Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Ι­Ε­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ
Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΩΝ ΠΑΥ­ΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡ­ΝΑ­ΒΑ
ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΗΣ Α­ΠΟ­ΚΡΕ­Ω
(19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2017)

Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ (Κυ­ρια­κῆς)
Ἀ­δελ­φοί,  βρῶ­μα ἡ­μᾶς ο πα­ρί­στη­σι τ Θε­ῷ· οὔ­τε γρ ἐ­ὰν φά­γω­μεν πε­ρισ­σε­ύ­ο­μεν, οὔ­τε ἐ­ὰν μ φά­γω­μεν ὑ­στε­ρο­ύ­με­θα. βλέ­πε­τε δ μή­πως ἐ­ξου­σί­α ὑ­μῶν αὕ­τη πρό­σκομ­μα γέ­νη­ται τος ἀ­σθε­νοῦ­σιν. ἐ­ὰν γρ τις ἴ­δῃ σε, τν ἔ­χον­τα γνῶ­σιν, ν εἰ­δω­λε­ί­ῳ κα­τα­κε­ί­με­νον, οὐ­χὶ συ­νε­ί­δη­σις αὐ­τοῦ ἀ­σθε­νοῦς ὄν­τος οἰ­κο­δο­μη­θή­σε­ται ες τ τ εἰ­δω­λό­θυ­τα ἐ­σθί­ειν; κα ἀ­πο­λεῖ­ται ὁ ἀ­σθε­νῶν ἀ­δελ­φὸς ἐ­πὶ τ σ γνώ­σει, δι' ν Χρι­στὸς ἀ­πέ­θα­νεν. οὕ­τω δ ἁ­μαρ­τά­νον­τες ες τος ἀ­δελ­φοὺς κα τύ­πτον­τες αὐ­τῶν τν συ­νε­ί­δη­σιν ἀ­σθε­νοῦ­σαν ες Χρι­στὸν ἁ­μαρ­τά­νε­τε. δι­ό­περ ε βρῶ­μα σκαν­δα­λί­ζει τν ἀ­δελ­φόν μου, ο μ φά­γω κρέ­α ες τν αἰ­ῶ­να, ἵ­να μ τν ἀ­δελ­φόν μου σκαν­δα­λί­σω. Οκ εἰ­μὶ ἀ­πό­στο­λος; οκ εἰ­μὶ ἐ­λε­ύ­θε­ρος; οὐ­χὶ Ἰ­η­σοῦν Χρι­στὸν τν Κύ­ριον ἡ­μῶν ἑ­ώ­ρα­κα; ο τ ἔρ­γον μου ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ; ε ἄλ­λοις οκ εἰ­μὶ ἀ­πό­στο­λος, ἀλ­λά γε ὑ­μῖν εἰ­μι· γρ σφρα­γὶς τς ἐ­μῆς ἀ­πο­στο­λῆς ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ. 
                                         (Α­’­ Κορ. η΄[8] 8 – θ΄[9] 2)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀ­δελ­φοί, δὲν εἶ­ναι τὸ φα­γη­τὸ πού μᾶς πα­ρου­σιά­ζει εὐ­άρε­στους στὸν Θε­ό. Δι­ό­τι οὔ­τε ἐ­ὰν φᾶ­με προ­κό­πτου­με καὶ προ­ο­δεύ­ου­με στὴν ἀ­ρε­τή, οὔ­τε ἐ­ὰν δὲν φᾶ­με ὑ­στε­ροῦ­με καί μέ­νου­με πί­σω σ’ αὐ­τήν. Προ­σέ­χε­τε ὅ­μως μή­πως τὸ δι­καί­ω­μα αὐ­τό πού ἔ­χε­τε νὰ τρῶ­τε ἀ­π’ ὅ­λα, ἀ­κό­μη καὶ τὰ εἰ­δω­λό­θυ­τα, γί­νει αἰ­τί­α νὰ ἁ­μαρ­τή­σουν οἱ ἀ­δελ­φοί σας πού εἶ­ναι ἀ­δύ­να­μοι στὴν πί­στη. Καὶ εἶ­ναι ἑ­πό­με­νο νὰ βλα­βοῦν σο­βα­ρὰ οἱ ἀ­δύ­να­μοι ἀ­δελ­φοί. Δι­ό­τι, ἐ­ὰν κα­νεὶς ἀ­π’ αὐ­τούς δεῖ ἐ­σέ­να πού ἔ­χεις τὴν ὀρ­θή γνώ­ση νὰ κά­θε­σαι στὸ τρα­πέ­ζι κά­ποι­ου να­οῦ τῶν εἰ­δώ­λων, δὲν θὰ πα­ρα­συρ­θεῖ καὶ δὲν θὰ πα­γι­ω­θεῖ ἡ συ­νεί­δη­σή του στὸ νὰ τρώ­ει τὰ εἰ­δω­λό­θυ­τα ὡς κά­τι ἱ­ε­ρὸ καὶ ἄ­ξιο εὐ­λα­βεί­ας, ἀ­φοῦ αὐ­τός εἶ­ναι ἀ­σθε­νής; Καὶ θὰ χα­θεῖ πα­ρα­συ­ρό­με­νος στὴν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α ὁ ἀ­δελ­φός σου πού εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τος πνευ­μα­τι­κά, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­κῆς σου γνώ­σε­ως. Ἀλ­λά γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α το­ῦ ἀ­δελ­φοῦ σου αὐ­τοῦ ὁ Χρι­στὸς θυ­σί­α­σε τὴ ζω­ή του. Κι ἔ­τσι δι­α­πράτ­τε­τε ἁ­μάρ­τη­μα, ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο βλά­πτον­ται πο­λὺ οἱ ἀ­δελ­φοί, καὶ γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ ἁ­μάρ­τη­μα πρὸς τοὺς ἀ­δελ­φούς. Καὶ πλη­γώ­νε­τε ἔ­τσι καὶ χτυ­πᾶ­τε σκλη­ρὰ τὴ συ­νεί­δη­σή τους, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­σθε­νι­κὴ καὶ ἀ­δύ­να­τη. Ἀλ­λά ὑ­πο­πί­πτε­τε συγ­χρό­νως καὶ σὲ ἁ­μάρ­τη­μα πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν ἴ­διο τὸν Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος πέ­θα­νε γιὰ νὰ σώ­σει τοὺς ἀ­δελ­φούς αὐ­τούς. Γι’ αὐ­τό λοι­πόν, ἐ­ὰν αὐ­τό πού τρώ­ω γί­νε­ται αἰ­τί­α σκαν­δά­λου καὶ ἁ­μαρ­τί­ας στὸν ἀ­δελ­φό μου, δὲν θὰ φά­ω πο­τὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε εἶ­δος κρε­ά­των, γιὰ νὰ μὴ σκαν­δα­λί­σω τὸν ἀ­δελ­φό μου. Καὶ ἔρ­χο­μαι τώ­ρα νὰ σᾶς δεί­ξω ὅ­τι γιὰ τοὺς ἀ­δύ­να­τους ἀ­δελ­φούς ἔ­κα­να καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ κά­νω θυ­σί­ες τῶν δι­και­ω­μά­των μου. Δέν εἶ­μαι Ἀ­πό­στο­λος μὲ ἴ­σα δι­και­ώ­μα­τα μέ τούς ἄλ­λους Ἀ­πο­στό­λους; Δὲν εἶ­μαι ἐ­λεύ­θε­ρος, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί; Δὲν εἶ­δα τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὸ τὸν Κύ­ριό μας; Καὶ δὲν εἶ­στε έ­σεῖς τὸ ἔρ­γο πού μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Κυ­ρί­ου ἐ­πι­τέ­λε­σα; Ἐ­ὰν γιὰ ἄλ­λους δὲν εἶ­μαι Ἀ­πό­στο­λος, του­λά­χι­στον ὅ­μως γιὰ σᾶς εἶ­μαι Ἀ­πό­στο­λος. Δι­ό­τι ἡ σφρα­γί­δα μὲ τὴν ὁ­ποί­α πι­στο­ποι­εῖ­ται ἐ­πί­ση­μα τὸ ἀ­πο­στο­λι­κό μου ἀ­ξί­ω­μα, μέ τή χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου, εἶ­στε ἐ­σεῖς, τούς ὁ­ποί­ους ἐ­γώ ὁ­δή­γη­σα στό Χρι­στό.

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος· ὅ­ταν ἔλ­θῃ ὁ υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐν τ δό­ξῃ αὐ­τοῦ κα πάν­τες ο ἅ­γιοι ἄγ­γε­λοι με­τ' αὐ­τοῦ, τό­τε κα­θί­σει ἐ­πὶ θρό­νου δό­ξης αὐ­τοῦ· κα συ­να­χθή­σε­ται ἔμ­προ­σθεν αὐ­τοῦ πάν­τα τ ἔ­θνη, κα ἀ­φο­ρι­εῖ αὐ­τοὺς ἀ­π' ἀλ­λή­λων, ὥ­σπερ ὁ ποι­μὴν ἀ­φο­ρί­ζει τ πρό­βα­τα ἀ­πὸ τν ἐ­ρί­φων, κα στή­σει τ μν πρό­βα­τα κ δε­ξι­ῶν αὐ­τοῦ τ δ ἐ­ρί­φια ἐξ εὐ­ω­νύ­μων. τό­τε ἐ­ρεῖ ὁ βα­σι­λεὺς τος κ δε­ξι­ῶν αὐ­τοῦ· δεῦ­τε, ο εὐ­λο­γη­μέ­νοι το πα­τρός μου, κλη­ρο­νο­μή­σα­τε τν ἡ­τοι­μα­σμέ­νην ὑ­μῖν βα­σι­λε­ί­αν ἀ­πὸ κα­τα­βο­λῆς κό­σμου· ἐ­πε­ί­να­σα γρ κα ἐ­δώ­κα­τέ μοι φα­γεῖν, ἐ­δί­ψη­σα κα ἐ­πο­τί­σα­τέ με, ξέ­νος ἤ­μην κα συ­νη­γά­γε­τέ με, γυ­μνὸς κα πε­ρι­ε­βά­λε­τέ με, ἠ­σθέ­νη­σα κα ἐ­πε­σκέ­ψα­σθέ με, ν φυ­λα­κῇ ἤ­μην κα ἤλ­θε­τε πρς με. τό­τε ἀ­πο­κρι­θή­σον­ται αὐ­τῷ ο δί­και­οι λέ­γον­τες· κύ­ρι­ε, πό­τε σε εἴ­δο­μεν πει­νῶν­τα κα ἐ­θρέ­ψα­μεν, δι­ψῶν­τα κα ἐ­πο­τί­σα­μεν; πό­τε δ σε εἴ­δο­μεν ξέ­νον κα συ­νη­γά­γο­μεν, γυ­μνὸν κα πε­ρι­ε­βά­λο­μεν; πό­τε δ σε εἴ­δο­μεν ἀ­σθε­νῆ ἢ ν φυ­λα­κῇ κα ἤλ­θο­μεν πρς σε; κα ἀ­πο­κρι­θεὶς ὁ βα­σι­λεὺς ἐ­ρεῖ αὐ­τοῖς· ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, ἐ­φ' ὅ­σον ἐ­ποι­ή­σα­τε ἑ­νὶ το­ύ­των τν ἀ­δελ­φῶν μου τν ἐ­λα­χί­στων, ἐ­μοὶ ἐ­ποι­ή­σα­τε. Τό­τε ἐ­ρεῖ κα τος ξ εὐ­ω­νύ­μων· πο­ρε­ύ­ε­σθε ἀ­π' ἐ­μοῦ ο κα­τη­ρα­μέ­νοι ες τ πρ τ αἰ­ώ­νιον τ ἡ­τοι­μα­σμέ­νον τ δι­α­βό­λῳ κα τος ἀγ­γέ­λοις αὐ­τοῦ· ἐ­πε­ί­να­σα γρ κα οκ ἐ­δώ­κα­τέ μοι φα­γεῖν, ἐ­δί­ψη­σα κα οκ ἐ­πο­τί­σα­τέ με, ξέ­νος ἤ­μην κα ο συ­νη­γά­γε­τέ με, γυ­μνὸς κα ο πε­ρι­ε­βά­λε­τέ με, ἀ­σθε­νὴς κα ν φυ­λα­κῇ κα οκ ἐ­πε­σκέ­ψα­σθέ με. τό­τε ἀ­πο­κρι­θή­σον­ται αὐ­τῷ κα αὐ­τοὶ λέ­γον­τες· κύ­ρι­ε, πό­τε σε εἴ­δο­μεν πει­νῶν­τα δι­ψῶν­τα ξέ­νον γυ­μνὸν ἀ­σθε­νῆ ἢ ν φυ­λα­κῇ κα ο δι­η­κο­νή­σα­μέν σοι; τό­τε ἀ­πο­κρι­θή­σε­ται αὐ­τοῖς λέ­γων·  ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖνἐ­φ' ὅ­σον οκ  ἐ­ποι­ή­σα­τε ἑ­νὶ το­ύ­των τν ἐ­λα­χί­στων, οὐ­δὲ ἐ­μοὶ ἐ­ποι­ή­σα­τε. κα ἀ­πε­λε­ύ­σον­ται οὗ­τοι ες κό­λα­σιν αἰ­ώ­νιον, ο δ δί­και­οι ες ζω­ὴν αἰ­ώ­νιον.
                                               (Ματθ. κε΄[25] 31 - 46 )

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ
Ι. Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Ἡ ὥρα εἶναι μοναδικὴ καὶ συγκλονιστική. Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἔρχεται μέσα στὴ θεϊκή του δόξα γιὰ νὰ κρίνει τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸν συνοδεύουν οἱ ἀμέτρητες στρατιὲς τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Μπροστὰ στὸν ἔνδοξο θεϊκό του θρόνο ἔχουν συγκεντρωθεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅλων τῶν αἰώνων. Κι ὁ μέγας Κριτὴς χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ὁ βοσκὸς χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ γίδια. Στὰ δεξιά του βάζει τοὺς δικαίους καὶ στὰ ἀριστερά του τοὺς ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς. Ἐκείνη τὴ φοβερὴ ὥρα ἀκούγεται ἡ θεϊκὴ φωνὴ τοῦ οὐρανίου Κριτοῦ πρὸς τοὺς δικαίους: Ἐλᾶτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, νὰ κληρονομήσετε τὴ Βασιλεία ποὺ εἶναι ἑτοιμασμένη γιὰ ἐσᾶς ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος. Διότι πείνασα καὶ μοῦ δώσατε τροφή, δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νερό, ἤμουν ξένος καὶ μὲ φιλοξενήσατε, γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἄρρωστος καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, φυλακισμένος καὶ ἤλθατε νὰ μὲ παρηγορήσετε.
Καὶ οἱ δίκαιοι μὲ ἔκπληξη καὶ ἀπορία θὰ ποῦν: Κύριε, πότε Σὲ εἴδαμε πεινασμένο, διψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, ἄρρωστο, φυλακισμένο καὶ Σοῦ δείξαμε ἀγάπη; Καὶ θὰ ἀποκριθεῖ ὁ Κριτής: Ἐφόσον τὸ κάνατε στοὺς ἄσημους ἀδελφούς μου, εἶναι σὰν νὰ τὸ κάνατε σὲ μένα. Ἐλᾶτε λοιπὸν στὴ Βασιλεία μου.
Πῶς ὅμως θὰ εἶναι αὐτὴ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ὅποιες λέξεις κι ἂν χρησιμοποιήσουμε δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ περιγράψουμε τὴν ἀσύλληπτη ὡραιότητα τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅπως ἀκριβῶς ἕνας ἐκ γενετῆς τυφλὸς δὲν μπορεῖ νὰ περιγράψει τὴν ὡραιότητα τῆς φύσεως. Ἡ Ἁγία Γραφὴ βέβαια παρουσιάζει συμβολικὲς εἰκόνες τοῦ Παραδείσου. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει ὅτι σὰν αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γι᾿ αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἀγαποῦν, «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α' Κορ. β΄[2] 9). Ἡ ζωὴ τοῦ Παραδείσου ὄχι μόνο δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ συγκριθεῖ μὲ καμία ἁγία χαρὰ τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ἀπὸ τὴ ζωὴ ἐκείνη θὰ ἀπουσιάζει κάθε «ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός». Ἐκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχουν ἀδικίες, ἀρρώστιες, θάνατος. Ἐκεῖ θὰ ἔχουν σβήσει ὅλα τὰ πάθη. Ἐκεῖ ὅλα θὰ εἶναι γεμάτα χαρά. Ὅλα θὰ εἶναι φῶς. Ἡ μεγαλύτερη ὅμως χαρὰ καὶ εὐτυχία μας θὰ εἶναι ὅτι θὰ βλέπουμε διαρκῶς «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» τὸ ἀπαστράπτον πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Τὰ μάτια μας δὲν θὰ χορταίνουν νὰ βλέπουν τὴ δόξα του· τὰ αὐτιά μας νὰ ἀκοῦν τὴ φωνή του καὶ τὶς γλυκύτατες ψαλμωδίες τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων, τὸ στόμα μας νὰ δοξολογεῖ ἀκατάπαυστα τὸν βασιλέα μας· τὰ χέρια μας νὰ ὑψώνονται πρὸς Αὐτόν. Ἐκεῖ θὰ λάμπουμε ὅλοι ὅπως ὁ ἥλιος καὶ θὰ μοιάζουμε στὴ μορφὴ καὶ τὴ δόξα μὲ τὸν Χριστό μας. Ἐκεῖ θὰ γίνουμε κατὰ χάριν θεοί. Ἐκεῖ... Ἀλλὰ μέχρι νὰ φθάσουμε ἐκεῖ, ἂς στρέφουμε πρὸς τὰ ἐκεῖ κάθε μέρα τὸ νοῦ μας κι ἂς πλημμυρίσει τὴν καρδιά μας ὁ πόθος τῆς Βασιλείας τοΰ Θεοῦ.
2. Η ΚΟΛΑΣΗ
Κατόπιν ὁ Κύριος θὰ στρέψει τὸ βλέμμα του ἀριστερὰ στοὺς ἀμετανόητους ἁμαρτωλοὺς καὶ θὰ τοὺς πεῖ: Φύγετε ἀπὸ κοντά μου στὸ πῦρ τὸ αἰώνιο, ποὺ ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὸν διάβολο καὶ τοὺς δαίμονες. Διότι πείνασα, καὶ δὲν μοῦ δώσατε τροφή, δίψασα, καὶ δὲν μοῦ δώσατε νερό, ἤμουν ξένος, καὶ δὲν μὲ φιλοξενήσατε, γυμνός, καὶ δὲν μὲ ντύσατε, ἄρρωστος, καὶ δὲν μὲ ἐπισκεφθήκατε, φυλακισμένος, καὶ δὲν ἤλθατε νὰ μὲ παρηγορήσετε.
Τότε αὐτοὶ θὰ Τοῦ ἀποκριθοῦν: Πότε Σὲ εἴδαμε, Κύριε, πεινασμένο, διψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, ἄρρωστο, φυλακισμένο καὶ δὲν Σὲ ὑπηρετήσαμε; Καὶ ὁ Κριτὴς θὰ τοὺς ἀπαντήσει: Καθετὶ ποὺ δὲν κάνατε στοὺς ἄσημους ἀδελφούς μου, οὔτε σὲ μένα τὸ κάνατε. Τότε θὰ φύγουν αὐτοὶ στὴν αἰώνια κόλαση.
Πῶς θὰ ζοῦν ἀλήθεια οἱ ἀνθρωποι στὴν αἰώνια κόλαση; Ὅ,τι καὶ νὰ πεῖ κανείς, ἐλάχιστα μπορεῖ νὰ περιγράψει τὴ φρίκη τῆς κολάσεως. Ἐκεῖ οἱ κολασμένοι θὰ ὑποφέρουν φρικτά. Θὰ δοκιμάζουν ὀδυνηροὺς πόνους, ἀκατάπαυστη δίψα, ἀφόρητη ἀγωνία, τύψεις βασανιστικές, ἀπελπισία καὶ θάνατο. Διότι θὰ εἶναι περικυκλωμένοι ἀπὸ τοὺς μισάνθρωπους δαίμονες καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς κολασμένους ἐγκληματίες καὶ διεστραμμένους ἀνθρώπους. Ἐπιπλέον θὰ βλέπουν αἰωνίως μέσα τους τὰ ἀποτυπώματα τῶν ἁμαρτιῶν τους, καὶ ἡ ντροπὴ ποὺ θὰ δοκιμάζουν, θὰ εἶναι φοβερή. Θὰ ὑποφέρουν ἀκόμη, διότι θὰ στεροῦνται ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπήλαυσαν στὴν ἐπίγεια ζωή τους.
Τὸ μεγαλύτερο ὅμως μαρτύριο τῶν κολασμένων θὰ εἶναι ὅτι θὰ ζοῦν χωρὶς Θεό. Καὶ μία μόνο ἀκτίνα τῆς δόξας του ἂν εἶχαν, ἀμέσως ὁ ἅδης θὰ γινόταν Παράδεισος! Οἱ κολασμένοι θὰ ὑποφέρουν μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη φρίκη ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα χωρὶς τὸν Χριστό! Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη κόλαση ἀπὸ τὸ νὰ χάσουμε τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὅλος φῶς, ὅλος ζωή, ὅλος ὡραιότητα.
Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖο πρέπει κυρίως νὰ φοβόμαστε ὡς πρὸς τὴν κόλαση εἶναι ἡ αἰώνια στέρηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἂς ἀγαπήσουμε ἀπὸ τώρα τὸν Κύριο καὶ τὶς ἅγιες καὶ σωτήριες ἐντολές του κι ἂς ἀγωνιζόμαστε καθημερινὰ νὰ ζοῦμε ὅπως θέλει Ἐκεῖνος. Γιὰ νὰ ἀντικρίσουμε κι ἐμεῖς τὸ ὁλοφώτεινο πρόσωπό του καὶ νὰ ἀκούσουμε τὴ γλυκύτατη φωνή του νὰ μᾶς καλεῖ κοντά του.
  (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου