Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Α΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Α΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ)
(28 ΜΑΪΟΥ 2017)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, ἔ­κρι­νε ὁ Παῦ­λος πα­ρα­πλεῦ­σαι τὴν ῎Ε­φε­σον, ὅ­πως μὴ γέ­νη­ται αὐ­τῷ χρο­νο­τρι­βῆ­σαι ἐν τῇ ᾿Α­σί­ᾳ· ἔ­σπευ­δε γάρ, εἰ δυ­να­τὸν ἦν αὐ­τῷ, τὴν ἡ­μέ­ραν τῆς πεν­τη­κο­στῆς γε­νέ­σθαι εἰς ῾Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα. ᾿Α­πὸ δὲ τῆς Μι­λή­του πέμ­ψας εἰς ῎Ε­φε­σον με­τε­κα­λέ­σα­το τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Ὡς δὲ πα­ρε­γέ­νον­το πρὸς αὐ­τόν, εἶ­πεν αὐ­τοῖς·  Προ­σέ­χε­τε οὖν ἑ­αυ­τοῖς καὶ παν­τὶ τῷ ποι­μνί­ῳ ἐν ᾧ ὑ­μᾶς τὸ Πνεῦ­μα τὸ ῞Α­γι­ον ἔ­θε­το ἐ­πι­σκό­πους, ποι­μα­ί­νειν τὴν ἐκ­κλη­σί­αν τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ, ἣν πε­ρι­ε­ποι­ή­σα­το δι­ὰ τοῦ ἰ­δί­ου αἵ­μα­τος. Ἐ­γὼ γὰρ οἶ­δα τοῦ­το, ὅ­τι εἰ­σε­λε­ύ­σον­ται με­τὰ τὴν ἄ­φι­ξίν μου λύ­κοι βα­ρεῖς εἰς ὑ­μᾶς μὴ φει­δό­με­νοι τοῦ ποι­μνί­ου· καὶ ἐξ ὑ­μῶν αὐ­τῶν ἀ­να­στή­σον­ται ἄν­δρες λα­λοῦν­τες δι­ε­στραμ­μέ­να τοῦ ἀ­πο­σπᾶν τοὺς μα­θη­τὰς ὀ­πί­σω αὐ­τῶν. Δι­ὸ γρη­γο­ρεῖ­τε, μνη­μο­νεύ­ον­τες ὅ­τι τρι­ε­τί­αν νύ­κτα καὶ ἡ­μέ­ραν οὐκ ἐ­παυ­σά­μην με­τὰ δα­κρύ­ων νου­θε­τῶν ἕ­να ἕ­κα­στον. Καὶ τὰ νῦν πα­ρα­τί­θε­μαι ὑ­μᾶς, ἀ­δελ­φοί, τῷ Θε­ῷ καὶ τῷ λό­γῳ τῆς χά­ρι­τος αὐ­τοῦ τῷ δυ­να­μέ­νῳ ἐ­ποι­κο­δο­μῆ­σαι καὶ δοῦ­ναι ὑ­μῖν κλη­ρο­νο­μί­αν ἐν τοῖς ἡ­γι­α­σμέ­νοις πᾶ­σιν. Ἀρ­γυ­ρί­ου ἢ χρυ­σί­ου ἢ ἱ­μα­τι­σμοῦ οὐ­δε­νὸς ἐ­πε­θύ­μη­σα· αὐ­τοὶ γι­νώ­σκε­τε ὅ­τι ταῖς χρε­ί­αις μου καὶ τοῖς οὖ­σι μετ᾿ ἐ­μοῦ ὑ­πη­ρέ­τη­σαν αἱ χεῖ­ρες αὗ­ται. πάν­τα ὑ­πέ­δει­ξα ὑ­μῖν ὅ­τι οὕ­τω κο­πι­ῶν­τας δεῖ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σθαι τῶν ἀ­σθε­νο­ύν­των, μνη­μο­νε­ύ­ειν τε τῶν λό­γων τοῦ Κυ­ρί­ου ᾿Ι­η­σοῦ, ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­πε· μα­κά­ρι­όν ἐ­στι μᾶλ­λον δι­δό­ναι ἢ λαμ­βά­νειν. Καὶ ταῦ­τα εἰ­πών, θεὶς τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ σὺν πᾶ­σιν αὐ­τοῖς προ­σηύ­ξα­το.
                          (Πράξ. Ἀποστ. κ΄[20] 16-18, 28-36)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
    Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ Παῦλος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πα­ρα­κάμ­ψει μὲ τὸ πλοῖ­ο τήν Ἔ­φε­σο καὶ νὰ μὴν ἀ­πο­βι­βα­σθεῖ σ' αὐ­τήν, γιὰ νὰ μὴν το­ῦ συμ­βεῖ ν' ἀρ­γο­πο­ρή­σει στὴν Ἀ­σί­α. Δι­ό­τι βι­α­ζό­ταν νὰ εἶ­ναι στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἐ­ὰν τοῦ ἦ­ταν δυ­να­τό, τὴν ἡμέρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς. Ἀ­πὸ τὴ Μί­λη­το λοι­πὸν ἔ­στει­λε ἀν­θρώ­πους στὴν Ἔφεσο καὶ κά­λε­σε τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας νὰ ἔλ­θουν νὰ τὸν συ­ναντή­σουν. Κι ὅ­ταν ἦλ­θαν κον­τά του, τοὺς εἶ­πε:
Ἐ­σεῖς γνω­ρί­ζε­τε κα­λὰ πῶς συμ­πε­ρι­φέρ­θη­κα ἀ­πέ­ναν­τί σας ὅ­λο τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τῆς ἐ­δῶ πα­ρα­μο­νῆς μου ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μέ­ρα πού πά­τη­σα τὸ πό­δι μου στὴν Ἀ­σί­α. Προ­σέ­χε­τε λοι­πὸν τὸν ἑ­αυ­τό σας, πῶς θὰ συμπερι­φέ­ρε­σθε καὶ τί θὰ δι­δά­σκε­τε. Προ­σέ­χε­τε καὶ ὅ­λο τὸ πνευ­μα­τι­κό σας ποί­μνιο, στὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ Ἅ­γιον Πνεῦμα σᾶς το­πο­θέ­τη­σε ἐ­πι­σκό­πους γιὰ νὰ ποι­μαί­νε­τε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θε­οῦ, τὴν ὁποία ὁ Κύ­ριος ἔ­σω­σε καὶ κατέστησε κτῆ­μα του μὲ τὸ δι­κό του αἷ­μα. Προ­σέ­χε­τε, δι­ό­τι ἐγώ τὸ γνω­ρί­ζω, με­τὰ τὴν ἀ­ναχώρησή μου θὰ εἰ­σβά­λουν ἀ­νά­με­σά σας ψευδοδιδάσκαλοι καὶ πλά­νοι σὰν ἄ­γριοι καὶ σκλη­ροὶ λύ­κοι πού θά δι­αρ­πά­ζουν ἀ­λύ­πη­τα τὸ ποί­μνιο βλά­πτον­τας καὶ ἀφανίζοντας τὶς ψυ­χὲς τῶν λο­γι­κῶν προ­βά­των. Ἀ­κό­μη κι ἀ­πό σᾶς τοὺς ἴ­διους θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν ἄνθρω­ποι πού θὰ δι­δά­σκουν δι­δα­σκα­λί­ες οἱ ὁ­ποῖ­ες θὰ δι­α­στρέ­φουν τὴν ἀ­λή­θεια, γιὰ νὰ ἀ­πο­σποῦν τοὺς μα­θη­τὲς ἀ­πὸ τὸν εὐ­θὺ δρό­μο τῆς ἀ­λή­θειας, νὰ τοὺς πα­ρα­σύ­ρουν πί­σω τους καὶ νὰ τοὺς κά­νουν ὀ­πα­δούς τους. Γι' αὐ­τὸ νὰ προ­σέ­χε­τε καὶ νὰ εἶ­στε ἄ­γρυ­πνοι, ἔ­χον­τας ὡς πα­ρά­δειγ­μα ἐ­μέ­να· καὶ νὰ θυ­μᾶ­στε ὅ­τι γιὰ μιὰ τρι­ε­τί­α συ­νε­χῶς νύ­χτα καὶ μέ­ρα δὲν στα­μά­τη­σα νὰ νου­θε­τῶ μὲ δά­κρυ­α τὸν κα­θέ­να σας ξε­χω­ρι­στά. Καὶ τώ­ρα σᾶς ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι, ἀ­δελ­φοί, στὸ Θε­ὸ καὶ στὸ λό­γο πού ἡ χά­ρη Του μᾶς ἀ­πο­κά­λυ­ψε. Αὐ­τὸς ὁ λό­γος του θὰ σᾶς προ­φυ­λά­ξει ἀ­πὸ κά­θε πλά­νη καὶ δι­α­στρο­φή. Σᾶς ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι στὸ Θε­ό, ὁ ὁποῖος μπο­ρεῖ νὰ συ­νε­χί­σει τὴν οἰ­κο­δο­μή σας καὶ νὰ σᾶς δώ­σει κλη­ρο­νο­μιὰ τὸν οὐ­ρα­νὸ μα­ζὶ μὲ ὅ­λους αὐ­τοὺς πού προ­ό­δευ­σαν στὸν ἁ­για­σμὸ πού τοὺς χά­ρι­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. Ἀ­σή­μι ἢ χρυ­σά­φι ἢ ρου­χι­σμό, τί­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἐ­πι­θύ­μη­σα. ­Ἐ­σεῖς οἱ ἴδιοι γνω­ρί­ζε­τε ὅ­τι γιὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τὶς δι­κές μου καὶ γιὰ τὶς ἀ­νάγ­κες ἐ­κεί­νων πού ἦ­ταν μα­ζί μου ὑ­πη­ρέ­τη­σαν τὰ ρο­ζι­α­σμέ­να αὐ­τὰ χέ­ρια. Μὲ κά­θε τρό­πο σᾶς ἔ­δω­σα τὸ πα­ρά­δειγ­μα ὅ­τι πρέ­πει νὰ ἐρ­γά­ζε­σθε ἔ­τσι σκλη­ρὰ γιὰ νὰ προ­λα­βαί­νε­τε κά­θε σκαν­δα­λι­σμὸ τῶν ἀ­δύ­να­μων ἀ­δελ­φῶν, καὶ νὰ τοὺς βο­η­θᾶ­τε νὰ γί­νουν δυ­να­τοὶ πνευ­μα­τι­κά. Ἀλλά καὶ νὰ θυ­μᾶστε τὰ λό­για τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰησοῦ, πού εἶ­χε πεῖ: Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο νὰ δί­νει κα­νεὶς πα­ρὰ νὰ παίρ­νει, ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν δι­και­οῦ­ται νὰ πά­ρει. Αὐ­τὸ κα­θι­στᾶ τὸν ἄν­θρω­πο πε­ρισ­σό­τε­ρο εὐ­τυ­χῆ.  Κι ἀφοῦ τὰ εἶ­πε αὐ­τά, γο­νά­τι­σε καὶ προ­σευ­χή­θη­κε μα­ζὶ μὲ ὅ­λους αὐ­τούς.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
          Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐ­πά­ρας ὁ ᾿Ι­η­σοῦς τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς αὐ­τοῦ εἰς τὸν οὐ­ρα­νὸν εἶ­πε· Πάτερ, ἐ­λή­λυ­θεν ἡ ὥ­ρα· δό­ξα­σόν σου τὸν Υἱ­όν, ἵ­να καὶ ὁ Υἱ­ός σου δο­ξά­σῃ σε, κα­θὼς ἔ­δω­κας αὐ­τῷ ἐ­ξου­σί­αν πά­σης σαρ­κός, ἵ­να πᾶν ὃ δέ­δω­κας αὐ­τῷ δώ­σῃ αὐ­τοῖς ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον. Αὕ­τη δέ ἐ­στιν ἡ αἰ­ώ­νι­ος ζωή, ἵ­να γι­νώ­σκω­σί σε τὸν μό­νον ἀ­λη­θι­νὸν Θε­ὸν καὶ ὃν ἀ­πέ­στει­λας ᾿Ι­η­σοῦν Χρι­στόν. Ἐ­γώ σε ἐ­δό­ξα­σα ἐ­πί τῆς γῆς· τὸ ἔρ­γον ἐ­τε­λε­ί­ω­σα, ὃ δέ­δω­κάς μοι ἵ­να ποι­ή­σω· καὶ νῦν δό­ξα­σόν με σύ, Πάτερ, πα­ρὰ σε­αυ­τῷ τῇ δό­ξη ᾗ εἶ­χον πρὸ τοῦ τὸν κό­σμον εἶ­ναι, πα­ρὰ σοί. ᾿Ε­φα­νέ­ρω­σά σου τὸ ὄ­νο­μα τοῖς ἀν­θρώ­ποις οὓς δέ­δω­κάς μοι ἐκ τοῦ κό­σμου· σοὶ ἦ­σαν καὶ ἐ­μοὶ αὐ­τοὺς δέ­δω­κας, καὶ τὸν λό­γον σου τε­τη­ρή­κα­σι. Νῦν ἔ­γνω­καν ὅ­τι πάν­τα ὅ­σα δέ­δω­κάς μοι πα­ρὰ σοῦ ἐ­στιν· ὅ­τι τὰ ῥή­μα­τα ἃ δέ­δω­κάς μοι δέ­δω­κα αὐ­τοῖς, καὶ αὐ­τοὶ ἔ­λα­βον, καὶ ἔ­γνω­σαν ἀ­λη­θῶς ὅ­τι πα­ρὰ σοῦ ἐ­ξῆλ­θον, καὶ ἐ­πί­στευ­σαν ὅ­τι σύ με ἀ­πέ­στει­λας. ᾿Ε­γὼ πε­ρὶ αὐ­τῶν ἐ­ρω­τῶ· οὐ πε­ρί τοῦ κό­σμου ἐ­ρω­τῶ, ἀλ­λὰ πε­ρὶ ὧν δέ­δω­κάς μοι, ὅ­τι σοί εἰ­σι. Καὶ τὰ ἐ­μὰ πάν­τα σά ἐ­στι καὶ τὰ σὰ ἐ­μά, καὶ δε­δό­ξα­σμαι ἐν αὐ­τοῖς. Καὶ οὐκέ­τι εἰ­μὶ ἐν τῷ κό­σμῳ, καὶ οὗ­τοι ἐν τῷ κό­σμῳ εἰ­σί, καὶ ἐ­γὼ πρὸς σὲ ἔρ­χο­μαι. Πάτερ ἅ­γι­ε, τή­ρη­σον αὐ­τοὺς ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τί σου ᾧ δέ­δω­κάς μοι, ἵ­να ὦ­σιν ἓν κα­θὼς ἡ­μεῖς. Ὅ­τε ἤ­μην μετ᾿ αὐ­τῶν ἐν τῷ κό­σμῳ, ἐ­γὼ ἐ­τή­ρουν αὐ­τοὺς ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τί σου· οὓς δέ­δω­κάς μοι ἐ­φύ­λα­ξα, καὶ οὐ­δεὶς ἐξ αὐ­τῶν ἀ­πώ­λε­το, εἰ μὴ ὁ υἱ­ὸς τῆς ἀ­πω­λε­ί­ας, ἵ­να ἡ Γρα­φὴ πλη­ρω­θῇ. Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρ­χο­μαι, καὶ ταῦ­τα λα­λῶ ἐν τῷ κό­σμῳ, ἵ­να ἔ­χω­σι τὴν χα­ρὰν τὴν ἐ­μὴν πε­πλη­ρω­μέ­νην ἐν αὐ­τοῖς.
                                                                           (Ἰωάν. ιζ΄[17] 1 – 13)

ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ
1.                                         Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΟΞΑ
Στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀκοῦμε ἕνα τμῆμα τῆς λεγομένης ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου μας· μιᾶς προσευχῆς συγκλονιστικῆς ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος μπροστὰ στοὺς μαθητές του τὴ Μεγάλη Πέμπτη τὸ βράδυ. Ἐκεῖ στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, μετὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο ὁ Κύριος, ἀφοῦ ὕψωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανό, εἶπε:
Πάτερ, ἦλθε ἡ ὥρα νὰ θυσιασθῶ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Δέξου τὴ θυσία μου αὐτὴ καὶ δόξασε τὸν Υἱό σου, γιὰ νὰ Σὲ δοξάσει καὶ ὁ Υἱός σου· γιὰ νὰ λυτρώσει ὅσους πίστεψαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ νὰ τοὺς προσφέρει τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τὸ νὰ γνωρίζουν οἱ πιστοὶ Ἐσένα τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἐμένα ποὺ μὲ ἀπέστειλες στὸν κόσμο. Ἐγὼ Σὲ δόξασα πάνω στὴ γῆ. Καὶ μὲ τὴ θυσία ποὺ θὰ προσφέρω σὲ λίγο πάνω στὸ σταυρό, ὁλοκλήρωσα τελείως τὸ ἔργο πού μοῦ ἔδωσες νὰ ἐπιτελέσω. Καὶ τώρα ποὺ θὰ φύγω ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, δόξασέ με καὶ ὡς ἄνθρωπο ἐσύ, Πάτερ, μὲ τὴ δόξα τὴν ὁποία εἶχα κοντά σου πρὶν νὰ δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος.
Μέσα στὴ συγκλονιστικὴ αὐτὴ ἀρχιερατικὴ προσευχὴ ἀκοῦμε τὸν Κύριο πολλὲς φορὲς νὰ μιλάει γιὰ τὴ δόξα του. Σὲ ποιὰ ὅμως δόξα ἀναφέρεται; Ὅσο κι ἂν μᾶς φαίνεται παράξενο, ὁ Κύριος ἀναφέρεται κυρίως στὴ δόξα τῆς σταυρικῆς του θυσίας ποὺ θὰ ἀκολουθήσει. Βέβαια ὁ Κύριος δοξάστηκε καὶ μὲ τὰ ἐκπληκτικὰ θαύματά του, μὲ τὴν ἁγία ζωή του, μὲ τὴν ἀπαράμιλλη διδασκαλία του, μὲ τὴν Ἀνἀστασή του καὶ τὴν Ἀνάληψή του.
Ὅμως ἡ μεγαλύτερη δόξα τοῦ Κυρίου μας δὲν πραγματοποιήθηκε σ᾿ αὐτὲς τὶς στιγμὲς τοῦ θριάμβου, ἀλλὰ στὶς τραγικότερες καὶ πιὸ ταπεινωτικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς του. Ὁ Κύριός μας ἀνῆλθε στὴν κορυφὴ τοῦ μεγαλείου του ὅταν ἀνυψώθηκε στὴν κορυφὴ τοῦ Γολγοθᾶ καὶ ἀποκάλυψε στοὺς ἀνθρώπους τὸ ἀνυπέρβλητο ὕψος τῆς ἀρετῆς του. Μιᾶς ἀρετῆς ποὺ ἀκτινοβόλησε στὸν οὐρανό, στὴ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια. Διότι ὁ Κύριός μας πάνω στὸ σταυρὸ ἀποκάλυψε στὸ μεγαλύτερο βαθμὸ τὴν τέλεια ἀγάπη του γιὰ τὰ πλάσματά του. Ἐκεῖ στὴν τρομερὴ ἀγωνία τοῦ Πάθους ἔδειξε τὴ βασιλική του μεγαλειότητα. Μὲ ἀνεξικακία καὶ ὑπομονὴ δοκίμασε ὄχι μόνο τοὺς ἀφόρητους πόνους τοῦ μαρτυρίου, ἀλλὰ καὶ σήκωσε μὲ ἐγκαρτέρηση τὸ ἀβάστακτο βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὁ σταυρός του ἔγινε τὸ ὑψηλότερο βῆμα τῆς ἀνθρωπότητος, ποὺ διακηρύττει μία δόξα ἄφθαστη.
Σὲ τέτοιου εἴδους δόξα ὅμως ὁ Κύριος καλεῖ καὶ ὅλους ἐμᾶς. Διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε πλασμένοι γιὰ τὴ δόξα. Δυστυχῶς ὅμως ἀναζητοῦμε τὴν καταξίωσή μας σὲ λάθος δρόμο: στὴ ματαιότητα, στὰ τάλαντα, στὴν ἐξουσία, στὴν ἀναγνώριση. Αὐτὴ ὅμως ἡ κοσμικὴ καταξίωση εἶναι ψεύτικη, φευγαλέα. Ἡ ἀληθινὴ δόξα βρίσκεται στὸ δρόμο τῆς θυσίας, στὴν κοινωνία τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου μας. Ὑψωνόμαστε ὅταν θυσιαζόμαστε· ὅταν ὑπομένουμε πειρασμούς, περιφρονήσεις, συκοφαντίες, ἀδικίες· ὅταν ξέρουμε νὰ συγχωροῦμε καὶ νὰ εὐεργετοῦμε· ὅταν σταυρώνουμε καθημερινὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὰ πάθη του.

2.       Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ
Στὴ συνέχεια τῆς ἀρχιερατικῆς του προσευχῆς ὁ Κύριος προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές του καὶ γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς. Πάτερ ἅγιε, λέει, ἐγὼ φανέρωσα τὸ ὄνομά σου στοὺς ἀνθρώπους ποὺ μοῦ ἐμπιστεύθηκες. Ἀπεκάλυψα σ᾿ αὐτοὺς τὶς ἀλήθειες ποὺ μοῦ ἔδωσες. Καὶ αὐτοὶ δέχθηκαν τὸν λόγο σου καὶ πίστεψαν ὅτι ὅλα ὅσα ἔχω, ἀπὸ Σένα προέρχονται καὶ ὅτι ἐγὼ ἀπὸ Σένα γεννήθηκα. Τὴ στιγμὴ αὐτὴ Σὲ παρακαλῶ γιὰ ἐκείνους ποὺ μοῦ ἔδωσες. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι πλέον σωματικῶς στὸν κόσμο. Αὐτοὶ ὅμως θὰ εἶναι. Ὅσο ἤμουν μαζί τους τοὺς φύλαξα. Πάτερ ἅγιε, φύλαξέ τους μὲ τὴν πατρική σου δύναμη, ὥστε νὰ παραμείνουν ἑνωμένοι μαζί μου καὶ μεταξύ τους. Νὰ εἶναι ἑνωμένοι, ὅπως κι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα.
Στὸ δεύτερο αὐτὸ τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς του ὁ Κύριος προσεύχεται γιὰ ὅλους τοὺς μαθητές του, ὥστε νὰ ἔχουν μεταξύ τους ἑνότητα. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου κατὰ τὴ συγκλονιστικὴ αὐτὴ ὥρα. Νὰ μένουμε ὅλοι οἱ πιστοὶ ἑνωμένοι μαζί του καὶ μεταξύ μας μέσα στὴν ἁγία του Ἐκκλησία. Καὶ γιατί τὸ ἐπιθυμεῖ αὐτὸ ὁ Κύριος τόσο πολύ; Διότι γνώριζε ὅτι οἱ αἱρετικοὶ ὡς λύκοι ἄγριοι θὰ ὁρμήσουν νὰ κατασπαράξουν τὴν Ἐκκλησία του, θὰ καταπληγώσουν τὸ σῶμα της καὶ θὰ τὸ κομματιάσουν. Καὶ προσεύχεται γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν πιστῶν, διότι γνωρίζει ὅτι ὅταν οἱ Χριστιανοὶ χάσουν τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, χάνουν καὶ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, χάνονται καὶ οἱ ἴδιοι. Αὐτὸ σημαίνει πιὸ συγκεκριμένα ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοί, Παπικοί, Προτεστάντες καὶ τόσοι ἄλλοι, δὲν εἶναι μέλη τῆς μιᾶς ἁγίας Ἐκκλησίας, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔχουν τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχουν πραγματικὰ Μυστήρια, δὲν ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἶναι αἱρετικὲς ὁμάδες. Ὅλοι αὐτοὶ ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀλήθειά του. Καὶ δὲν μποροῦν νὰ φθάσουν στὸν ἁγιασμὸ καὶ στὴ θέωση ἔξω ἀπὸ τὴ μία ἀληθινὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὴ γνώριζαν πολὺ καλὰ οἱ ἅγιοι θεοφόροι Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πολέμησαν δυναμικὰ τὸν αἱρεσιάρχη Ἄρειο. Διότι κατανοοῦσαν ὅτι ὅποιος δὲν εἶναι ἑνωμένος μὲ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι στὴν πλάνη, εἶναι στὸ σκοτάδι, εἶναι ἐπικίνδυνος. Αὐτὴ τὴν παρακαταθήκη ἄφησαν καὶ σέ μᾶς: νὰ μένουμε ἄρρηκτα ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό μας καὶ τὴν Ἐκκλησία του. Διότι ἢ εἶσαι ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀνήκεις στὴ μία ἀληθινὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἢ εἶσαι αἱρετικός, ὁπότε εἶσαι ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ξεκάθαρα πράγματα!
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου