Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
(9 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2017)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ' ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐ­χα­ρι­στί­ας τὰ αἰ­τή­μα­τα ὑ­μῶν γνω­ρι­ζέ­σθω πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ ἡ ὑπε­ρέ­χου­σα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ' ὑμῶν.    
                           (Φιλιπ. δ΄[4] 4-9)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, νὰ χαίρεστε πάντοτε μὲ τὴ χαρὰ πού προέρχεται ἀπὸ τὴν ἕνωση καὶ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Κύριο. Πάλι θὰ πῶ, νὰ χαίρεστε. Ἡ ἐπιείκειά σας καὶ ἡ ὑποχωρητικότητά σας ἂς γίνει γνωστὴ σ' ὅλους τούς ἀνθρώπους, καὶ σ' αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀπίστους. Ὁ Κύριος πλησιάζει νὰ ἔλθει, καὶ αὐτὸς θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα ὅ,τι τοῦ ἀνήκει. Μὴν κυριεύεστε ἀπό ἀγωνιώδη φροντίδα γιὰ τίποτε, ἀλλά γιὰ κάθε τι πού σᾶς παρουσιάζεται, νὰ κάνετε γνωστά τά αἰτήματά σας στό Θεὸ μὲ τὴν προσευχὴ καί τή δέηση, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ συνοδεύονται καὶ μὲ εὐχαριστία γιά ὅσα ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε. Κι ἔτσι, ὅταν διώχνετε κάθε μέριμνα καὶ ἐμπιστεύεστε τὸν ἑαυτό σας στὴ θεία Πρόνοια, ἡ εἰρήνη πού ἔχει ὁ Θεὸς καὶ τὴν μεταδίδει στοὺς δικούς του, τῆς ὁποίας τὴν τελειότητα δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανένας νοῦς, εἴτε ἀνθρώπινος εἴτε ἀγγελικός, θὰ φρουρήσει τὶς καρδιές σας καὶ τὶς σκέψεις σας, ἐφόσον μένετε ἑνωμένοι μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ τώρα ἀπομένει, ἀδελφοί μου, νὰ σᾶς ἀπευθύνω καὶ μία ἄλλη προτροπή: Ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα εἶναι σεμνά καί σεβαστά, ὅσα εἶναι δίκαια, ὅσα εἶναι ἀμόλυντα καὶ ἁγνά, ὅσα εἶναι προσφιλῆ στὸ Θεὸ καὶ στοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, ὅσα ἔχουν καλὴ φήμη καθὼς καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρετὴ καὶ ὁποιοδήποτε καλὸ ἔργο πού εἶναι ἄξιο ἐπαίνου, αὐτὰ νὰ συλλογίζεστε καὶ νὰ προσέχετε, γιὰ νὰ τὰ ἐφαρμόζετε καὶ στὴ ζωή σας. Αὐτὰ πού μάθατε καὶ παραλάβατε καὶ ἀκούσατε μὲ τὴν προφορικὴ διδασκαλία μου, καθὼς καὶ αὐτὰ πού εἴδατε σ' ὅλη τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὴ διαγωγή μου, αὐτὰ νὰ κάνετε. Καὶ τότε ὁ Θεός, πού εἶναι ὁ χορηγός τῆς εἰρήνης, θὰ εἶναι μαζί σας.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Πρ ξ ἡ­με­ρῶν το πά­σχα ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ες Βη­θα­νί­αν, ὅ­που ἦν Λζαρος τε­θνη­κώς, ν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. Ἐπο­ί­η­σαν ον αὐ­τῷ δεῖ­πνον ἐ­κεῖ, κα Μρθα δι­η­κό­νει· δ Λζαρος ες ν κ τν ἀ­να­κει­μέ­νων σν αὐ­τῷ. ον Μα­ρί­α, λα­βοῦ­σα λί­τραν μύ­ρου νάρ­δου πι­στι­κῆς πο­λυ­τί­μου, ἤ­λει­ψε τος πό­δας το Ἰ­η­σοῦ κα ἐ­ξέ­μα­ξε τας θρι­ξὶν αὐ­τῆς τος πό­δας αὐ­τοῦ· δ οἰ­κί­α ἐ­πλη­ρώ­θη ἐκ τς ὀ­σμῆς το μύ­ρου. λέ­γει ον ες κ τν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, Ἰ­ο­ύ­δας Σμωνος Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, μέλ­λων αὐ­τὸν πα­ρα­δι­δό­ναι· Δια­τί τοῦ­το τ μύ­ρον οκ ἐ­πρά­θη τρι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων κα ἐ­δό­θη πτω­χοῖς; εἶ­πε δ τοῦ­το οχ ὅ­τι πε­ρὶ τν πτω­χῶν ἔ­με­λεν αὐ­τῷ, ἀλ­λ’ ὅ­τι κλέ­πτης ν, κα τ γλωσ­σό­κο­μον εἶ­χε κα τ βαλ­λό­με­να ἐ­βά­στα­ζεν. εἶ­πεν ον Ἰ­η­σοῦς· Ἄ­φες αὐ­τήν, ες τν ἡ­μέ­ραν το ἐν­τα­φια­σμοῦ μου τε­τή­ρη­κεν αὐ­τό. τος πτω­χοὺς γρ πάν­το­τε ἔ­χε­τε με­θ’ ἑαυ­τῶν, ἐ­μὲ δ ο πάν­το­τε ἔ­χε­τε. Ἔ­γνω ον ὄ­χλος πο­λὺς κ τν Ἰ­ου­δα­ί­ων ὅ­τι ἐ­κεῖ ἐ­στι, κα ἦλ­θον ο δι τν Ἰ­η­σοῦν μό­νον, ἀλ­λ’ ἵ­να κα τν Λζαρον ἴ­δω­σιν ὃν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. ἐ­βου­λε­ύ­σαν­το δ ο ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἵ­να κα τν Λζαρον ἀ­πο­κτε­ί­νω­σιν, ὅ­τι πολ­λοὶ δι’ αὐ­τὸν ὑ­πῆ­γον τν Ἰ­ου­δα­ί­ων κα ἐ­πί­στευ­ον ες τν Ἰ­η­σοῦν. Τ ἐ­πα­ύ­ριον ὄ­χλος πο­λὺς ἐλ­θὼν ες τν ἑ­ορ­τήν, ἀ­κο­ύ­σαν­τες ὅ­τι ἔρ­χε­ται Ἰ­η­σοῦς ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἔ­λα­βον τ βαΐ­α τν φοι­νί­κων κα ἐ­ξῆλ­θον ες ὑ­πάν­τη­σιν αὐ­τῷ, κα ἐ­κρα­ύ­γα­ζον· Ὡ­σαν­νά· εὐ­λο­γη­μέ­νος ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, βα­σι­λεὺς το Ἰσ­ρα­ήλ. εὑ­ρὼν δ Ἰ­η­σοῦς ὀ­νά­ριον ἐ­κά­θι­σεν ἐ­π' αὐ­τό, κα­θώς ἐ­στι γε­γραμ­μέ­νον· Μ φο­βοῦ, θύ­γα­τερ Σι­ών· ἰ­δοὺ ὁ βα­σι­λε­ύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πὶ πῶ­λον ὄ­νου. Ταῦ­τα δ οκ ἔ­γνω­σαν ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ τ πρῶ­τον, ἀλ­λ' ὅ­τε ἐ­δο­ξά­σθη ὁ Ἰ­η­σοῦς, τό­τε ἐ­μνή­σθη­σαν ὅ­τι ταῦ­τα ν ἐ­π' αὐ­τῷ γε­γραμ­μέ­να, κα ταῦ­τα ἐ­πο­ί­η­σαν αὐ­τῷ. Ἐ­μαρ­τύ­ρει ον ὄ­χλος ὁ ν με­τ’ αὐ­τοῦ ὅ­τε τν Λζαρον ἐ­φώ­νη­σεν ἐκ το μνη­με­ί­ου κα ἤ­γει­ρεν αὐ­τὸν κ νε­κρῶν. δι τοῦ­το κα ὑ­πήν­τη­σεν ατ χλος, τι κουσαν τοτο ατν πεποιηκναι τ σημεον.                         
           (Ἰωάν. ιβ΄[12] 1 – 18)

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΟΛΗ
1. ΤΟ ΜΥΡΟ THΣ ΑΓΑΠΗΣ
Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὴ Βηθανία στὸ σπίτι τοῦ Λαζάρου, τὸν ὁποῖο εἶχε ἀναστήσει πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες. Ἐκεῖ οἱ συγγενεῖς τοῦ Λαζάρου ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος, Τοῦ ἑτοίμασαν δεῖπνο· καὶ ἡ ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου, Μάρθα, Τὸν διακονοῦσε. Ἡ Μαρία, ἡ ἄλλη του ἀδελφή, εἶχε ἀγοράσει πανάκριβο μύρο, ἄλειψε μ᾿ αὐτὸ τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ σπίτι ὅλο γέμισε ἀπὸ τὴν εὐωδία τοῦ μύρου. Ὅταν ὅμως εἶδε τὴν πράξη αὐτὴ ὁ φιλάργυρος Ἰούδας, διαμαρτυρήθηκε ἔντονα: γιατί νὰ χυθεῖ ἄσκοπα τὸ μύρο καὶ νὰ μὴν πουληθεῖ γιὰ νὰ δοθεῖ ὡς ἐλεημοσύνη στοὺς πτωχούς; Δὲν ἐνδιαφερόταν βέβαια γιὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ τὸ εἶπε αὐτὸ διότι κρατοῦσε τὸ ταμεῖο κι ἀπὸ αὐτὸ ὑπέκλεπτε χρήματα. Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε: Ἄφησε ἥσυχη τὴ γυναίκα, διότι φύλαξε τὸ μύρο αὐτὸ γιὰ τὸν ἐνταφιασμό μου. Τοὺς φτωχοὺς πάντοτε θὰ τοὺς ἔχετε κοντά σας, ἐμένα ὅμως ὄχι.
Μὲ τὰ λόγια του αὐτὰ ὁ Κύριος ἐπιβράβευσε τὴν πράξη αὐτὴ τῆς Μαρίας. Γιατί ἄραγε; Εἶχε ἀνάγκη ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ μύρο της; Ὄχι ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ διότι ἡ Μαρία μὲ τὴν πράξη της αὐτὴ ἐκδήλωσε μιὰ ἀληθινὴ καὶ γνήσια ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν εὐεργέτη της, πολὺ ἀνώτερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἶχαν ἄλλοι. Πρόσφερε τὸ πολύτιμο μύρο της μὲ τόση ἀφθονία, χωρὶς νὰ ὑπολογίσει τὸ πολὺ μεγάλο οἰκονομικὸ κόστος του. Ἐὰν εἶχε καὶ κάτι ἄλλο πολυτιμότερο νὰ προσφέρει στὸν Κύριο, θὰ τὸ πρόσφερε κι αὐτό. Τί κι ἂν οἱ μαθητὲς δὲν κατενόησαν τότε τὴν πράξη της; Τί κι ἂν ὁ Ἰούδας διαμαρτυρήθηκε δόλια; Ἡ Μαρία δὲν φοβήθηκε καμία ἀντίδραση. Δὲν ἀδιαφοροῦσε βέβαια γιὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ ἀγαποῦσε περισσότερο ἀπ᾿ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο τὸν Κύριό της.
Ἡ ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη τῆς Μαρίας ἔκρυβε ἐπιπλέον καὶ βαθιὰ ταπείνωση. Διότι στοὺς Ἰουδαίους θεωροῦνταν ἐξευτελισμὸς νὰ παρουσιασθεῖ μία γυναίκα μὲ ξέμπλεκα τὰ μαλλιά της μπροστὰ σὲ ἄλλους. Καὶ μάλιστα νὰ κάνει ἕνα ἔργο τόσο ταπεινωτικό! Αὐτὴ ὅμως δὲν δίστασε νὰ κάνει κάτι ποὺ θὰ τὴν ταπείνωνε. Αὐτὴ ἤθελε νὰ ἐκδηλώσει τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Κύριο. Τίποτε ἄλλο δὲν σκεφτόταν. Διότι αἰσθανόταν ὅτι ὁ Κύριος ἦταν ὁ εὐεργέτης της, ὁ λυτρωτὴς τοῦ ἀδελφοῦ της καὶ ὅλου τοῦ κόσμου.
Μὲ τὴν πράξη της αὐτὴ ἡ Μαρία διδάσκει κι ἐμᾶς ὅτι ἡ ἀγάπη μας καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη μας πρὸς τὸν Κύριο δὲν πρέπει νὰ μειώνεται ἀπὸ κανένα ἐμπόδιο. Καὶ ὅτι ὅταν αὐτὴ ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν Κύριο εἶναι ἡ πρώτη καὶ μεγαλύτερη, τότε ἐπιστρέφει πίσω σὲ μᾶς πολὺ πιὸ πλούσια. Διότι ἡ Μαρία ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν πράξη της δέχθηκε τὴν πνευματικὴ εὐωδία τοῦ Χριστοῦ, τὴ χάρη του καὶ τὴν εὐλογία του. Ἂς προσφέρουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς στὸν Κύριο τὸ μύρο τῆς ἀγάπης, τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς λατρείας μας καὶ θὰ αἰσθανθοῦμε τὸ μύρο τῆς θείας χάριτος νὰ εὐωδιάζει μέσα μας καὶ γύρω μας, καὶ νὰ ζωογονεῖ τὴν ψυχή μας.
2. Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα λαὸς πολὺς ποὺ εἶχε ἔλθει στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, μόλις ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς στὴν ἁγία πόλη, πῆραν στὰ χέρια τους κλαδιὰ ἀπὸ φοίνικες καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν. Καὶ καθὼς Τὸν ἔβλεπαν νὰ εἰσέρχεται καθισμένος πάνω σ᾿ ἕνα πουλάρι, παραληροῦσαν καὶ μὲ συγκίνηση κι ἐνθουσιασμὸ φώναζαν: «Ὠσαννά, εὐλογημένος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔρχεται ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἔνδοξος βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ ποὺ περιμέναμε»! Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία τοῦ Ζαχαρίου ποὺ ἔλεγε: «Μὴ φοβᾶσαι, Ἱερουσαλήμ, ἔρχεται ὁ βασιλιάς σου καθισμένος πάνω σ᾿ ἕνα πουλάρι». Ἐν τῷ μεταξὺ τὰ πλήθη ὅλο καὶ αὐξάνονταν. Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως βλέποντας τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ πλήθους ἐρεθίστηκαν πολὺ καὶ σκέφθηκαν νὰ συλλάβουν τὸν Κύριο τὸ συντομότερο.
Ποῦ ὅμως ὀφειλόταν ὁ μεγάλος ἐνθουσιασμὸς τοῦ πλήθους; Γιατί οἱ ἁπλοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ πανηγύριζαν ἀσυγκράτητα; Διότι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ Κύριος εἶχε ἀναστήσει πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες τὸν Λάζαρο. Καὶ μετέδιδαν τὴν εἴδηση αὐτὴ ἀπὸ στόμα σὲ στόμα. Θεωροῦσαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ μποροῦσε νὰ ἀναστήσει ἕναν ἄνθρωπο, θὰ μποροῦσε ἀσφαλῶς νὰ ἀναστήσει κι ἕνα ἔθνος. Τὸ ἔθνος τους. Καὶ προϋπάντησαν τὸν Χριστὸ κρατώντας κλαδιὰ φοινίκων, ποὺ ἦταν σύμβολα νίκης, ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸν ὑποδέχονταν ὡς νικητὴ τοῦ θανάτου, καὶ ὅπως ἤλπιζαν, νικητὴ τῶν κατακτητῶν τους Ρωμαίων. Τὸν ἀναγνώριζαν ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, ὡς τὸν Μεσσία ποὺ περίμεναν. Γι᾿ αὐτὸ κραύγαζαν στίχους τοῦ μεσσιακοῦ Ψαλμοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μποροῦσαν νὰ κατανοήσουν ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦταν ἐγκόσμιος βασιλεύς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ λίγες μέρες τὰ συναισθήματά τους ἄλλαξαν τόσο ραγδαῖα. Καὶ Τὸν ἐσταύρωσαν.
Καθὼς εἰσερχόμαστε οἱ πιστοὶ στὴν ἱερότερη ἑβδομάδα τοῦ χρόνου, τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἂς ὑποδεχθοῦμε τὸν Κύριό μας ὁ Ὁποῖος πορεύεται πρὸς τὸ ἐκούσιο Πάθος. Μὴ μείνουμε ὅμως μόνο σὲ ἐξωτερικὲς συγκινήσεις καθὼς θὰ Τὸν βλέπουμε ὀδυνώμενο στὸ σταυρό. Οὔτε νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ὄχλους τῆς Ἱερουσαλὴμ στὶς μεταπτώσεις τους καὶ τὴν ἐπιπολαιότητά τους. Ἀλλὰ νὰ λατρεύσουμε τὸν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ πίστη ἀταλάντευτη. Κατανοώντας ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ποὺ πάσχει γιά μᾶς, ποὺ πεθαίνει γιὰ μᾶς, εἶναι ὁ Κύριος τῶν κυριευόντων καὶ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων. Κι ἂς Τὸν ὑποδεχθοῦμε ὡς Ἀρχηγὸ τῆς ζωῆς μας καὶ μόνιμο κατακτητὴ τῆς καρδιᾶς μας. 
     (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου