Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(25 ΙΟΥΝΙΟΥ 2017)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, δι­και­ω­θέν­τες κ πί­στε­ως εἰ­ρή­νην ἔ­χο­μεν πρς τν Θε­ὸν δι­ὰ το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι' ο κα τν προ­σα­γω­γὴν ἐ­σχή­κα­μεν τ πί­στει ες τν χά­ριν τα­ύ­την ν ἑ­στή­κα­μεν, κα καυ­χώ­με­θα ἐ­π' ἐλ­πί­δι τς δό­ξης το Θε­οῦ. ο μό­νον δ, ἀλ­λὰ κα καυ­χώ­με­θα ν τας θλί­ψε­σιν, εἰ­δό­τες ὅ­τι ἡ θλῖ­ψις ὑ­πο­μο­νὴν κα­τερ­γά­ζε­ται, δ ὑ­πο­μο­νὴ δο­κι­μήν, δ δο­κι­μὴ ἐλ­πί­δα, δ ἐλ­πὶς ο κα­ται­σχύ­νει, ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη το Θε­οῦ ἐκ­κέ­χυ­ται ἐν τας καρ­δί­αις ἡ­μῶν δι­ὰ Πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου το δο­θέν­τος ἡ­μῖν. ἔ­τι γρ Χρι­στὸς ὄν­των ἡ­μῶν ἀ­σθε­νῶν κα­τὰ και­ρὸν ὑ­πὲρ ἀ­σε­βῶν ἀ­πέ­θα­νε. μό­λις γρ ὑ­πὲρ δι­κα­ί­ου τις ἀ­πο­θα­νεῖ­ται· ὑ­πὲρ γρ το ἀ­γα­θοῦ τά­χα τις κα τολ­μᾷ ἀ­πο­θα­νεῖν. συ­νί­στη­σι δ τν ἑ­αυ­τοῦ ἀ­γά­πην ες ἡ­μᾶς ὁ Θε­ὸς, ὅ­τι ἔ­τι ἁ­μαρ­τω­λῶν ὄν­των ἡ­μῶν Χρι­στὸς ὑ­πὲρ ἡ­μῶν ἀ­πέ­θα­νε. πολ­λῷ ον μᾶλ­λον δι­και­ω­θέν­τες νν ν τ αἵ­μα­τι αὐ­τοῦ σω­θη­σό­με­θα δι' αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τς ὀρ­γῆς. ε γρ ἐ­χθροὶ ὄν­τες κα­τηλ­λά­γη­μεν τ Θε­ῷ δι­ὰ το θα­νά­του το υἱ­οῦ αὐ­τοῦ, πολ­λῷ μᾶλ­λον κα­ταλ­λα­γέν­τες σω­θη­σό­με­θα ν τ ζω­ῇ αὐ­τοῦ.
                                                   (Ρωμ. ε΄[5] 1 – 10)

Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)
Ἀδελφοί, ἀφοῦ γίναμε δίκαιοι μέσω τῆς πίστεως, ἔχουμε εἰρήνη μὲ τὸν Θεὸ διαμέσου τῆς μεσιτείας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν πίστη μας πρὸς αὐτὸν μᾶς ἔχει ἤδη φέρει στὴν κατάσταση αὐτὴ τῆς χάριτος, στὴν ὁποία στεκόμαστε στερεά. Καὶ δὲν τρέμουμε τώρα τὴ θεία ὀργή, ἀλλά καυχόμαστε ἐλπίζοντας ὅτι θὰ ἀπολαύσουμε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν καυχόμαστε μόνο γιὰ τὴ δόξα ποὺ ἐλπίζουμε, ἀλλά καυχόμαστε καὶ γιὰ τὶς θλίψεις  διότι γνωρίζουμε ὅτι ἡ θλίψη παράγει σιγά – σιγά ὡς μόνιμο καί τέλειο ἔργο τὴν ὑπομονή, ἡ ὑπομονὴ παράγει ἀρετὴ δοκιμασμένη καί τέλεια, καὶ ἡ δοκιμασμένη ἀρετὴ παράγει τὴν ἐλπίδα στό Θεό. Καὶ ἡ ἐλπίδα αὐτὴ δὲν ντροπιάζει καὶ δὲν διαψεύδει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει, διότι ἡ ἀγάπη ποὺ ἔδειξε σέ μᾶς ὁ  Θεός, στὸν ὁποῖο ἐλπίζουμε, ἐκχύθηκε καὶ πλημμύρισε τὶς καρδιές μας μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ποὺ μᾶς δόθηκε ὡς ἀρραβώνας τῆς ἐλπίδας μας. Καὶ εἶναι πραγματικὰ ἀξιοθαύμαστη καὶ μοναδική ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς ἔδειξε ὁ Θεός. Διότι ὅταν ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη ἀσθενεῖς πνευματικά καί δέν μπορούσαμε νὰ ἐργασθοῦμε τὸ καλὸ καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦμε μόνοι μας ἀπό τήν ὀργή, ὁ Χριστὸς στὸν κατάλληλο χρόνο πού εἶχε ὁρίσει ὁ Θεός, πέθανε γιὰ νὰ σώσει ἀνθρώπους ἀσεβεῖς. Κι αὐτὸ ἀποδεικνύει πράγματι τὴ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ  διότι μόλις καὶ μετὰ βίας θὰ βρεθεῖ ἄνθρωπος  νά πεθάνει γιά κάποιον δίκαιο. Διότι γιὰ ἕναν καλὸ ἄνθρωπο ἴσως νὰ ἔκανε κανείς τὴν τόλμη νὰ πεθάνει. Ὁ Θεὸς ὅμως δείχνει περίτρανα τὴν ἀγάπη πού ἔχει ἀπό τὰ βάθη του γιά μᾶς, διότι ὁ Χριστὸς πέθανε γιά χάρη μας, ὅταν ἐμεῖς ἤμασταν ἀκόμη γεμάτοι ἁμαρτίες. Πολὺ περισσότερο λοιπὸν τώρα ποὺ δικαιωθήκαμε μὲ τὸ αἷμα καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, θὰ σωθοῦμε μέσω  αὐτοῦ ἀπό τὴ μέλλουσα ὀργή. Διότι, ἐάν συμφιλιωθήκαμε μὲ τὸν Θεὸ μὲ τὸ θάνατο τοῦ Υἱοῦ του ὅταν ἤμασταν ἐχθροί, πολὺ περισσότερο τώρα πού συμφιλιωθήκαμε θὰ σωθοῦμε διαμέσου τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νά πεθάνει, ἀλλά ζεῖ ἔνδοξος στοὺς οὐρανοὺς ὡς μεσίτης δικός μας.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος. λύ­χνος το σώ­μα­τός ἐ­στιν ὁ ὀ­φθαλ­μός. ἐ­ὰν ον ὀ­φθαλ­μός σου ἁ­πλοῦς ᾖ, ὅ­λον τ σῶ­μά σου φω­τει­νὸν ἔ­σται· ἐ­ὰν δ ὀ­φθαλμός σου πο­νη­ρὸς , ὅ­λον τ σῶ­μά σου σκο­τει­νὸν ἔ­σται. ε ον τ φς τ ν σο σκό­τος ἐ­στί, τ σκό­τος πό­σον; Οὐ­δεὶς δύ­να­ται δυ­σὶ κυ­ρί­οις δου­λε­ύ­ειν· γρ τν ἕ­να μι­σή­σει κα τν ἕ­τε­ρον ἀ­γα­πή­σει, ἑ­νὸς ἀν­θέ­ξε­ται κα το ἑ­τέ­ρου κα­τα­φρο­νή­σει· ο δύ­να­σθε Θε­ῷ δου­λε­ύ­ειν κα μα­μω­νᾷ. Δι­ὰ τοῦ­το λέ­γω ὑ­μῖν, μ με­ρι­μνᾶ­τε τ ψυ­χῇ ὑ­μῶν τ φά­γη­τε κα τ πί­η­τε, μη­δὲ τ σώ­μα­τι ὑ­μῶν τ ἐν­δύ­ση­σθε· οὐ­χὶ ψυ­χὴ πλεῖ­όν ἐ­στιν τς τρο­φῆς κα τ σῶ­μα το ἐν­δύ­μα­τος; ἐμ­βλέ­ψα­τε ες τ πε­τει­νὰ το οὐ­ρα­νοῦ, ὅ­τι ο σπε­ί­ρου­σιν οὐ­δὲ θε­ρί­ζου­σιν οὐ­δὲ συ­νά­γου­σιν ες ἀ­πο­θή­κας, κα πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος τρέ­φει αὐ­τά· οχ ὑ­μεῖς μᾶλ­λον δι­α­φέ­ρε­τε αὐ­τῶν; τς δ ξ ὑ­μῶν με­ρι­μνῶν δύ­να­ται προ­σθεῖ­ναι ἐ­πὶ τν ἡ­λι­κί­αν αὐ­τοῦ πῆ­χυν ἕ­να; κα πε­ρὶ ἐν­δύ­μα­τος τ με­ρι­μνᾶ­τε; κα­τα­μά­θε­τε τ κρί­να το ἀ­γροῦ πς αὐ­ξά­νει· ο κο­πι­ᾷ οὐ­δὲ νή­θει· λέ­γω δ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δὲ Σο­λο­μὼν ν πά­σῃ τ δό­ξῃ αὐ­τοῦ πε­ρι­ε­βά­λε­το ς ν το­ύ­των. Ε δ τν χόρ­τον το ἀ­γροῦ, σή­με­ρον ὄν­τα κα αὔ­ρι­ον ες κλί­βα­νον βαλ­λό­με­νον, Θε­ὸς οὕ­τως ἀμ­φι­έν­νυ­σιν, ο πολ­λῷ μᾶλ­λον ὑ­μᾶς, ὀ­λι­γό­πι­στοι; μ ον με­ρι­μνή­ση­τε λέ­γον­τες, τ φά­γω­μεν τ πί­ω­μεν τ πε­ρι­βα­λώ­με­θα; πάν­τα γρ ταῦ­τα τ ἔ­θνη ἐ­πι­ζη­τεῖ· οἶ­δε γρ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νι­ος ὅ­τι χρῄ­ζε­τε το­ύ­των ἁ­πάν­των. ζη­τεῖ­τε δ πρῶ­τον τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ κα τν δι­και­ο­σύ­νην αὐ­τοῦ, κα ταῦ­τα πάν­τα προ­στε­θή­σε­ται ὑ­μῖν.
                                             (Ματθ.στ΄[6] 22 – 33)

Η ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 
1.  ΤΙ ΘΗΣΑΥΡΙΖΟΥΜΕ
Τὸ λυχνάρι ποὺ δίνει φῶς στὸ σῶμα, εἶπε o Κύριος, εἶναι τό μάτι· καὶ τὸ λυχνάρι ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ νοῦς. Ἐάν λοιπὸν τὸ µάτι μας εἶναι ὑγιές, ὅλο τὸ σῶμα µας θὰ εἶναι γεμάτο φῶς. Ἐάν ὅμως τὸ µάτι μας εἶναι τυφλό, ὅλο τὸ σῶμα µας θὰ εἶναι βυθισμένο στὸ σκοτάδι. Ἐάν ἑπομένως ὁ νοῦς μας σκοτισθεῖ ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο, σὲ πόσο σκοτάδι θὰ βυθισθεῖ ἡ ψυχή µας;
Καὶ συνέχισε ὁ Κύριος λέγοντας: Κανείς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως δοῦλος σὲ δύο κυρίους. Ἢ θὰ μισήσει τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο· ἢ θὰ προσκολληθεῖ στὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήσει τὸν ἄλλο. Διότι δὲν μπορεῖτε νὰ εἶστε συγχρόνως δοῦλοι καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλούτου. Ἢ θὰ μισήσετε τὸν πλοῦτο για νὰ ἀγαπήσετε τὸν Θεό, ἢ θὰ προσκολληθεῖτε στὸν πλοῦτο καὶ θὰ καταφρονήσετε τὸν Θεό.
Γιατί ὅμως ὁ Κύριος μᾶς ζητεῖ νὰ διαλέξουμε ἕνα ἀπὸ τὰ δύο: ἢ τὸν Θεὸ καὶ τὸ θέλημά Του, ἢ τὸν πλοῦτο καὶ τὶς συνέπειές του; Δὲν μπορεῖ κανείς νὰ ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλοῦτο καὶ τὸν Θεό; Ὄχι! Διότι ὅποιος ἔχει προσκόλληση στὸν πλοῦτο δὲν μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει ἀληθινὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν οὐρανό. Διότι ὁ πλοῦτος, ὅταν κυριεύσει τὸν ἄνθρωπο, ὑποδουλώνει τὶς ψυχὲς καὶ δὲν τὶς ἀφήνει νὰ στραφοῦν πρὸς τὰ οὐράνια ἀγαθά. Τὰ πλούτη, οἰ ἀνέσεις σκλαβώνουν τὸν ἄνθρωπο.
Στὰ λόγια τοῦ Κυρίου μάλιστα ὁ πλοῦτος προσωποποιεῖται ὡς ἀνταγωνιστής καὶ ὡς ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ. Διότι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ πολλὰ χρήματα ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς δυνάμεως. Καὶ ἀγοράζει διαρκῶς ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἀποξενώνεται ἀπὸ τὰ πνευματικά. Ὅποιος σκλαβώθηκε στὸ χρήμα, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γνήσιος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ζητᾶ ἀπὸ μᾶς ἀποκλειστικὴ ἀφοσίωση. Καὶ ἡ καθημερινὴ πραγματικότητα αὐτὸ ἀποδεικνύει. Σὲ ἐποχὲς καὶ σὲ περιοχὲς ποὺ οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα στὶς ἀνέσεις, στὴν πολυτέλεια καὶ τὴν καλοπέραση, πολὺ εὔκολα ξεχνοῦν τὸν Θεὸ καὶ τὸ θέλημά του. Ἀντίθετα ὅταν ἔλθουν καιροὶ δύσκολοι, καιροὶ στερήσεων καὶ πείνας, οἱ ἄνθρωποι συνέρχονται, μετανοοῦν, συναισθάνονται τὴ μικροτητά τους καὶ τὴν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ. Ἐπιπλέον ἡ προσκόλληση στὸ χρῆμα καλλιεργεῖ μέσα μας τὴν πλεονεξία, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ὡς εἰδωλολατρία. Τὸ βλέπει κανείς καὶ στὶς μέρες μας ὅτι κι ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ἐπηρεαζόμαστε συχνὰ ἀπὸ τὸ κλίμα αὐτὸ τῆς πλεονεξίας. Θέλουμε διαρκῶς νὰ ἀγοράζουμε, νὰ ἀποκτοῦμε περισσότερα, ἔπιπλα, σκεύη, αὐτοκίνητα, σπίτια. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε γινόμαστε εἰδωλολάτρες. Δηλαδὴ κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε τὸν Θεὸ καὶ τὴν ψυχή μας.
2. ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΤΕΡΑ
ὴ φροντίζετε, συνεχίζει ὁ Κύριος, μέ ἀγωνία καὶ στενοχώρια γιά τὴ ζωή σας, τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιεῖτε καὶ τί θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερο ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα πιό πολὺ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Ὁ Θεὸς ποὺ σᾶς ἔδωσε αὐτὰ τὰ ἀνώτερα, θὰ σᾶς δώσει καί τά κατώτερα.
Κοιτάξτε τὰ πουλιὰ ποὺ πέφτουν στὸν ἀέρα. Οὔτε σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε μαζεύουν τροφὲς σὲ ἀποθῆκες. Κι ὅμως ὁ ἐπουράνιος Πατέρας σας τὰ τρέφει. Ἐσεῖς δὲν ἀξίζετε πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτά; Ἄλλωστε, ποιός ἀπὸ σᾶς μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀναστημὰ του ἕναν πῆχυ; Κανένας. Ἀλλά καὶ για τὸ ντύσιμό σας γιατί ἀγωνιᾶτε; Παρατηρῆστε τὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ φυτρώνουν μόνα τους στοὺς ἀγροὺς κι ὅμως οὔτε ὁ σοφὸς Σολομών μέ ὅλη τὴ βασιλική του μεγαλοπρέπεια δὲν ντύθηκε μὲ ἔνδυμα τόσο ὡραῖο, ὅπως ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγριολούλουδα αὐτά. Κι ἄν ὁ Θεὸς ντύνει µἐ τόση μεγαλοπρέπεια τὰ ἀγριόχορτα, ποὺ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριο ρίχνονται στὴ φωτιά, δὲν θὰ φροντίσει πολὺ περισσότερο γιά σᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴν κυριευθεῖτε λοιπὸν ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα λέγοντας, τί θὰ φᾶμε, τί θὰ πιοῦμε καὶ τί θὰ ντυθοῦμε; Διότι γιά ὅλα αὐτὰ ἀγωνιοῦν ὅσοι δὲν ἐμπιστεύονται τὴ ζωή τους στὸν Θεό. Ἄλλωστε ὁ Πατέρας σας γνωρίζει τί ἔχετε ἀνάγκη καὶ θὰ σᾶς τὸ δώσει. Γι’ αὐτὸ πάνω ἀπὸ ὅλα νὰ ζητᾶτε τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε θὰ σᾶς δοθοῦν καὶ ὅλα τά ἐπίγεια.
Τί µᾶς λέει λοιπὸν ὁ Κύριος; Ὅτι τὸ ἄγχος, ποὺ στὶς μέρες µας ἔχει καταντήσει ἀληθινὴ μάστιγα, θεραπεύεται ὅταν ἐμπιστευθοῦμε τὴ ζωὴ µας στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Δὲν λέει βέβαια ὁ Κύριος νὰ μὴν ἐργαζόμαστε ἢ νὰ µἡ νοιαζόμαστε για τὰ καθημερινὰ µας προβλήματα. Ἀλλὰ λέει νὰ μὴν ἀγωνιοῦμε ἀρρωστημένα γι’ αὐτά. Θὰ ἐργαστοῦμε βέβαια, θὰ κουραστοῦμε, ἀλλὰ χωρὶς ὑπερβολές. Ὄχι ἐξοντωτικὲς διπλὲς καὶ τριπλὲς ἐργασίες µόνο καί μόνο γιά νὰ ἔχουμε πολλὲς ἀνέσεις καὶ τελικὰ γινόμαστε νευρικοὶ καὶ τρέχουμε στοὺς γιατροὺς νὰ µᾶς ἡρεμήσουν καὶ νὰ µᾶς θεραπεύσουν. Θὰ φροντίζουμε ἐμεῖς για τὰ ἀπαραίτητα µέ σύνεση, ἐργατικότητα καὶ ὑπομονή. Καὶ θὰ φροντίζει πολὺ περισσότερο γιά µᾶς ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Θὰ μᾶς δώσει τὰ ἀγαθὰ ποὺ χρειαζόμαστε ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περιμένουμε. Ἰδιαιτέρως θὰ φροντίσει γιά τοὺς ἀδικημένους, τοὺς φτωχούς, τοὺς πεινασμένους, ἀλλὰ καὶ γιά ἐκεῖνες τὶς πολύτεκνες οἰκογένειες πού κάποιες στιγμὲς βρίσκονται σὲ οἰκονομικὰ ἀδιέξοδα καὶ μεγάλες στερήσεις καὶ προβλήματα ποὺ φαίνονται ἄλυτα. Δὲν µᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Θεός. Αὐτὸς ποὺ τρέφει τὰ πουλιὰ καὶ ντύνει τὰ λουλούδια, πολὺ περισσότερο θὰ φροντίσει γιά μᾶς. Μέ μιά ὅμως προϋπόθεση: Νὰ ζητοῦμε ἐμεῖς πάνω ἀπ’ ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας του.
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου