἶχε γάπη.
Πόσο λοιπν μς τυφλώνει ἡ λαζονεία! Μς κάνει ψετες κα δικους, σκληρος κα σπλαχνους. Δν μς φήνει ν δομε τν πνευματική μας πτωχεία κα ν ζητήσουμε τ λεος τοῦ Θεο. Κα τ φοβερότερο, μς ρίχνει τελικ στν αώνια κόλαση.
2. Η TΑΠΕΙΝΩΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΙ
τελώνης ντιθέτως στεκόταν μακρι ἀπὸ τ θυσιαστήριο. Δν εχε τν τόλμη χι μόνο τ χέρια του ἀλλὰ οὔτε τ μάτια του νὰ σηκώσει πρς τν ορανό. Χτυποσε διαρκς τ στθος του, ποὺ περιέκλειε τν μαρτωλ καρδιά του. Μι κραυγ μόνο μετανοίας βγαινε διαρκς μ συντριβ ἀπὸ τ χείλη του. Θεέ μου, σπλαχνίσου με, συγχώρησέ με τν μαρτωλό.
Κα ὁ Κύριος δικαίωσε τν τελώνη διακηρύττοντας ὅτι καθένας πο ψώνει τν αυτό του θ ταπεινωθε ἀπὸ τν Θεό. ν κενος πο ταπεινώνει τν αυτό του, θ ψωθε ἀπὸ τν Θεό. Ατ γινε μ τν τελώνη.
Διότι ὁ τελώνης βλεπε καθαρ τν αυτό του. Κατανοοσε τν ἁμαρτωλοτητά του κα γι᾿ ατ στεκόταν μακρι ἀπὸ τ θυσιαστήριο. Κα μ τ στάση τοῦ σώματός του κα μ τς κινήσεις τν χεριν του κα μ τ λόγια του ξέφραζε τ συναίσθηση τν μαρτιν του, τ βαθιά του ταπείνωση κα τν κατάνυξη τς καρδις του. Γι' ατ κα δν σχολονταν μ τος λλους παρ μόνο μ τν αυτό του. βλεπε μόνο τ δική του μικρότητα κα ασθανόταν τ θεία μεγαλειότητα. Γι᾿ ατ κα δν τολμοσε ν ψώσει στν οραν οὔτε τ μάτια του οὔτε τ χέρια του οὔτε τ πρόσωπό του. Θεωροσε τν αυτό του νάξιο τς θέας τοῦ Θεο. Ἡ συναίσθηση τς ἁμαρτωλότητάς του δν τοῦ δινε τ δικαίωμα ν λέει πολλ κα κομπαστικ λόγια. Κι ὅσο περισσότερο πανελάμβανε τ σύντομη προσευχή του, τόσο περισσότερο στενάζοντας χτυποσε τ μαρτωλ στθος του. Κα μολογοσε τσι τν ἁμαρτωλότητά του. Ἐξαρτοσε τ ζωή του ἀπὸ τ θεο λεος. Τ λεος τοῦ Θεο μόνο ζητοσε σὰν πεινασμένος ζητιάνος πο κινδυνεύει ν πεθάνει ἀπὸ τν μαρτία. Γι' ατ κα τ λόγια του νέβαιναν πευθείας στν ορανό. Διότι βγαιναν μέσα ἀπὸ μία συντετριμμένη κα τεταπεινωμένη καρδιά.
Μι τέτοια ταπείνωση καλούμαστε κι μες ν ποκτήσουμε. Διότι ἡ ταπείνωση μς δηγε στ μετάνοια κα τ σωτηρία. Ατ καθαρίζει τ νοῦ μας γι ν δομε κατάματα τ μικρότητά μας, τν ἁμαρτωλότητά μας, τ μέτρητα πάθη μας κα ν ζητήσουμε τ λεος τοῦ Θεο. ς γωνιστοῦμε λοιπν ντονότερα ἀπὸ σήμερα, πρώτη ἡμέρα τοῦ Τριωδίου, ν ζομε μ ταπείνωση κα συντριβ κα κατάνυξη. Κι ς προσευχόμαστε καθημεριν στν Θε νὰ μᾶς χαρίσει τν πολύτιμη ατ ρετή. Γι νὰ μὴ μς καταδικάσει ὁ Θες νώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός του, ἀλλὰ ν μς δικαιώσει μαζ μ τν τελώνη κα ν μς δηγήσει στ Βασιλεία του.
     (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου