Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
(7 ΜΑΪΟΥ 2017)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐ­γέ­νε­το Πτρον δι­ερ­χό­με­νον δι­ὰ πάν­των κα­τελ­θεῖν κα πρς τος ἁ­γί­ους τος κα­τοι­κοῦν­τας Λδδαν. εὗ­ρε δ ἐ­κεῖ ἄν­θρω­πόν τι­να Αἰ­νέ­αν ὀ­νό­μα­τι, ξ ἐ­τῶν ὀ­κτὼ κα­τα­κε­ί­με­νον ἐ­πὶ κρα­βάτ­τῳ, ς ν πα­ρα­λε­λυ­μέ­νος. κα εἶ­πεν αὐ­τῷ Πτρος· Αἰ­νέ­α, ἰ­ᾶ­ταί σε Ἰ­η­σοῦς ὁ Χρι­στός· ἀ­νά­στη­θι κα στρῶ­σον σε­αυ­τῷ. κα εὐ­θέ­ως ἀ­νέ­στη. κα εἶ­δον αὐ­τὸν πάν­τες ο κα­τοι­κοῦν­τες Λδδαν κα τν Σρωνα, οἵ­τι­νες ἐ­πέ­στρε­ψαν ἐ­πὶ τν Κριον. ν Ἰόππ δ τις ν μα­θή­τρι­α ὀ­νό­μα­τι Τα­βι­θά, δι­ερ­μη­νευ­ο­μέ­νη λέ­γε­ται Δορ­κάς· αὕ­τη ν πλή­ρης ἀ­γα­θῶν ἔρ­γων κα ἐ­λε­η­μο­συ­νῶν ὧν ἐ­πο­ί­ει. ἐ­γέ­νε­το δ ν τας ἡ­μέ­ραις ἐ­κε­ί­ναις ἀ­σθε­νή­σα­σαν αὐ­τὴν ἀ­πο­θα­νεῖν· λού­σαν­τες δ αὐ­τὴν ἔ­θη­καν ἐν ὑ­πε­ρώ­ῳ. ἐγ­γὺς δ οὔ­σης Λδδης τ Ἰόππ ο μα­θη­ταὶ ἀ­κο­ύ­σαν­τες ὅ­τι Πτρος ἐ­στὶν ἐν αὐ­τῇ, ἀ­πέ­στει­λαν δύ­ο ἄν­δρας πρς αὐ­τὸν πα­ρα­κα­λοῦν­τες μ ὀ­κνῆ­σαι δι­ελ­θεῖν ἕ­ως αὐ­τῶν. ἀ­να­στὰς δ Πτρος συ­νῆλ­θεν αὐ­τοῖς· ν πα­ρα­γε­νό­με­νον ἀ­νή­γα­γον ες τ ὑ­πε­ρῷ­ον, κα πα­ρέ­στη­σαν αὐ­τῷ πᾶ­σαι α χῆ­ραι κλα­ί­ου­σαι κα ἐ­πι­δει­κνύ­με­ναι χι­τῶ­νας κα ἱ­μά­τι­α ὅ­σα ἐ­πο­ί­ει με­τ' αὐ­τῶν οὖ­σα Δορ­κάς. ἐκ­βα­λὼν δ ἔ­ξω πάν­τας Πτρος κα θες τ γό­να­τα προ­ση­ύ­ξα­το, κα ἐ­πι­στρέ­ψας πρς τ σῶ­μα εἶ­πε· Τα­βι­θά, ἀ­νά­στη­θι. δ ἤ­νοι­ξε τος ὀ­φθαλ­μοὺς αὐ­τῆς, κα ἰ­δοῦ­σα τν Πτρον ἀ­νε­κά­θι­σε. δος δ αὐ­τῇ χεῖ­ρα ἀ­νέ­στη­σεν αὐ­τήν, φω­νή­σας δ τος ἁ­γί­ους κα τς χή­ρας πα­ρέ­στη­σεν αὐ­τὴν ζῶ­σαν. γνω­στὸν δ ἐ­γέ­νε­το κα­θ' ὅ­λης τς Ἰόππης, κα πολ­λοὶ ἐ­πί­στευ­σαν ἐ­πὶ τν Κριον. 
                                                                                  (Πράξ. Ἀποστ. θ΄ [9] 32 – 42)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Κα­θὼς ὁ Πέ­τρος πε­ρι­ό­δευ­ε σ' ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη, κά­ποι­α μέ­ρα κα­τέ­βη­κε καὶ στοὺς Χρι­στια­νοὺς πού κατοικοῦσαν στὴ Λύδ­δα. Ἐ­κεῖ συ­νάν­τη­σε κά­ποι­ον ἄν­θρω­πο πού λε­γό­ταν Αἰνέας καὶ ἦ­ταν ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τά­κοι­τος πά­νω σ' ἕ­να κρεβάτι, δι­ό­τι ἦ­ταν πα­ρά­λυ­τος. Κι ὁ Πέ­τρος τοῦ εἶ­πε: Αἰνέα, ὁ Ἰ­η­σοῦς, πού εἶ­ναι ὁ χρι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ Μεσ­σί­ας, σὲ γι­α­τρεύ­ει ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λυ­σί­α σου. Σή­κω καὶ στρῶ­σε μό­νος σου τὸ κρε­βά­τι σου. Κι αὐ­τὸς ἀ­μέ­σως ση­κώ­θη­κε. Καὶ τὸν εἶ­δαν ὅ­λοι ὅ­σοι κα­τοι­κοῦ­σαν στὴ Λύδ­δα καὶ στὴν πε­διά­δα τοῦ Σά­ρω­να. Κι ἔ­τσι, κα­θο­δη­γη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ θαῦμα αὐ­τό, ἐ­πέ­στρε­ψαν στὸν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ, ἀφοῦ τὸν πί­στε­ψαν καὶ τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σαν Θε­ὸ καὶ Σω­τή­ρα τους.
Στὴν Ἰόππη πά­λι ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­α μα­θή­τρια τοῦ Κυρίου πού λε­γό­ταν Τα­βι­θά. Τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τὸ με­τα­φρά­ζεται μὲ τὴ λέ­ξη Δορ­κά­δα, δη­λα­δὴ ζαρ­κά­δι. Αὐ­τὴ ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­πὸ ἀ­γα­θο­ερ­γί­ες καὶ ἐ­λε­η­μο­σύ­νες πού ἔ­κα­νε συ­νε­χῶς. Τὶς ἡμέρες ἐ­κεῖ­νες ὅ­μως συ­νέ­βη νὰ ἀρ­ρω­στή­σει καὶ νὰ πε­θά­νει. Κι ἀ­φοῦ τὴν ἔ­λου­σαν καὶ τὴν ἑ­τοί­μα­σαν, τὴν ἔ­βα­λαν στὸ πά­νω δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς οἰ­κί­ας. Κα­θὼς λοι­πὸν ἡ πό­λη Λύδ­δα ἦ­ταν κον­τὰ στὴν Ἰόππη, σὰν ἄ­κου­σαν οἱ μα­θη­τὲς ὅ­τι ὁ Πέ­τρος εἶ­ναι στὴν πό­λη αὐ­τή, τοῦ ἔ­στει­λαν δύ­ο ἄν­δρες καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νὰ πά­ει σ' αὐ­τοὺς ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ γρή­γο­ρα. Πράγ­μα­τι ὁ Πέ­τρος ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε μα­ζὶ μὲ τοὺς δύ­ο αὐ­τοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους. Μό­λις ἔ­φτα­σε στὴν Ἰόππη, τὸν ἀ­νέ­βα­σαν στὸ ἀ­νώ­γει­ο. Κι ἐκεῖ πα­ρου­σι­ά­στη­καν μπρο­στά του ὅ­λες οἱ χῆ­ρες κλαί­γον­τας γιὰ τὸ θά­να­το αὐ­τῆς πού τὶς προ­στά­τευ­ε. Καὶ ὡς δείγ­μα­τα τῆς προ­στα­σί­ας της ἔ­δει­χναν στὸν Πέ­τρο τοὺς χι­τῶ­νες καὶ τὰ πα­νω­φό­ρια πού εἶχε φτιά­ξει γι' αὐ­τοὺς ἡ Δορ­κά­δα ὅ­σο ζοῦ­σε μα­ζί τους. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν ὁ Πέ­τρος τοὺς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἀ­νώ­γει­ο πού ἦ­ταν ἡ νε­κρή, γο­νά­τι­σε καὶ προ­σευ­χή­θη­κε. Κα­τό­πιν στρά­φη­κε στὸ νε­κρὸ σῶ­μα καὶ εἶπε: Τα­βιθά, σή­κω ἐ­πά­νω. Κι αὐ­τὴ ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της, κι ὅ­ταν εἶ­δε τὸν Πέ­τρο, ὅ­πως ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη, ἀ­να­ση­κώ­θη­κε κα­θι­στὴ στὸ κρε­βά­τι της. Τό­τε τῆς ἔ­δω­σε ὁ Πέ­τρος τὸ χέ­ρι του καὶ τὴν σή­κω­σε ὄρ­θια. Ὕ­στε­ρα φώ­να­ξε τοὺς Χρι­στια­νοὺς καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὶς χῆ­ρες καὶ τοὺς τὴν πα­ρου­σί­α­σε ζων­τα­νή. Τὸ θαῦ­μα αὐ­τὸ ἔ­γι­νε γνω­στὸ σ' ὅ­λη τὴν πό­λη τῆς Ἰόππης, καὶ πολ­λοὶ πί­στε­ψαν στὸν Κύ­ριο.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. ἔ­στι δ ν τος Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις ἐ­πὶ τ προ­βα­τι­κῇ κο­λυμ­βή­θρα, ἐ­πι­λε­γο­μέ­νη Ἑ­βρα­ϊ­στὶ Βη­θεσδά, πέν­τε στο­ὰς ἔ­χου­σα. ν τα­ύ­ταις κα­τέ­κει­το πλῆ­θος τν ἀ­σθε­νο­ύν­των, τυ­φλῶν, χω­λῶν, ξη­ρῶν, ἐκ­δε­χο­μέ­νων τν το ὕ­δα­τος κί­νη­σιν. ἄγ­γε­λος γρ κα­τὰ και­ρὸν κα­τέ­βαι­νεν ν τ κο­λυμ­βή­θρᾳ, κα ἐ­τα­ράσ­σε­ τ ὕ­δωρ· ον πρῶ­τος ἐμ­βὰς με­τὰ τν τα­ρα­χὴν το ὕ­δα­τος ὑ­γι­ὴς ἐ­γί­νε­το ᾧ δή­πο­τε κα­τε­ί­χε­το νο­σή­μα­τι. ν δ τις ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ τρι­ά­κον­τα κα ὀ­κτὼ ἔ­τη ἔ­χων ἐν τ ἀ­σθε­νε­ί­ᾳ αὐ­τοῦ. τοῦ­τον ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς κα­τα­κε­ί­με­νον, κα γνος ὅ­τι πο­λὺν ἤ­δη χρό­νον ἔ­χει, λέ­γει αὐ­τῷ· Θλεις ὑ­γι­ὴς γε­νέ­σθαι; ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῷ ἀ­σθε­νῶν· Κριε, ἄν­θρω­πον οκ ἔ­χω, ἵ­να ὅ­ταν τα­ρα­χθῇ τ ὕ­δωρ, βά­λῃ με ες τν κο­λυμ­βή­θραν· ν δ ἔρ­χο­μαι ἐγώ ἄλ­λος πρ ἐ­μοῦ κα­τα­βα­ί­νει. λέ­γει αὐ­τῷ Ἰ­η­σοῦς· Ἔ­γει­ρε, ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει. κα εὐ­θέ­ως ἐ­γέ­νε­το ὑ­γι­ὴς ὁ ἄν­θρω­πος, κα ἦ­ρε τν κρά­βατ­τον αὐ­τοῦ κα πε­ρι­ε­πά­τει. ν δ σάβ­βα­τον ν ἐ­κε­ί­νῃ τ ἡ­μέ­ρᾳ. ἔ­λε­γον ον ο Ἰ­ου­δαῖ­οι τ τε­θε­ρα­πευ­μέ­νῳ· Σββατν ἐ­στιν· οκ ἔ­ξε­στί σοι ἆ­ραι τν κρά­βατ­τον. ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τοῖς· ποι­ή­σας με ὑ­γι­ῆ, ἐ­κεῖ­νός μοι εἶ­πεν· ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει. ἠ­ρώ­τη­σαν ον αὐ­τόν· Τς ἐ­στιν ὁ ἄν­θρω­πος ὁ εἰ­πών σοι, ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα πε­ρι­πά­τει; δ ἰ­α­θεὶς οκ ᾔ­δει τς ἐ­στιν· γρ Ἰ­η­σοῦς ἐ­ξέ­νευ­σεν ὄ­χλου ὄν­τος ἐν τ τό­πῳ. με­τὰ ταῦ­τα εὑ­ρί­σκει αὐ­τὸν Ἰ­η­σοῦς ἐν τ ἱ­ε­ρῷ κα εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἴ­δε ὑ­γι­ὴς γέ­γο­νας· μη­κέ­τι ἁ­μάρ­τα­νε, ἵ­να μ χεῖ­ρόν σο τι γέ­νη­ται. ἀ­πῆλ­θεν ὁ ἄν­θρω­πος κα ἀ­νήγ­γει­λε τος Ἰ­ου­δα­ί­οις ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς ἐ­στιν ὁ ποι­ή­σας αὐ­τὸν ὑ­γι­ῆ.
                                                       (Ἰωάν. ε΄[5] 1 – 15)

ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
1.    ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟΙ
Δίπλα στὴν προβατικὴ πύλη τοῦ τείχους τῆς Ἱερουσαλήμ, βρισκόταν Βηθεσδᾶ, κολυμβήθρα τοῦ ἐλέους. Εἶχε γύρω της πέντε στοὲς πλημμυρισμένες ἀπὸ λογῆς – λογῆς ἀρρώστους. Ἕνα νοσοκομεῖο τοῦ Θεοῦ ἦταν. Διότι ὅλοι αὐτοί, τυφλοί, ἀνάπηροι, παράλυτοι, περίμεναν μὲ ἀγωνία κι ἐλπίδα να κατέβει κάθε τόσο ὁ ἄγγελος, ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, νὰ ταράξει τὰ νερὰ τῆς δεξαμενῆς. Καὶ τότε! Ὢ τότε! Ὅποιος προλάβαινε νὰ πέσει μέσα στὰ νερὰ τὴν ὥρα ἐκείνη, γινόταν ἀμέσως καλά, ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀρρώστια κι ἂν ἔπασχε. Ἀπ᾿ ὅλους αὐτοὺς τοὺς βασανισμένους ἀρρώστους ὅμως ἕνας ἄνθρωπος ξεχώριζε. Τριανταοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια παράλυτος. Κι ἦταν μόνος, κατάμονος. Δὲν εἶχε κανένα νὰ τὸν βοηθήσει. Μὰ σήμερα κάτι ἄλλαξε στὴ ζωή του. Δὲν εἶναι μόνος. Τὸν πλησίασε ὁ Χριστός, ὁ Θεὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἄνθρωπος γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν πληγωμένο ἄνθρωπο. Ὁ Κύριος λοιπὸν μόλις ἀντίκρισε τὸν παράλυτο, τοῦ εἶπε: «Θέλεις νὰ γίνεις καλά;». Κι ἐκεῖνος μὲ πόνο τοῦ ἀπάντησε: «Κύριε, δὲν ἔχω ἄνθρωπο νὰ μὲ βοηθήσει νὰ πέσω πρῶτος μέσα στὰ νερὰ ὅταν τὰ κινήσει ὁ ἄγγελος. Πάντοτε κάποιος ἄλλος προλαβαίνει νὰ πέσει πρῶτος».
Πόσο δραματικὴ ἦταν ἀλήθεια ἡ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου! Πῶς ζοῦσε τόσα χρόνια; Ποῦ ἔβρισκε φαγητό; Ποιὸς τὸν διακονοῦσε στὶς καθημερινές του ἀνάγκες; Μποροῦμε νὰ τὸν φαντασθοῦμε στὰ τριανταοκτὼ αὐτὰ χρόνια τῆς δοκιμασίας του; Μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὸ δράμα του ἐκεῖ στὴν κολυμβήθρα; Μόνος, ἔρημος κι ἀβοήθητος ἀνάμεσα σὲ τόσους ἀνθρώπους. Κι ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀποκρίνεται στὸν Κύριο φαίνεται ὅτι ὁ παράλυτος αὐτὸς ὑποφέρει, μὰ δὲν γογγύζει. Βλέπει τὴν περιφρόνηση καὶ δὲν βλασφημεῖ οὔτε τὸν Θεὸ οὔτε τὴν ὥρα ποὺ γεννήθηκε. Δὲν κατηγορεῖ κανένα. Δὲν μιλάει μὲ ὀργή. Ἀντίθετα περιμένει. Περιμένει τὴν κάθοδο τοῦ ἀγγέλου, τὴν ἐπίσκεψη τῆς θείας χάριτος.
Πόσοι ἄνθρωποι ἀλήθεια καὶ σήμερα, σὲ διαφορετικὲς βέβαια συνθῆκες ὑποφέρουν ὅπως ὁ παράλυτος τοῦ Εὐαγγελίου. Μόνοι κι ἐγκαταλελειμμένοι, σ᾿ ἕνα ἀπόμακρο χωριό, σ᾿ ἕνα Γηροκομεῖο ξεχασμένων ψυχῶν, σ᾿ ἕνα παρατημένο διαμέρισμα, σ᾿ ἕνα σπίτι χωρὶς ἀγάπη. Ὅλοι αὐτοὶ ἀκούγοντας σήμερα τὸ ἱερὸ αὐτὸ Εὐαγγέλιο, θὰ πρέπει νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ δυὸ μεγάλες ἀλήθειες. Πρῶτον ὅτι μέσα στὴ μοναξιά μας, ἀντὶ νὰ κλαῖμε γιὰ τὴν κατάστασή μας, ἔχουμε χρέος νὰ καλλιεργούμαστε στὴν ἀρετή, νὰ συνειδητοποιοῦμε τὴ μηδαμινότητά μας, νὰ ἐξαγιαζόμαστε. Καὶ δεύτερον νὰ κατανοήσουμε ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι. Δίπλα μας εἶναι ἀοράτως ὁ Χριστός. Μπορεῖ βέβαια νὰ μὴν ἐπεμβαίνει ἀκόμη στὸ δράμα μας. Ἀλλὰ ξέρει τὸν πόνο μας καὶ τὴ μοναξιά μας. Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε λοιπὸν νὰ σταθεῖ σύντροφος στὸ πρόβλημά μας καὶ στὴ δυστυχία μας, καὶ νὰ μᾶς στείλει τοὺς ἀνθρώπους του νὰ μᾶς συμπαρασταθοῦν καὶ νὰ γλυκάνουν τὴ μοναξιά μας καὶ τὴ δυστυχία μας. Δὲν εἴμαστε μόνοι. Δίπλα μας εἶναι ὁ Θεάνθρωπος ἕτοιμος νὰ μᾶς βοηθήσει.
2. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
Ὁ Κύριος ἐκεῖ στὴ δεξαμενὴ τῆς Βηθεσδᾶ, ἀφοῦ ἄκουσε τὰ πονεμένα λόγια τοῦ παραλύτου, τοῦ εἶπε: «Σήκω ἐπάνω. Πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ περπάτα». Πῶς ἔγιναν ὅλα τόσο ξαφνικά! Πῶς αὐτὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει τριανταοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια σηκώθηκε ὑγιέστατος; Πῶς σήκωσε τὸ κρεβάτι του καὶ περπάτησε καὶ διάβαινε ὁλόρθος τοὺς δρόμους τῆς Ἱερουσαλήμ;
Κάποιοι ποὺ τὸν εἶδαν, αὐτὸν τὸν πασίγνωστο παράλυτο, νὰ περπατᾶ, ἀντὶ νὰ χαροῦν γιὰ τὸ πρωτοφανὲς θαῦμα ποὺ ἔβλεπαν, παραλογίσθηκαν. Κι ἄρχισαν νὰ τὸν κατηγοροῦν, διότι δὲν ἦταν ἐπιτρεπτὸ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο ἡμέρα Σάββατο νὰ σηκώνει τὸ κρεβάτι του. Αὐτὸς ὅμως μὲ θάρρος τοὺς ἀπαντᾶ: «Ἐκεῖνος ποὺ μὲ θεράπευσε, ἐκεῖνος μοῦ ᾿πε νὰ σηκώσω καὶ τὸ κρεβάτι μου». «Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτός;», τὸν ρωτοῦν. Ὁ πρώην παράλυτος ὅμως δὲν ἤξερε ποιὸ ἦταν τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος μετὰ τὸ θαῦμα εἶχε ἀπομακρυνθεῖ διακριτικά. Κάποια ἡμέρα ὅμως ὁ Κύριος Ἰησοῦς τὸν συναντᾶ στὸ ἱερὸ καὶ τοῦ λέει: «Κοίταξε, ἔγινες καλά. Πρόσεξε ὅμως νὰ μὴν ἁμαρτάνεις στὸ ἑξῆς, γιὰ νὰ μὴν πάθεις χειρότερο κακό». Κι ἐκεῖνος, γεμάτος εὐγνωμοσύνη καὶ χαρά, ψάχνει καὶ βρίσκει ξανὰ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ τὸν εἶχαν ρωτήσει, γιὰ νὰ τοὺς ἀποκαλύψει μὲ ἐνθουσιασμὸ τὸν εὐεργέτη του: Ὁ Ἰησοῦς εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ ἔκανε ὑγιῆ, τοὺς εἶπε χαρούμενος.
Αὐτὴ ἡ πηγαία ὁμολογία τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ποὺ ἐκδήλωνε τὴ βαθιά του εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν εὐεργέτη του πρέπει νᾶ μᾶς διδάξει πολύ. Διότι κι ἐμεῖς δεχόμαστε καθημερινὰ τὶς μεγάλες καὶ θαυμαστὲς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ ποὺ μυστικὰ ἢ φανερὰ ἐνεργεῖ στὴ ζωή μας ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια μέχρι σήμερα. Μπροστὰ στὶς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες λοιπὸν ποὺ δεχόμαστε τόσα χρόνια, νὰ μάθουμε νὰ λέμε καθημερινὰ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὸ «δόξα σοι ὁ Θεός». Χωρὶς νὰ γκρινιάζουμε γι᾿ αὐτὰ ποὺ μᾶς λείπουν, καὶ χωρὶς νὰ ἑρμηνεύουμε τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς μας ὡς ἀποτελέσματα συγκυριῶν ἢ ὡς συνέπειες τῶν προσωπικῶν μας προσπαθειῶν. Ἀλλὰ νὰ ἔχουμε μέσα μας κυρίαρχο τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Κύριο γιὰ ὅλες τὶς δωρεὲς ποὺ δεχόμαστε. Νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη γιὰ ὅλα ὅσα γνωρίζουμε καὶ ὅσα δὲν γνωρίζουμε, γιὰ τὶς ἀφανεῖς καὶ φανερὲς εὐεργεσίες ποὺ ἔχει κάνει σέ μᾶς. Καὶ νὰ ὁμολογοῦμε στοὺς γύρω μας ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ εὐεργέτης τῆς ζωῆς μας, ὁ «ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων» μας, ὁ Πατέρας μας καὶ ὁ κυβερνήτης τῆς ζωῆς μας.
  (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου