Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ
(4 ΙΟΥΝΙΟΥ 2017)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἐν τ συμ­πλη­ροῦ­σθαι τν ἡ­μέ­ραν τς πεν­τη­κο­στῆς ἦ­σαν ἅ­παν­τες οἱ ἀπόστολοι ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἐ­πὶ τ αὐ­τό. κα ἐ­γέ­νε­το ἄφ­νω ἐκ το οὐ­ρα­νοῦ ἦ­χος ὥ­σπερ φε­ρο­μέ­νης πνο­ῆς βι­α­ί­ας, κα ἐ­πλή­ρω­σεν ὅ­λον τν οἶ­κον ο ἦ­σαν κα­θή­με­νοι· κα ὤ­φθη­σαν αὐ­τοῖς δι­α­με­ρι­ζό­με­ναι γλῶσ­σαι ὡ­σεὶ πυ­ρός, ἐ­κά­θι­σέ τε ἐ­φ' ἕ­να ἕ­κα­στον αὐ­τῶν, κα ἐ­πλή­σθη­σαν ἅ­παν­τες Πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου, κα ἤρ­ξαν­το λα­λεῖν ἑ­τέ­ραις γλώσ­σαις κα­θὼς τ Πνεῦ­μα ἐ­δί­δου αὐ­τοῖς ἀ­πο­φθέγ­γε­σθαι. Ἦ­σαν δ ν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ κα­τοι­κοῦν­τες Ἰ­ου­δαῖ­οι, ἄν­δρες εὐ­λα­βεῖς ἀ­πὸ παν­τὸς ἔ­θνους τν ὑ­πὸ τν οὐ­ρα­νόν· γε­νο­μέ­νης δ τς φω­νῆς τα­ύ­της συ­νῆλ­θε τ πλῆ­θος κα συ­νε­χύ­θη, ὅ­τι ἤ­κου­ον ες ἕ­κα­στος τ ἰ­δί­ᾳ δι­α­λέ­κτῳ λα­λο­ύν­των αὐ­τῶν. ἐ­ξί­σταν­το δ πάν­τες κα ἐ­θα­ύ­μα­ζον λέ­γον­τες πρς ἀλ­λή­λους· Οκ ἰ­δοὺ πάν­τες οὗ­τοί εἰ­σιν ο λα­λοῦν­τες Γα­λι­λαῖ­οι; κα πς ἡ­μεῖς ἀ­κο­ύ­ο­μεν ἕ­κα­στος τ ἰ­δί­ᾳ δι­α­λέ­κτῳ ἡ­μῶν ἐν ἐ­γεν­νή­θη­μεν, Πρθοι κα Μῆ­δοι κα Ἐ­λα­μῖ­ται, κα ο κα­τοι­κοῦν­τες τν Με­σο­πο­τα­μί­αν, Ἰ­ου­δα­ί­αν τε κα Καπ­πα­δο­κί­αν, Πντον κα τν Ἀ­σί­αν, Φρυ­γί­αν τε κα Παμ­φυ­λί­αν, Αἴ­γυ­πτον κα τ μέ­ρη τς Λι­βύ­ης τς κα­τὰ Κυ­ρή­νην, κα ο ἐ­πι­δη­μοῦν­τες Ρω­μαῖ­οι, Ἰ­ου­δαῖ­οί τε κα προ­σή­λυ­τοι, Κρῆ­τες κα Ἄ­ρα­βες, ἀ­κο­ύ­ο­μεν λα­λο­ύν­των αὐ­τῶν τας ἡ­με­τέ­ραις γλώσ­σαις τ με­γα­λεῖ­α το Θε­οῦ;
                                         (Πράξ. Ἀποστ. β΄[2]1 – 11)                                                               

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Τό πρωΐ τῆς ἡμέρας τῆς Πεντηκοστῆς (καθώς ὁλοκληρωνόταν ἡ ἡμέρα αὐτή ἡ ὁποία ἄρχισε ἀπό τό ἀπόγευμα τῆς παραμονῆς της) ὅλοι οἱ πιστοί μέ μιά καρδιά ἦταν συναγμένοι στό ἴδιο μέρος. Καί ξαφνικά, χωρίς νά τό περιμένει κανείς, ἦλθε ἀπό τόν οὐρανό μιά βοή σάν φύσημα σφοδροῦ ἀνέμου, πού κι­νεῖ­ται μὲ ὀρμή καὶ βι­αι­ό­τη­τα. Καὶ ἡ βο­ὴ αὐ­τὴ γέμισε ὅ­λο τὸ σπί­τι ὅ­που κά­θον­ταν οἱ ἀ­πό­στο­λοι καὶ ὅ­λοι οἱ μαθητές. Καὶ εἶδαν μέ τά μάτια τους νὰ δι­α­μοι­ρά­ζον­ται σ’ αὐ­τοὺς γλῶσ­σες σὰν τὶς φλό­γες τῆς φω­τιᾶς, καὶ στὸν κα­θέ­να ἀ­π' αὐ­τοὺς κά­θι­σε ἀ­πὸ μί­α γλώσ­σα. Ὅ­λοι τους τό­τε πλημ­μύ­ρι­σαν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ μὲ Πνεῦ­μα Ἅ­γιον, κι ἄρ­χι­σαν νὰ μι­λοῦν ξέ­νες γλῶσ­σες, ὅ­πως τὸ Πνεῦ­μα τοὺς ἐ­νέ­πνε­ε καὶ τοὺς ἔ­δι­νε τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ μι­λοῦν καὶ νὰ λέ­νε θε­ϊ­κὰ καὶ οὐ­ρά­νια λό­για καὶ δι­δα­σκα­λί­ες ὑ­ψη­λὲς καὶ θε­ό­πνευ­στες. Στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ ὑ­πῆρ­χαν τό­τε Ἰ­ου­δαῖ­οι ἀ­π' ὅ­λα τὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου καὶ ἀ­π' ὅ­λα τὰ ἔ­θνη πού βρί­σκον­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Αὐ­τοὶ εἶ­χαν ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ ἐκεῖ μό­νι­μα, ἦ­ταν εὐ­λα­βεῖς καὶ σέ­βον­ταν τὸν Θε­ό. Ὅ­ταν λοι­πὸν ἔ­γι­νε ἡ βο­ὴ αὐ­τὴ τοῦ ἀνέμου, συγ­κεν­τρώ­θη­κε πλῆ­θος ἀ­π' αὐ­τοὺς κι ὅ­λοι κυ­ρι­εύ­θη­καν ἀ­πὸ σύγ­χυ­ση καὶ κα­τά­πλη­ξη· δι­ό­τι ὁ κα­θέ­νας τους ἄ­κου­γε τοὺς μα­θη­τὲς τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ νὰ μι­λοῦν στὴ δι­κή του γλώσ­σα. Ἔ­με­ναν ὅ­λοι ἐκ­στα­τι­κοὶ καὶ μὲ θαυ­μα­σμὸ ἔ­λε­γαν ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο: Μά, ὅ­λοι αὐτοί πού μι­λοῦν δὲν εἶ­ναι Γα­λι­λαῖ­οι; Πῶς λοι­πὸν ἐμεῖς τούς ἀ­κοῦ­με ὁ κα­θέ­νας μας νὰ μι­λοῦν στὴ δι­κή μας μη­τρι­κὴ γλώσ­σα, τὴν ὁ­ποί­α μά­θα­με καὶ μι­λοῦ­με ἀ­πὸ τό­τε πού γεν­νη­θή­κα­με; Ὅ­σοι εἴ­μα­στε Πάρ­θοι καὶ Μῆ­δοι καὶ Ἐλαμίτες, κι ὅ­σοι κα­τοι­κοῦ­με στὴ Με­σο­πο­τα­μί­α καὶ στὴν Ἰ­ου­δαί­α καὶ στὴν Καπ­πα­δο­κί­α, στὸν Πόν­το καὶ στὴ Μι­κρὰ Ἀ­σί­α, στὴ Φρυ­γί­α καὶ στὴν Παμ­φυ­λί­α, στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ στὰ μέ­ρη τῆς Λι­βύ­ης πού εἶ­ναι κον­τὰ στὴν Κυ­ρή­νη, καὶ οἱ Ρω­μαῖ­οι πού δι­α­μέ­νου­με ἐ­δῶ, τό­σο αὐτοί πού λόγῳ τῆς κα­τα­γω­γῆς μας εἴ­μα­στε Ἰ­ου­δαῖ­οι, ὅ­σο καὶ οἱ ἐ­θνι­κοὶ πού προ­σελ­κυ­σθή­κα­με στὴν ἰ­ου­δα­ϊ­κὴ πί­στη καὶ γί­να­με προ­σή­λυ­τοι, κα­θὼς καὶ ὅ­σοι κα­τα­γό­μα­στε ἀ­πὸ τὴν Κρή­τη καὶ οἱ Ἄ­ρα­βες, ὅ­λοι ἐμεῖς πού κα­τα­γό­μα­στε ἀ­πὸ τὰ δι­ά­φο­ρα αὐ­τὰ μέ­ρη πῶς συμ­βαί­νει νὰ ἀ­κοῦ­με αὐ­τοὺς νὰ μιλοῦν καί νά δι­α­κη­ρύτ­τουν στὶς γλῶσ­σες μας τὰ μεγάλα καί θαυ­μα­στὰ ἔρ­γα τοῦ Θε­οῦ;

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῇ ἐ­σχά­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ τ με­γά­λῃ τς ἑ­ορ­τῆς εἱ­στή­κει Ἰ­η­σοῦς κα ἔ­κρα­ξε λέ­γων· Ἐάν τις δι­ψᾷ, ἐρ­χέ­σθω πρς με κα πι­νέ­τω. πι­στε­ύ­ων ες ἐ­μέ, κα­θὼς εἶ­πεν γρα­φή, πο­τα­μοὶ κ τς κοι­λί­ας αὐ­τοῦ ῥε­ύ­σου­σιν ὕ­δα­τος ζῶν­τος. τοῦ­το δ εἶ­πε πε­ρὶ το Πνε­ύ­μα­τος ο ἔ­μελ­λον λαμ­βά­νειν ο πι­στε­ύ­ον­τες ες αὐ­τόν· οὔ­πω γρ ν Πνεῦ­μα Ἅ­γι­ον, ὅ­τι Ἰ­η­σοῦς οὐ­δέ­πω ἐ­δο­ξά­σθη. πολ­λοὶ ον κ το ὄ­χλου ἀ­κο­ύ­σαν­τες τν λό­γον ἔ­λε­γον· Οὗ­τός ἐ­στιν ἀ­λη­θῶς ὁ προ­φή­της· ἄλ­λοι ἔ­λε­γον· Οὗ­τός ἐ­στιν ὁ Χρι­στός· ο δ ἔ­λε­γον· Μ γρ κ τς Γα­λι­λα­ί­ας Χρι­στὸς ἔρ­χε­ται; οὐ­χὶ γρα­φὴ εἶ­πεν ὅ­τι ἐκ το σπέρ­μα­τος Δαυ­ῒδ κα ἀ­πὸ Βη­θλέ­εμ τς κώ­μης, ὅ­που ἦν Δαυ­ῒδ, Χρι­στὸς ἔρ­χε­ται; σχί­σμα ον ν τ ὄ­χλῳ ἐ­γέ­νε­το δι' αὐ­τόν. τι­νὲς δ ἤ­θε­λον ἐξ αὐ­τῶν πι­ά­σαι αὐ­τόν, ἀλ­λ' οὐ­δεὶς ἐ­πέ­βα­λεν ἐ­π' αὐ­τὸν τς χεῖ­ρας. Ἦλ­θον ον ο ὑ­πη­ρέ­ται πρς τος ἀρ­χι­ε­ρεῖς κα Φα­ρι­σα­ί­ους, κα εἶ­πον αὐ­τοῖς ἐ­κεῖ­νοι· Δι­α­τί οκ ἠ­γά­γε­τε αὐ­τόν;  ἀ­πε­κρί­θη­σαν ο ὑ­πη­ρέ­ται· Οὐ­δέ­πο­τε οὕ­τως ἐ­λά­λη­σεν ἄν­θρω­πος, ς οὗ­τος ἄν­θρω­πος. ἀ­πε­κρί­θη­σαν ον αὐ­τοῖς ο Φα­ρι­σαῖ­οι· Μ κα ὑ­μεῖς πε­πλά­νη­σθε; μ τις κ τν ἀρ­χόν­των ἐ­πί­στευ­σεν ες αὐ­τὸν κ τν Φα­ρι­σα­ί­ων; ἀλ­λ’ ὁ ὄ­χλος οὗ­τος μ γι­νώ­σκων τν νό­μον ἐ­πι­κα­τά­ρα­τοί εἰ­σι! λέ­γει Νι­κό­δη­μος πρς αὐ­το­ύς, ἐλ­θὼν νυ­κτὸς πρς αὐ­τὸν, ες ν ξ αὐ­τῶν· Μ νό­μος ἡ­μῶν κρί­νει τν ἄν­θρω­πον, ἐ­ὰν μ ἀ­κο­ύ­σῃ πα­ρ' αὐ­τοῦ πρό­τε­ρον κα γν τ ποι­εῖ; ἀ­πε­κρί­θη­σαν κα εἶ­πον αὐ­τῷ· Μ κα σ κ τς Γα­λι­λα­ί­ας ε; ἐ­ρε­ύ­νη­σον κα ἴ­δε ὅ­τι προ­φή­της κ τς Γα­λι­λα­ί­ας οκ ἐ­γή­γερ­ται. Πλιν ον αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς ἐ­λά­λη­σε λέ­γων· Ἐ­γώ εἰ­μι τ φς το κό­σμου· ἀ­κο­λου­θῶν ἐ­μοὶ ο μ πε­ρι­πα­τή­σῃ ν τ σκο­τί­ᾳ, ἀλ­λ' ἕ­ξει τ φς τς ζω­ῆς.    
(Ἰωάν. ζ΄[7] 37 – 52, η΄[8] 12)

«ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΕΠΙΔΗΜΙΑ»
1. ΠΟΤΑΜΟΙ ΑΝΕΞΑΝΤΛΗΤΟΙ
Ὁ Κύριος βρίσκεται στὴν Ἱερουσαλὴμ τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Σκηνοπηγίας. Οἱ Ἰουδαῖοι συμμετεῖχαν στὴν ἑορτὴ αὐτὴ γιὰ νὰ θυμοῦνται τὴν πορεία τῶν προγόνων τους ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὴ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες ἔμεναν σὲ σκηνές. Τὴν τελευταία καὶ πιὸ ἐπίσημη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, ἔκαναν ἀναπαράσταση τῆς εἰσόδου στὴ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Οἱ ἱερεῖς ἔπαιρναν νερὸ ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ προχωροῦσαν πρὸς τὸ Ναὸ ραντίζοντας τὸ θυσιαστήριο καὶ τὰ πλήθη.
Αὐτὴ λοιπὸν τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, ὁ Κύριος, παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὶς τελετὲς τῆς ἑορτῆς, ἄρχισε νὰ διδάσκει μὲ ζωηρὴ φωνὴ τὰ πλήθη λέγοντας: Ἐὰν κανεὶς αἰσθάνεται πόθο καὶ δίψα πνευματική, ἂς ἔρχεται σὲ μένα καὶ ἂς πίνει. Κοντά μου θὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἡ ψυχή του. Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του θὰ τρέξουν ποταμοὶ ἀστείρευτου νεροῦ.
Ὁ Κύριος βέβαια μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἐννοοῦσε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ θὰ ἔπαιρναν ὅσοι θὰ πίστευαν σ᾿ Αὐτόν. Διότι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μεταδίδει νέα καὶ θεϊκὴ ζωή, δὲν εἶχε ἀκόμη δοθεῖ σὲ κανένα. Διότι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀκόμη δοξασθεῖ μὲ τὸ Πάθος του καὶ τὴν Ἀνἀληψή του.
Γιατί ὅμως ὁ Κύριος παρομοιάζει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ νερὸ ἀστείρευτο ποὺ ἀναβλύζει μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου; Διότι ὅταν ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔρχεται στὴν ψυχὴ κάθε βαπτισμένου καὶ χρισμένου πιστοῦ, προσφέρεται ἀσταμάτητα. Ἀναβλύζει διαρκῶς, δὲν ἀδειάζει ποτέ, ρέει σταθερὰ καὶ ἀνεξάντλητα ὅπως τὸ ποτάμι.
Καὶ ποιὸ ἔργο ἐπιτελεῖ; Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὡς ὕδωρ ζῶν εἶναι ἡ αἰτία τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχικὰ σὰν ἕνα ρεῦμα ἰσχυρὸ καταρρίπτει μέσα στὶς ψυχὲς μας κάθε ἀντίσταση, κάθε πάθος. Καθαρίζει κάθε τι ρυπαρὸ καὶ ἁμαρτωλό. Καὶ ταυτόχρονα δροσίζει ὡς ὕδωρ διαυγὲς καὶ ἄφθονο τὶς ψυχές μας, τὶς μαλακώνει, τὶς ποτίζει καὶ τὶς καθιστᾶ καρποφόρες σὲ ἔργα ἀρετῆς. Ἐμπνέει ἀγαθὲς διαθέσεις καὶ ἱερὰ συναισθήματα, καὶ ἀντίστοιχες ἐνέργειες καὶ πράξεις. Ἐνδυναμώνει τὴν ψυχή μας ὥστε νὰ ζοῦμε μία ἁγία ζωή. Μᾶς μεταμορφώνει καὶ μᾶς ἀναγεννᾶ, γεμίζει τὸ ἐσωτερικό μας μὲ ὅλους τοὺς δικούς της καρπούς, τοὺς καρποὺς τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἁγιότητος. Καὶ καθιστᾶ κι ἐμᾶς πηγὲς ἀνεξάντλητες ὕδατος ζῶντος πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας.

2. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Μόλις τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ἄκουσαν τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου, ἄρχισαν νὰ διχάζονται. Ἄλλοι ἔλεγαν: «Αὐτὸς εἶναι ὁ προφήτης ποὺ περιμένουμε». Ἄλλοι: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός». Κι ἄλλοι ἀποροῦσαν: «Εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθει ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴ Γαλιλαία;» Οἱ πιὸ ζηλωτὲς ἤθελαν νὰ Τὸν συλλάβουν, ὅμως κανεὶς δὲν τόλμησε νὰ τὸ κάνει, διότι μία ἀόρατη δύναμη τοὺς ἐμπόδιζε.
Γύρισαν λοιπὸν πίσω ἄπρακτοι οἱ ὑπηρέτες στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς Φαρισαίους, καὶ αὐτοὶ τοὺς ρώτησαν: «Γιατί δὲν Τὸν συλλάβατε;» «Ποτὲ ἄλλοτε δὲν δίδαξε κανεὶς μὲ τόση σοφία ὅπως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος», ἀποκρίθηκαν ἐκεῖνοι. Τοὺς ξαναρώτησαν οἱ Φαρισαῖοι: «Μήπως κι ἐσεῖς ἔχετε πλανηθεῖ ἀπὸ αὐτόν; Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες δὲν πίστεψε σ᾿ αὐτόν, ἀλλὰ μόνο ὁ καταραμένος ὄχλος, ποὺ δὲν ξέρει τὸν νόμο!» Τότε διαμαρτυρήθηκε ὁ Νικόδημος: «Πῶς μποροῦμε νὰ καταδικάσουμε ἕναν ἄνθρωπο, ἐὰν δὲν τὸν ἀκούσουμε πρῶτα καὶ μάθουμε τί ἔκανε;» Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίθηκαν: «Προφήτης ἀπὸ τὴ Γαλιλαία δὲν ἔχει φανεῖ ποτέ».
Ὁ Κύριος ὅμως συνέχισε νὰ κηρύττει λέγοντας: «Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ περιπλανιέται ποτὲ στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ θὰ ἔχει μέσα του τὸ ζωηφόρο καὶ πνευματικὸ φῶς».
Τί κρίμα ὅμως. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν δίπλα τους τὸ φῶς τῆς ζωῆς, καὶ παρέμεναν στὸ σκοτάδι. Τὸ φῶς ἄγγιξε τὴ ζωή τους, κι αὐτοὶ οἱ δύστυχοι βυθίζονταν περισσότερο στὸ σκοτάδι, στὴν ἄρνηση καὶ τὴν ἀντίδραση.
Τέτοια κατάσταση ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορὲς στὴν ἱστορία καὶ ἰδιαιτέρως στὶς μέρες μας. Πόσοι βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δεχθήκαμε τὸ φῶς τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀλήθειας. Ό Χριστὸς πλημμύρισε μὲ τὸ φῶς του τὴ ζωή μας, ὅταν βαπτιστήκαμε στὸ ὄνομά του. Αὐτὸν ντυθήκαμε τότε, γιὰ νὰ ζήσουμε πλέον μία φωτεινὴ ἐν Χριστῷ ζωή. Καὶ νὰ πορευόμαστε ὡς τέκνα φωτός. Δυστυχῶς ὅμως πολλοὶ Χριστιανοὶ ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ πελαγοδρομοῦν μέσα στὰ σκοτάδια τοῦ κόσμου. Ψάχνουν ἀλλοῦ γιὰ φῶς καὶ χάνονται στὰ σκοτεινὰ μονοπάτια τῶν αἱρέσεων, τῶν παραθρησκειῶν, τῶν ψευδώνυμων φιλοσοφιῶν καὶ τῶν αὐτοαποκαλούμενων πνευματικῶν ἀνθρώπων. Εἶναι τραγικὸ νὰ πορεύονται σὰν τυφλοὶ καὶ νὰ χάνουν τὸ δρόμο τους, ἐνῶ εἶναι δίπλα τους ὁ Χριστὸς καὶ τοὺς περιμένει νὰ τοὺς δώσει τὸ φῶς του.
Μήπως ὅμως κι ἐμεῖς κάποτε ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὰ σκοτάδια τοῦ κόσμου τῆς ἁμαρτίας; Ζοῦμε πράγματι μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ ἢ μᾶς ἑλκύει τὸ σκοτάδι καὶ μᾶς ταλανίζει ἡ ἀμφιβολία καὶ ἡ πλάνη;
Μὴν ξεγελιόμαστε. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Καὶ μόνον Αὐτός. Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε λοιπὸν νὰ φωτίζει τὶς σκέψεις μας, τὶς ἐπιθυμίες μας, τὶς ἐνέργειές μας, τὰ βιώματά μας.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου