Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
(16 ΙΟΥλΙΟΥ 2017)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  
Τέκνον Τίτε, πιστός λό­γος· κα πε­ρὶ το­ύ­των βο­ύ­λο­μαί σε δι­α­βε­βαι­οῦ­σθαι, ἵ­να φρον­τί­ζω­σι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ο πε­πι­στευ­κό­τες τ Θε­ῷ. ταῦ­τά ἐ­στι τ κα­λὰ κα ὠ­φέ­λι­μα τος ἀν­θρώ­ποις· μω­ρὰς δ ζη­τή­σεις κα γε­νε­α­λο­γί­ας κα ἔ­ρεις κα μά­χας νο­μι­κὰς πε­ρι­ί­στα­σο· εἰ­σὶ γρ ἀ­νω­φε­λεῖς κα μά­ται­οι. αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον με­τὰ μί­αν κα δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ, εἰ­δὼς ὅ­τι ἐ­ξέ­στρα­πται ὁ τοι­οῦ­τος κα ἁ­μαρ­τά­νει ὢν αὐ­το­κα­τά­κρι­τος. Ὅ­ταν πέμ­ψω Ἀρ­τε­μᾶν πρς σε Τυ­χι­κόν, σπο­ύ­δα­σον ἐλ­θεῖν πρς με ες Νι­κό­πο­λιν· ἐ­κεῖ γρ κέ­κρι­κα πα­ρα­χει­μά­σαι. Ζη­νᾶν τν νο­μι­κὸν κα Ἀ­πολ­λὼ σπου­δα­ί­ως πρό­πεμ­ψον, ἵ­να μη­δὲν αὐ­τοῖς λε­ί­πῃ. Μαν­θα­νέ­τω­σαν δ κα ο ἡ­μέ­τε­ροι κα­λῶν ἔρ­γων προ­ΐ­στα­σθαι ες τς ἀ­ναγ­κα­ί­ας χρε­ί­ας, ἵ­να μ ὦ­σιν ἄ­καρ­ποι. Ἀ­σπά­ζον­ταί σε ο με­τ' ἐ­μοῦ πάν­τες. ἄ­σπα­σαι τος φι­λοῦν­τας ἡ­μᾶς ἐν πί­στει. χά­ρις με­τὰ πάν­των ­μῶν· μν.        
  (Τίτ. γ΄[3] 8 – 15)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Τέκνον Τίτε, τό ὅ­τι δι­και­ω­θή­κα­με καὶ ἀ­να­γεν­νη­θή­κα­με καὶ θὰ κλη­ρο­νο­μή­σου­με τὴν αἰ­ώ­νια ζω­ὴ εἶ­ναι λό­γος καὶ ἀ­λή­θεια ἀ­ξι­ό­πι­στη. Καὶ γι' αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα θέ­λω νὰ μι­λᾶς μὲ βε­βαι­ό­τη­τα καὶ μὲ κύ­ρος, γιὰ νὰ φρον­τί­ζουν ὅ­σοι ἔ­χουν πι­στέ­ψει στὸ Θε­ὸ νὰ πρω­το­στα­τοῦν ἀ­κού­ρα­στα σὲ κα­λὰ ἔρ­γα. Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ κα­λὰ ἔρ­γα καὶ τὰ ὠ­φέ­λι­μα στοὺς ἀν­θρώ­πους· αὐ­τὰ γιὰ τὰ ὁποῖα σᾶς μί­λη­σα. Ἀ­πό­φευ­γε τὶς ἀ­νό­η­τες συ­ζη­τή­σεις καὶ τὶς γε­νε­α­λο­γί­ες γιὰ τοὺς μυ­θι­κοὺς θε­οὺς ἢ τοὺς εὐ­γε­νεῖς προ­γό­νους, ὅ­πως καὶ τὶς φι­λο­νι­κί­ες καὶ δι­α­μά­χες γιὰ τὸν ἰ­ου­δα­ϊ­κὸ νό­μο, δι­ό­τι δὲν φέρ­νουν κα­μί­α ὠ­φέ­λεια καὶ εἶ­ναι μά­ται­ες. Αἱ­ρε­τι­κὸ ἄν­θρω­πο πού ἐ­πι­μέ­νει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ σκάν­δα­λα καὶ δι­αι­ρέ­σεις στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, μο­λο­νό­τι τὸν συμ­βού­λευ­σες γιὰ πρώ­τη καὶ δεύ­τε­ρη φο­ρά, πα­ρά­τη­σέ τον καί ἀπόφευγέ τον. Γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἕ­νας τέ­τοι­ος ἄν­θρω­πος ἔ­χει δι­α­στραφεῖ καὶ ἁ­μαρ­τά­νει· καὶ γιὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α του αὐ­τὴ ἐ­λέγ­χε­ται καὶ κα­τα­κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή του καὶ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διό του τὸν ἑ­αυ­τό. Ὅ­ταν σοῦ στεί­λω τὸν Ἀρτεμᾶ ἢ τὸν Τυ­χι­κό, φρόν­τι­σε γρή­γο­ρα νὰ ἔλ­θεις στὴ Νι­κό­πο­λη, δι­ό­τι ἐ­κεῖ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρά­σω τὸ χει­μώ­να. Τὸν Ζη­νᾶ τὸ νο­μο­δι­δά­σκα­λο καὶ τὸν Ἀ­πολ­λὼ κα­τευόδωσέ τους μὲ ἐ­πι­με­λη­μέ­νη προ­ε­τοι­μα­σί­α, γιὰ νὰ μὴν τοὺς λεί­πει τί­πο­τε στὸ τα­ξί­δι τους. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α μά­λι­στα τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας αὐ­τῆς ἂς παίρ­νουν μά­θη­μα καὶ οἱ δι­κοί μας νὰ πρω­το­στα­τοῦν καὶ νὰ ἐρ­γά­ζον­ται κα­λὰ ἔρ­γα καὶ νὰ συν­τρέ­χουν τοὺς ἀ­δελ­φοὺς στὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ὑ­λι­κές τους ἀ­νάγ­κες, γιὰ νὰ μὴ στε­ροῦν­ται ἀ­πὸ πνευ­μα­τι­κοὺς καρ­πούς. Σὲ χαι­ρε­τοῦν ἐγ­κάρ­δια ὅ­λοι ὅ­σοι εἶ­ναι μα­ζί μου. Χαι­ρέ­τη­σε ὅ­σους μᾶς ἀ­γα­ποῦν, ἐ­πει­δὴ ἔ­χουν κοι­νὴ πί­στη μέ μᾶς. Σᾶς εὔ­χο­μαι ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ νὰ εἶ­ναι μὲ ὅ­λους σας. Ἀ­μήν.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖςὑ­μεῖς ἐ­στε τ φς το κό­σμου. ο δύ­να­ται πό­λις κρυ­βῆ­ναι ἐ­πά­νω ὄ­ρους κει­μέ­νη· οὐ­δὲ κα­ί­ου­σι λύ­χνον κα τι­θέ­α­σιν αὐ­τὸν ὑ­πὸ τν μό­δι­ον, ἀλ­λ' ἐ­πὶ τν λυ­χνί­αν, κα λάμ­πει πᾶ­σι τος ν τ οἰ­κί­ᾳ. Οὕ­τω λαμ­ψά­τω τ φς ὑ­μῶν ἔμ­προ­σθεν τν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἴ­δω­σιν ὑ­μῶν τ κα­λὰ ἔρ­γα κα δο­ξά­σω­σι τν πα­τέ­ρα ὑ­μῶν τν ν τος οὐ­ρα­νοῖς. Μ νο­μί­ση­τε ὅ­τι ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι τν νό­μον τος προ­φή­τας· οκ ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι, ἀλ­λὰ πλη­ρῶ­σαι. ἀ­μὴν γρ λέ­γω ὑ­μῖν, ἕ­ως ἂν πα­ρέλ­θῃ οὐ­ρα­νὸς κα γ, ἰ­ῶ­τα ἓν μί­α κε­ρα­ί­α ο μ πα­ρέλ­θῃ ἀ­πὸ το νό­μου ἕ­ως ἂν πάν­τα γέ­νη­ται. ς ἐ­ὰν ον λύ­σῃ μί­αν τν ἐν­το­λῶν το­ύ­των τν ἐ­λα­χί­στων κα δι­δά­ξῃ οὕ­τω τος ἀν­θρώ­πους, ἐ­λά­χι­στος κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν· ς δ' ν ποι­ή­σῃ κα δι­δά­ξῃ, οὗ­τος μέ­γας κλη­θή­σε­ται ν τ βα­σι­λε­ί­ᾳ τν οὐ­ρα­νῶν.                         
                                         (Ματθ. ε΄[5] 14 – 19)

ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
1. ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ Ἢ ΕΠΙΔΕΙΞΗ;
Κάθε χριστιανός, λέγει ὁ Κύριος, εἶναι φῶς τοῦ κόσμου. Διότι ἔχει προορισμὸ μὲ τὸ φωτεινὸ παράδειγμά του νὰ φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Τὰ λυχνάρια, συνεχίζει ὁ Κύριος, δὲν τὰ ἀνάβουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ τὰ καλύπτουν κάτω ἀπὸ κάδους, ἀλλὰ τὰ τοποθετοῦν ψηλὰ πάνω στὸν λυχνοστάτη, για νὰ φωτίζουν ὅλους ὅσοι βρίσκονται μέσα στὸ σπίτι. Ἔτσι σὰν λυχνάρι ζητεῖ ὁ Κύριος νὰ λάμπει τὸ φῶς τῆς ἀρετῆς μας στοὺς ἀνθρώπους, για νὰ βλέπουν αὐτοὶ τὰ καλά μας ἔργα καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Θεὸ Πατέρα.
Μελετώντας ὅμως τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου κάποιοι Χριστιανοὶ προβληματίζονται καὶ ρωτοῦν: Μὰ καλά, θὰ γίνουμε ὑποκριτὲς καὶ θὰ ἐπιδεικνύουμε τὴν ἀρετή μας σὰν τοὺς Φαρισαίους «πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις»; Τί σημαίνει νὰ εἴμαστε φῶς τοῦ κόσμου; Ἀσφαλῶς ὁ Κύριος δὲν ζητεῖ νὰ γίνουμε Φαρισαῖοι, νὰ προβάλουμε τὰ κατορθώματά μας. Εἶναι δυνατὸν ὁ Κύριος νὰ ἐπιβραβεύει τὴν ἐπίδειξη; Ὄχι ἀσφαλῶς· διότι δὲν μᾶς ζητεῖ νὰ φωτίζουμε τοὺς γύρω μας μὲ κάποιο δικό μας φῶς, ἀλλὰ νὰ φέρουμε μέσα μας τὸ δικό του φῶς, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ νὰ ἀκτινοβολοῦμε, κι ἔτσι νὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς καὶ ὄχι ἐμεῖς. Διότι κανεὶς χριστιανὸς δὲν ἔχει δικό του φῶς γιὰ νὰ φωτίζει τοὺς ἄλλους. Ὅ,τι καλὸ ἔχουμε, ὅλα τὰ καλὰ ἔργα ποὺ κάνουμε, δὲν εἶναι δικά μας κατορθώματα, ἀλλὰ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ γίνονται. Ὅλοι οἱ πιστοὶ εἴμαστε ἑτερόφωτα φῶτα τοῦ θείου ἀνεσπέρου φωτός.
Καὶ τὸ φῶς αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ ἀκτινοβολεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ζωή μας, χωρὶς ἐμεῖς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε ἢ νὰ τὸ ἐπιδιώκουμε, ἀλλὰ αὐτομάτως, λόγω τῆς θέσεώς μας. Κάθε πιστός, λέγει ὁ Κύριος, εἶναι σὰν μιὰ πόλη ποὺ εἶναι κτισμένη πάνω σὲ ψηλὸ βουνό. Ἔτσι, εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι, εἶναι θεατὸς ἀπ᾿ ὅλους. Ὅπου κι ἂν κρυφθεῖ, εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ζωή του. Τὸν βλέπουν τὰ μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Αὐτὸ ὅμως ποὺ ζητεῖ ὁ Κύριος ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι τὸ νὰ μὴν ἀποδιώκουμε μὲ τὶς ἁμαρτίες μας τὸ φῶς του κι ἔτσι ἀντὶ νὰ φωτίζουμε, νὰ σκανδαλίζουμε τὸν κόσμο. Διότι ὅταν κρατοῦμε τὸ φῶς του διαρκῶς ἀναμμένο στὶς ψυχές μας, ὅταν ἐφαρμόζουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τότε μὲ τὸν χαρακτῆρα μας, τὴν συμπεριφορά μας, τὶς συναναστροφές μας, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώκουμε φανερώνουμε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ μέσα στὴν σκοτεινιασμένη ἐποχή μας. Ὅταν ζοῦμε μὲ καθαρότητα βίου καὶ ἀκρίβεια λόγων, τότε ἡ ζωή μας ἀπὸ μόνη της φωτίζει. Διότι τίποτε δὲν κάνει τὸν ἄνθρωπο πιὸ ἀκτινοβόλο ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀκτινοβολία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
2. ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΑ ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ
Στὴ συνέχεια τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου λέγει ὁ Κύριος: Μὴ νομίσετε ὅτι ἦλθα στὴ γῆ γιὰ νὰ καταλύσω καὶ ἀκυρώσω τὸν νόμο τοῦ Μωυσέως ἢ τὴν διδασκαλία τῶν Προφητῶν. Δὲν ἦλθα για νὰ τὰ καταργήσω, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ συμπληρώσω καὶ νὰ σᾶς τὰ παραδώσω τέλεια.
Μὲ τοὺς λόγους του αὐτοὺς ὁ Κύριος μᾶς διατρανώνει ὅτι ὁ νόμος του εἶναι ἀσυγκρίτως ὑψηλότερος ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκό. Πῶς ὅμως τὸ καταλαβαίνουμε αὐτό; Τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ στοιχεῖο ποὺ διαφοροποιεῖ τοὺς δύο νόμους, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Μωσαϊκὸς νόμος ἀπαγόρευε τὶς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις κάθε ἁμαρτίας, ἐνῶ ὁ Κύριος ἑστιάζει τὶς ἐντολές του στὴν ρίζα, στὶς αἰτίες καὶ τὶς ἀφορμὲς τῆς ἁμαρτίας. Ἂς ἀναφέρουμε ἕνα ἁπλὸ παράδειγμα γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴν μεγάλη αὐτὴ διαφορά. Ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπαγόρευε τὸν φόνο. Ὁ Κύριος ἀπαγορεύει τὴν ἀφορμὴ τοῦ φόνου, ποὺ εἶναι ἡ ὀργή. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει ὁ Κύριος καὶ στὰ ἄλλα ἁμαρτήματα. Κτυπᾶ τὴν ρίζα κάθε ἁμαρτίας. Ἐνεργεῖ προληπτικὰ καὶ ὄχι κατασταλτικά. Στοχεύει στὰ βάθη τῆς ψυχῆς, στὶς ἐπιθυμίες, τὰ κίνητρα, τοὺς λογισμούς, τὶς διαθέσεις. Διότι ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινοῦν τὰ πάντα. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν μᾶς ζητεῖ νὰ τηροῦμε μόνον τυπικὰ κάποιες ἐντολὲς ἀποφεύγοντας τὶς ἐξωτερικὲς ἐμφανίσεις καὶ πράξεις τῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλὰ νὰ νικοῦμε τὴν ἁμαρτία ὡς ἐσωτερικὴ διάθεση καὶ πάθος.
Ἀκόμη ὑψηλότερα, ὁ Κύριος δὲν στιγματίζει μόνο τὶς ἁμαρτητικὲς αὐτὲς αἰτίες, ἀλλὰ καὶ ἀποκαλύπτει τὸ μεγαλεῖο τῶν ἀντίστοιχων ἀρετῶν. Δὲν ἀπαριθμεῖ μόνο ἀπαγορεύσεις, ἀλλὰ μᾶς ὑποδεικνύει τὰ μυστικὰ τῆς ἐν Χριστῷ μακαριότητος. Γιὰ παράδειγμα, δὲν ζητεῖ μόνο νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ὀργή, ἀλλὰ μακαρίζει τὴν πραότητα καὶ προαναγγέλλει τὸ βραβεῖο. Λέγει: «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν»              (Ματθ. ε΄[5] 5).
Τέλος ὁ Κύριος ἀναγγέλλει διδασκαλίες ποὺ κανεὶς ποτὲ δὲν εἶχε πεῖ. Ἀνεβάζει τὸν κάθε ἄνθρωπο σὲ ὕψη ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος, σὲ ζωὴ τελειότητος, ἐλευθερίας καὶ ἀγάπης. Κάνει τὸν ἄνθρωπο ὄχι μόνον «καλὸν κἀγαθόν», ἀλλὰ ἅγιον, κατὰ χάριν Θεόν. Νὰ λοιπὸν ἡ τελειότητα τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου μας. Καὶ εἶναι κρίμα νὰ μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς σὲ τόσο δυσθεώρητα ὕψη, κι ἐμεῖς νὰ μένουμε στὰ χαμηλά. Λοιπόν, τὰ ἄνω νὰ φρονοῦμε, τὰ ἄνω νὰ ζητοῦμε, στὰ ἄνω νὰ ἀνήκουμε.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου