Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
 (30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2017)


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)
Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, πλη­θυ­νόν­των τῶν μα­θη­τῶν ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμὸς τῶν ῾Ελ­λη­νι­στῶν πρὸς τοὺς ῾Ε­βρα­ί­ους, ὅ­τι πα­ρε­θε­ω­ροῦν­το ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τῇ κα­θη­με­ρι­νῇ αἱ χῆ­ραι αὐ­τῶν. Προ­σκα­λε­σά­με­νοι δὲ οἱ δώ­δε­κα τὸ πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν εἶ­πον· Οὐκ ἀ­ρε­στόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς κα­τα­λε­ί­ψαν­τας τὸν λό­γον τοῦ Θε­οῦ δι­α­κο­νεῖν τρα­πέ­ζαις. Ἐ­πι­σκέ­ψα­σθε οὖν, ἀ­δελ­φοί, ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά, πλή­ρεις Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ σο­φί­ας, οὓς κα­τα­στή­σο­μεν ἐ­πὶ τῆς χρε­ί­ας τα­ύ­της· ἡ­μεῖς δὲ τῇ προ­σευ­χῇ καὶ τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν. Καὶ ἤ­ρε­σεν ὁ λό­γος ἐ­νώ­πιον παν­τὸς τοῦ πλή­θους· καὶ ἐ­ξε­λέ­ξαν­το Στέ­φα­νον, ἄν­δρα πλή­ρη πί­στε­ως καὶ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, καὶ Φί­λιπ­πον καὶ Πρό­χο­ρον καὶ Νι­κά­νο­ρα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρ­με­νᾶν καὶ Νι­κό­λα­ον προ­σή­λυ­τον ᾿Αν­τι­ο­χέ­α, οὓς ἔ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τῶν ἀ­πο­στό­λων, καὶ προ­σευ­ξά­με­νοι ἐ­πέ­θη­καν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας. Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ηὔ­ξα­νε, καὶ ἐ­πλη­θύ­νε­το ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν ἐν ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ σφό­δρα, πο­λύς τε ὄ­χλος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ὑ­πή­κου­ον τῇ πί­στει.  
                              (Πράξ. στ΄[6] 1 – 7)  

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Τὶς ἡμέρες αὐ­τές, ἐ­νῶ αὐ­ξα­νό­ταν ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν πι­στῶν, οἱ Ἑ­βραῖ­οι Χρι­στια­νοὶ πού ἦ­ταν ἀ­πὸ ξέ­να μέ­ρη καὶ γι' αὐ­τὸ μι­λοῦ­σαν τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, ἄρ­χι­σαν νὰ γογ­γύ­ζουν ἐ­ναν­τί­ον τῶν ντό­πι­ων Ἑ­βραί­ων Χρι­στια­νῶν, πού μι­λοῦ­σαν τὴν ἀ­ρα­μα­ϊ­κὴ γλώσ­σα. Τὰ πα­ρά­πο­να αὐ­τὰ προ­έ­κυ­ψαν, δι­ό­τι οἱ χῆ­ρες τῶν ἑλ­λη­νό­φω­νων Ἰ­ου­δαί­ων Χρι­στια­νῶν πού δὲν ἦ­ταν ντό­πιοι πα­ρα­με­λοῦν­ταν στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ πε­ρί­θαλ­ψη καὶ ὑπηρεσία τῆς δι­α­νο­μῆς τρο­φῶν καὶ ἐλεημοσυνῶν. Με­τὰ λοι­πὸν ἀ­π' αὐ­τὸ οἱ δώ­δε­κα ἀ­πό­στο­λοι συγκάλεσαν τὸ πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν πού πί­στευ­αν στό Χριστό καὶ εἶ­παν: Δὲν μᾶς φαί­νε­ται σω­στὸ νὰ ἀφήσουμε ἐμεῖς ­τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ λό­γου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑπηρετοῦμε σὲ τρα­πέ­ζια φα­γη­τοῦ. Ἐ­ξε­τά­στε λοι­πὸν προ­σε­κτι­κά, ἀ­δελ­φοί, καὶ ἐκλέξτε ἀ­πό σᾶς τοὺς ἴ­διους ἑπτά ἄν­δρες, πού νὰ ἔ­χουν καλή μαρ­τυ­ρί­α ἀ­π' ὅ­λους καὶ νὰ εἶ­ναι γε­μά­τοι ἀ­πὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ σύ­νε­ση. Αὐ­τοὺς θὰ ἐγ­κα­τα­στή­σου­με γιὰ νά διεξάγουν τὴν ἀ­ναγ­καί­α αὐ­τὴ δι­α­κο­νί­α. Κι ἐμεῖς θὰ ἀ­φο­σι­ω­θοῦ­με καὶ θὰ ἀ­φι­ε­ρω­θοῦ­με ἀποκλειστικά στὴν προ­σευ­χὴ καὶ στὴ δι­α­κο­νί­α τοῦ κηρύγματος. Ἡ πρό­τα­ση αὐ­τὴ τῶν ἀ­πο­στό­λων φά­νη­κε ἀρεστή σ’ ὅ­λο τὸ πλῆ­θος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἔ­τσι ἐ­ξέ­λε­ξαν τὸν Στέφανο, ἄν­δρα γε­μά­το ἀ­πὸ πί­στη στὸ Χρι­στὸ καὶ ἀ­πὸ τά χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, καὶ τὸν Φί­λιπ­πο καί τὸν Πρόχορο καὶ τὸν Νι­κά­νο­ρα καὶ τὸν Τί­μω­να καὶ τόν Παρμενᾶ καὶ τὸν Νι­κό­λα­ο ἀ­πὸ τὴν Ἀν­τι­ό­χεια, ὁ ὁποῖος ἦταν κά­πο­τε εἰ­δω­λο­λά­τρης καὶ πρὶν πι­στέ­ψει στὸ Χριστό εἶχε προ­σέλ­θει στὸν Ἰ­ου­δα­ϊ­σμό. Αὐ­τοὺς τοὺς ἑπτά πα­ρου­σί­α­σαν ἐ­νώ­πιον τῶν ἀποστόλων. Καί οἱ ἀ­πό­στο­λοι, ἀφοῦ προ­σευ­χή­θη­καν, ἔβαλαν τά χέρια τους πά­νω στὰ κε­φά­λια τῶν ἑπτά, γιὰ νά τοὺς με­τα­δο­θεῖ ἡ θεί­α χά­ρη ἡ ὁποία τοὺς ἦ­ταν ἀναγκαία γιά τή διεξαγωγή τῆς δι­α­κο­νί­ας τους. Ἔ­τσι τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ προόδευε καί δι­α­δι­δό­ταν. Καὶ ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν στὰ Ἱεροσόλυμα αὐ­ξα­νό­ταν πά­ρα πο­λύ, καὶ πλῆ­θος πο­λὺ ἀ­πό τους ἱ­ε­ρεῖς τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ἀ­πο­δέ­χον­ταν τὶς ἀ­λή­θει­ες τὴ πί­στε­ως καὶ ὑ­πο­τάσ­σον­ταν σ' αὐ­τές.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
    Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλ­θὼν Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἁ­ρι­μα­θα­ί­ας, εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, ς κα αὐ­τὸς ν προσ­δε­χό­με­νος τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ, τολ­μή­σας εἰ­σῆλ­θε πρς Πι­λᾶ­τον κα ᾐ­τή­σα­το τ σῶ­μα το Ἰ­η­σοῦ. δ Πι­λᾶ­τος ἐ­θα­ύ­μα­σεν ε ἤ­δη τέ­θνη­κε, κα προ­σκα­λε­σά­με­νος τν κεν­τυ­ρί­ω­να ἐ­πη­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν ε πά­λαι ἀ­πέ­θα­νε· κα γνος ἀ­πὸ το κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τ σῶ­μα τ Ἰ­ω­σήφ. κα ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να κα κα­θε­λὼν αὐ­τὸν ἐ­νε­ί­λη­σε τ σιν­δό­νι κα κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ν μνη­με­ί­ῳ ν λε­λα­το­μη­μέ­νον κ πέ­τρας, κα προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τν θύ­ραν το μνη­με­ί­ου. δ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α Ἰ­ω­σῆ ἐ­θε­ώ­ρουν πο τί­θε­ται. Κα δι­α­γε­νο­μέ­νου το σαβ­βά­του Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α το Ἰ­α­κώ­βου κα Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λε­ί­ψω­σιν αὐ­τόν. κα λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χον­ται ἐ­πὶ τ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τε­ί­λαν­τος το ἡ­λί­ου. κα ἔ­λε­γον πρς ἑ­αυ­τάς· Τς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τν λί­θον κ τς θύ­ρας το μνη­με­ί­ου; κα ἀ­να­βλέ­ψα­σαι θε­ω­ροῦ­σιν ὅ­τι ἀ­πο­κε­κύ­λι­σται ὁ λί­θος· ν γρ μέ­γας σφό­δρα. κα εἰ­σελ­θοῦ­σαι ες τ μνη­μεῖ­ον εἶ­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον ν τος δε­ξι­οῖς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λὴν λευ­κήν, κα ἐ­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. δ λέ­γει αὐ­ταῖς· Μ ἐκ­θαμβεῖ­σθε· Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τν Να­ζα­ρη­νὸν τν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον· ἠ­γέρ­θη, οκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν. ἀλ­λ' ὑ­πά­γε­τε εἴ­πα­τε τος μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ κα τ Πτρ ὅ­τι προ­ά­γει ὑ­μᾶς ες τν Γα­λι­λα­ί­αν· ἐ­κεῖ αὐ­τὸν ὄ­ψε­σθε, κα­θὼς εἶ­πεν ὑ­μῖν. κα ἐ­ξελ­θοῦ­σαι ἔ­φυ­γον ἀ­πὸ το μνη­με­ί­ου· εἶ­χε δ αὐ­τὰς τρό­μος κα ἔκ­στα­σις, κα οὐ­δε­νὶ οὐ­δὲν εἶ­πον· ἐ­φο­βοῦν­το γρ.          
 (Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16] 1 – 8 )

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
1. Η ΤΟΛΜΗ ΤΩΝ ΔΥΟ
Μεγάλη Παρασκευὴ ἀπόγευμα, λίγο πρὶν γείρει ὁ ἥλιος στὴ δύση του στὸ Γολγοθᾶ. Ὁ Ἰωάννης, ὁ ἀφοσιωμένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου, καὶ οἱ λίγες μαθήτριες ποὺ παρέμειναν ἐκεῖ ἀτενίζουν μὲ πόνο ἀβάσταχτο καὶ θλίψη βαθιὰ τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ ἀγαπημένου τους Κυρίου νὰ κρέμεται ἄψυχο πάνω στὸν σταυρό. Κι ἕνας φόβος μεγάλος καὶ ἀπειλητικὸς τριγυρνᾶ στὴ σκέψη ὅλων τους: ὁ κίνδυνος νὰ μείνει ἄταφο τὸ ἄχραντο σῶμα τοῦ νεκροῦ ἀγαπημένου τους. Ποιὸς ὅμως θὰ τολμήσει νὰ τὸ ζητήσει γιὰ νὰ τοῦ ἀποδώσουν νεκρικὲς τιμές; Καὶ μάλιστα πρὶν δύσει ὁ ἥλιος! Ὁ χρόνος κυλᾶ ἀδυσώπητος.
Σ᾿ αὐτὴ τὴν κρίσιμη ὥρα ποὺ τὸ ἀδιέξοδο τρομοκρατεῖ τὶς καρδιές, μιὰ ἀναπάντεχη λύση φαίνεται στὸν ὁρίζοντα. Κάποιοι ἀνηφορίζουν πρὸς τὸν Γολγοθᾶ. Ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, ὁ κρυφὸς μαθητής, καὶ ὁ Νικόδημος, ὁ νυχτερινὸς μαθητὴς· ἐκλεκτὰ μέλη τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου. Τί νὰ συμβαίνει ἄραγε; Μέσα στὴν καταχνιὰ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ὁ Ἰωσὴφ τόλμησε. Παρουσιάσθηκε στὸν Πιλάτο ζητώντας τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Πιλάτος ἔμεινε ἔκπληκτος: Πῶς τόσο γρήγορα πέθανε ὁ Ἰησοῦς! Καὶ ὅταν βεβαιώθηκε ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχο γι᾿ αὐτό, ἀπάντησε θετικὰ στὸν Ἰωσήφ. Ὅλα πλέον γίνονται ἀστραπιαῖα. Ὁ Ἰωσὴφ ἀγόρασε καινούργιο σεντόνι κι ὁ Νικόδημος προμηθεύτηκε ἑκατὸ λίτρα σμύρνας καὶ ἀλόης. Καὶ ἀφοῦ ἔφθασαν στὸν Γολγοθᾶ μὲ πόνο βαθὺ καὶ δάκρυα πολλά, κατέβασαν εὐλαβικὰ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸν σταυρό. Τὸ τύλιξαν μὲ τὰ ὀθόνια, τὸ περιέλουσαν μὲ τὰ πολύτιμα μύρα τους καὶ τὰ καυτά τους δάκρυα. Καὶ τὸ ἐναπέθεσαν στὸ καινούργιο μνημεῖο, ποὺ ἦταν σκαλισμένο στὸ βράχο, καὶ κύλησαν μπροστὰ ἕνα μεγάλο λίθο.
Ὁ κίνδυνος νὰ μείνει τὸ σῶμα τοῦ Ἐσταυρωμένου ἄταφο ξεπεράστηκε. Γιὰ νὰ γίνει ὅμως αὐτό, κάποιοι τόλμησαν. Οἱ δυὸ κρυφοὶ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ποὺ τώρα ἀποκαλύπτονται. Τώρα δὲν ὑπολογίζουν οὔτε τὴ θέση τους στὸ Ἰουδαϊκὸ Συνέδριο οὔτε τὸν κίνδυνο νὰ γίνουν ἀποσυνάγωγοι. Τολμοῦν. Ἐπειδὴ ἀγάπησαν τὸν Κύριο καὶ πίστεψαν σ᾿ Αὐτόν. Τώρα ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἀποδείξουν στὴν πράξη τὴν πίστη τους. Καὶ τὸ ἀποδεικνύουν στὴν κρισιμότερη ὥρα μὲ σύνεση, ἀλλὰ καὶ μὲ τόλμη. Καὶ δίνουν τὸ μάθημα τῆς τόλμης σ᾿ ἐμᾶς ποὺ κάποτε δειλιάζουμε ν᾿ ἀποκαλύψουμε τὶς θρησκευτικές μας πεποιθήσεις. Καὶ μᾶς καλοῦν νὰ μὴ διστάζουμε νὰ ὑψώνουμε τὴ φωνή μας ὅταν τὸ κακὸ θριαμβεύει, ὅταν πολεμεῖται ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία του. Ἀλλὰ νὰ παίρνουμε θέση· νὰ τολμοῦμε μὲ σύνεση καὶ θάρρος. Χωρὶς νὰ φοβόμαστε τὶς ἀντιδράσεις καὶ τὸ κόστος. Καὶ οἱ κίνδυνοι θὰ ὑπερνικῶνται.
2. Ο ΦΟΒΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Κοντὰ στὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου τὴν ὥρα τῆς ἀποκαθηλώσεως οἱ ἀφοσιωμένες μαθήτριες τοῦ Κυρίου παρατηροῦσαν προσεκτικὰ ποῦ τοποθετήθηκε τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Πῶς ἄντεξαν νὰ βλέπουν νεκρὸ Αὐτὸν ποὺ ἐπὶ τρία χρόνια ἔδινε φῶς καὶ ζωή; Πόσο θὰ ἤθελαν νὰ Τοῦ προσφέρουν καὶ τὰ δικά τους ἀκριβὰ μύρα τῆς ἀγάπης τους! Ὅμως ὁ χρόνος καὶ ὁ νόμος δὲν τοὺς τὸ ἐπέτρεπε. Καὶ ἀφοῦ περίμεναν μὲ ἀδημονία νὰ περάσει τὸ Σάββατο, ἀγόρασαν ἀρώματα γιὰ νὰ ἔλθουν τὸ πρωὶ τῆς ἑπόμενης ἡμέρας στὸν τάφο. Πολὺ πρωὶ ξεκίνησαν γιὰ τὸ μνημεῖο. Ἕνα θέμα μόνο τὶς προβλημάτιζε: Ποιὸς θὰ ἀποκυλίσει τὸ μεγάλο λίθο ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου; Μόλις ὅμως πλησίασαν καὶ ἔστρεψαν τὰ μάτια τους πρὸς τὸ μνημεῖο, εἶδαν κατάπληκτες ὅτι εἶχε ἀποκυλιστεῖ ἡ πέτρα. Καὶ μέσα στὸ μνημεῖο εἶδαν ἕναν ἄγγελο νὰ κάθεται στὰ δεξιὰ ντυμένο μὲ λευκὴ στολή, καὶ γέμισαν μὲ φόβο καὶ κατάπληξη. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε: Μὴ φοβᾶσθε. Ζητᾶτε τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζαρηνὸ τὸν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε! Δὲν εἶναι ἐδῶ. Νά, εἶναι ἀδειανὸς ὁ τόπος ποὺ Τὸν ἔβαλαν. Ἀλλὰ πηγαίνετε καὶ πέστε στοὺς μαθητές του καὶ στὸν Πέτρο ὅτι θὰ σᾶς περιμένει στὴ Γαλιλαία. Ἐκεῖ θὰ τὸν δεῖτε, ὅπως σᾶς τὸ εἶχε πεῖ. Καὶ ἐκεῖνες ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο γεμάτες τρόμο καὶ ἔκσταση. Καὶ δὲν εἶπαν τίποτε σὲ κανένα, διότι εἶχαν κυριευθεῖ ἀπὸ φόβο.
Γιατί ὅμως φοβήθηκαν οἱ γυναῖκες αὐτές; Αὐτὲς ἀτρόμητες ξεκίνησαν μέσα στὴ νύχτα πρὸς τὸ μνημεῖο καὶ δὲν ὑπολόγισαν οὔτε τοὺς μανιασμένους Ἰουδαίους οὔτε τοὺς ἀπειλητικοὺς Ρωμαίους στρατιῶτες οὔτε τοὺς ληστὲς ποὺ καιροφυλακτοῦσαν οὔτε τὸ φόβο ποὺ ἀσφαλῶς προκαλοῦσε ἡ ὥρα καὶ ὁ τόπος ὁ ἐρημικός, τόπος νεκρῶν. Τί ἦταν λοιπὸν αὐτὸς ὁ φόβος τους;
Οἱ γυναῖκες αὐτὲς εἶδαν τὸ μνημεῖο κενό, τὸν λίθο ἀποκυλισμένο, τὸν ἄγγελο ἀπαστράπτοντα νὰ τοὺς λέει κάτι ποὺ φαινόταν ἀδιανόητο: Ὁ ἐσταυρωμένος νεκρὸς «οὐκ ἔστιν ὦδε». Κι αὐτὲς κυριεύθηκαν ἀπὸ τρόμο καὶ ἔκσταση, διότι ἄρχισαν νὰ συνειδητοποιοῦν ὅτι μέσα στὸ μνημεῖο ἔγινε κάτι πολὺ μεγάλο. Τὸ συγκλονιστικότερο θαῦμα τοῦ κόσμου. Ἐκεῖ μέσα νικήθηκε ὁ θάνατος. Ἐκεῖ μέσα ἀναστήθηκε ὄχι ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὁ Λάζαρος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος. Καὶ ἀναστήθηκε ὄχι γιὰ νὰ ξαναπεθάνει κάποτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν πεθάνει ποτέ. Καὶ οἱ Μυροφόρες λοιπὸν τά ᾿χαν χαμένα, ἔμειναν ἐκστατικές, διότι δὲν μποροῦσαν τότε νὰ διανοηθοῦν αὐτὸ ποὺ τὰ πράγματα ἔδειχναν ὅτι ἐκεῖ στὸ κενὸ μνημεῖο, Αὐτὸς ποὺ ἀναστήθηκε, Αὐτὸς τὸν Ὁποῖο διακονοῦσαν ἐπὶ τρία χρόνια δὲν ἦταν μόνο ὁ Διδάσκαλός τους, ὁ Μεσσίας, ὁ μέγας προφήτης, ἀλλὰ ἦταν ἀσυγκρίτως ἀνώτερος, ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Καὶ μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ νοῦ τους μιὰ ἀλήθεια, ἡ μεγαλύτερη ἀλήθεια, δονοῦσε τὶς καρδιές τους: ὁ Χριστὸς ἀνέστη!
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου