Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(23 ΙΟΥΛΙΟΥ 2017)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, ὀ­φε­ί­λο­μεν ἡ­μεῖς ο δυ­να­τοὶ τ ἀ­σθε­νή­μα­τα τν ἀ­δυ­νά­των βα­στά­ζειν, κα μ ἑ­αυ­τοῖς ἀ­ρέ­σκειν. ἕ­κα­στος ἡ­μῶν τ πλη­σί­ον ἀ­ρε­σκέ­τω ες τ ἀ­γα­θὸν πρς οἰ­κο­δο­μήν· κα γρ Χρι­στὸς οχ ἑ­αυ­τῷ ἤ­ρε­σεν, ἀλ­λὰ κα­θὼς γέ­γρα­πται· ο ὀ­νει­δι­σμοὶ τν ὀ­νει­δι­ζόν­των σε ἐ­πέ­πε­σον ἐ­π' ἐ­μέ. ὅ­σα γρ προ­ε­γρά­φη, ες τν ἡ­με­τέ­ραν δι­δα­σκα­λί­αν προ­ε­γρά­φη, ἵ­να δι­ὰ τς ὑ­πο­μο­νῆς κα τς πα­ρα­κλή­σε­ως τν γρα­φῶν τν ἐλ­πί­δα ἔ­χω­μεν. δ Θε­ὸς τς ὑ­πο­μο­νῆς κα τς πα­ρα­κλή­σε­ως δῴ­η ὑ­μῖν τ αὐ­τὸ φρο­νεῖν ν ἀλ­λή­λοις κα­τὰ Χρι­στὸν Ἰ­η­σοῦν, ἵ­να ὁ­μο­θυ­μα­δὸν ἐν ἑ­νὶ στό­μα­τι δο­ξά­ζη­τε τν Θε­ὸν κα πα­τέ­ρα το Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. δι­ὸ προσ­λαμ­βά­νε­σθε ἀλ­λή­λους, κα­θὼς κα Χρι­στὸς προ­σε­λά­βε­το ἡ­μᾶς ες δό­ξαν Θε­οῦ.
                                                                              (Ρωμ. ιε΄ [15] 1 – 7)     

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
 Ὀφείλουμε ἐμεῖς οἱ δυνατοί στήν πίστη καί στήν ἀρετή νά δείχνουμε ἀνεκτικότητα καί συμπάθεια στίς ἀδυναμίες τῶν ἀδύνατων στήν πίστη ἀνθρώπων, καί νά μήν κάνουμε ἐκεῖνα πού ἀρέσουν στόν ἑαυτό μας. Ὁ καθένας μας δη­λα­δὴ ἂς γί­νε­ται ἀ­ρε­στὸς στὸ δι­πλα­νό του, γιὰ νὰ συν­τε­λεῖ στὸ κα­λό του καὶ νὰ τὸν οἰ­κο­δο­μεῖ στὴν ἀ­ρε­τή. Δι­ό­τι κι ὁ Χρι­στὸς δὲν ἀ­πέ­φυ­γε ἐκεῖνα πού ἦ­ταν κο­πι­α­στι­κὰ καὶ δυ­σά­ρε­στα στὸν ἑ­αυ­τό του, οὔτε προ­τί­μη­σε τὰ ἀ­να­παυ­τι­κὰ καὶ τι­μη­τι­κά, ἀλλά ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν Ἁγία Γρα­φή: Οἱ βρι­σι­ὲς καὶ οἱ βλασφήμιες ἐ­κεί­νων πού σὲ βλα­σφη­μοῦν, οὐ­ρά­νι­ε Πα­τέ­ρα, ἔ­πε­σαν ἐ­πά­νω μου. Καὶ σᾶς φέρ­νω τὴ μαρ­τυ­ρί­α αὐ­τὴ τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, δι­ό­τι ὅ­σα γρά­φη­καν στὸ πα­ρελ­θὸν ἀ­πό τους θε­όπνευστους ἄν­δρες, γρά­φη­καν γιὰ τὴ δι­κή μας δι­δα­σκα­λί­α, γιὰ νὰ κρα­τοῦ­με στε­ρε­ὰ τὴν ἐλ­πί­δα μὲ τὴν ὑ­πο­μο­νὴ καὶ τὴν πα­ρη­γο­ριὰ καὶ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση πού δί­νουν οἱ Ἅ­γι­ες Γρα­φές. Καὶ ὁ Θε­ὸς πού χα­ρί­ζει σ' ὅ­λους μας τὴν ὑ­πο­μο­νὴ καὶ τὴν πα­ρη­γο­ριά, μα­κά­ρι νὰ σᾶς δώ­σει νὰ ἔ­χε­τε ὅ­λοι με­τα­ξὺ σας τὶς ἴδιες σκέ­ψεις καὶ τὰ ἴδια φρο­νή­μα­τα, καὶ νὰ ζεῖ­τε δια­ρκῶς μὲ ὁ­μό­νοι­α σύμ­φω­να μὲ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, γιά νά δοξάζετε μέ μιά ψυ­χὴ καί μ’ ἕνα στόμα τὸν Ὕ­ψι­στο, ὁ ὁποῖος εἶ­ναι Θε­ὸς τοῦ Κυ­ρί­ου μας ­Ἰησοῦ Χρι­στοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση του, καὶ Πα­τέ­ρας του ὡς πρὸς τὴ θεί­α του φύ­ση. Γιὰ νὰ κα­τορ­θώ­σε­τε ὅ­μως ὅ­λοι σας σὰν ἕ­νας ἄν­θρω­πος καὶ μὲ μιὰ καρ­διὰ νὰ δο­ξά­ζε­τε τὸν Θε­ό, σᾶς συ­νι­στῶ νὰ δέ­χε­στε μὲ ἀ­γά­πη ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, ὅ­πως καὶ ὁ Χρι­στὸς σᾶς δέ­χθη­κε ὅ­λους καὶ σᾶς ἔ­κα­νε ἀ­γα­πη­τοὺς καὶ δι­κούς του, γιὰ νὰ δο­ξά­ζε­ται ὁ Θε­ός.

 ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, πα­ρά­γον­τι τ Ἰ­η­σοῦ ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ δύ­ο τυ­φλοὶ κρά­ζον­τες κα λέ­γον­τες· Ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς, υἱ­ὲ Δαυ­ῒδ. ἐλ­θόν­τι δ ες τν οἰ­κί­αν προ­σῆλ­θον αὐ­τῷ ο τυ­φλοί, κα λέ­γει αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς· Πι­στε­ύ­ε­τε ὅ­τι δύ­να­μαι τοῦ­το ποι­ῆ­σαι; λέ­γου­σιν αὐ­τῷ· Να, Κριε. τό­τε ἥ­ψα­το τν ὀ­φθαλ­μῶν αὐ­τῶν λέ­γων· Κα­τὰ τν πί­στιν ὑ­μῶν γε­νη­θή­τω ὑ­μῖν. κα ἀ­νε­ῴ­χθη­σαν αὐ­τῶν ο ὀ­φθαλ­μοί· κα ἐ­νε­βρι­μή­σα­το αὐ­τοῖς Ἰ­η­σοῦς λέ­γων· Ὁ­ρᾶ­τε μη­δεὶς γι­νω­σκέ­τω. ο δ ἐ­ξελ­θόν­τες δι­ε­φή­μι­σαν αὐ­τὸν ν ὅ­λῃ τ γ ἐ­κε­ί­νῃ. Αὐ­τῶν δ ἐ­ξερ­χο­μέ­νων ἰ­δοὺ προ­σή­νεγ­καν αὐ­τῷ ἄν­θρω­πον κω­φὸν δαι­μο­νι­ζό­με­νον· κα ἐκ­βλη­θέν­τος το δαι­μο­νί­ου ἐ­λά­λη­σεν ὁ κω­φός. κα ἐ­θα­ύ­μα­σαν ο ὄ­χλοι λέ­γον­τες, Οὐ­δέ­πο­τε ἐ­φά­νη οὕ­τως ν τ Ἰσ­ρα­ήλ. ο δ Φα­ρι­σαῖ­οι ἔ­λε­γον· ν τ ἄρ­χον­τι τν δαι­μο­νί­ων ἐκ­βάλ­λει τ δαι­μό­νι­α. Κα πε­ρι­ῆ­γεν Ἰ­η­σοῦς τς πό­λεις πά­σας κα τς κώ­μας, δι­δά­σκων ν τας συ­να­γω­γαῖς αὐ­τῶν κα κη­ρύσ­σων τ εὐ­αγ­γέ­λι­ον τς βα­σι­λε­ί­ας κα θε­ρα­πεύ­ων πᾶ­σαν νό­σον κα πᾶ­σαν μα­λα­κί­αν ν τ λα­ῷ.
                         (Ματθ. θ’[9]  27 – 35)

ΛΟ­ΓΟΣ ΣΤΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ
Α­ΝΑ­ΛΟ­ΓΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΙ­ΣΤΗ Η ΘΕΙΑ ΧΑ­ΡΙΣ
«Κα­τὰ τὴν πί­στιν ὑ­μῶν γε­νη­θή­τω ὑμῖν».
Μέ πολ­λὴ θέρ­μη, πό­θο καὶ πίστη εἶχαν πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν Κύ­ριο οἱ δύο τυφλοί. Ὅ­ταν ἐρωτήθησαν ἄν ὄντως πιστεύουν, ἀ­δί­στα­κτα εἶ­χαν ἀ­παν­τήσει μέ ὁλόψυχο «Ναί». Καὶ τό­τε, κα­θὼς αἰσθάνθησαν τά Ἄ­χραν­τα χέ­ρια τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐγ­γί­ζουν τὰ σβη­σμέ­να μά­τια τους, ἄκου­σαν τὸν θαυ­μα­τουρ­γι­κὸ λόγο: «Σύμ­φω­να μὲ τὴν πί­στη σας, ἄς πραγματοποιηθεῖ σέ σᾶς τό θαῦμα». Καί πράγματι θεραπεύθησαν καί ἀνάβλεψαν.
Ἀλλ’ ὁ λό­γος τοῦ Κυρίου εἶχε βαθύ νόημα. Ἐκτός τοῦ ὅ­τι ἀ­πο­δεί­κνυ­ε καί ἐπιβράβευε τήν πίστη τῶν δύ­ο τυ­φλῶν, φανέρωνε καί τὴ με­γά­λη ἀ­λή­θεια, ὅ­τι ­ἀνάλογη πρός τήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ θεία χά­ρις πού τοῦ δί­δε­ται. Αὐ­τὴν τὴν ἀλήθεια νά προ­σπα­θή­σου­με νὰ ἀναλύσουμε τώ­ρα. Νὰ δοῦμε ἀφενός ποῦ διαπιστώνεται καἰ ἀφετέρου ποιές συνέπειες δημιουργεῖ γιά μᾶς.
1. Ποῦ φαί­νε­ται αὐ­τό. Στό συγκεκριμένο θαῦμα τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι σα­φῆ. Ὑπῆρχε πίστη θερ­μὴ καί ἰσχυρή, καί γι’ αὐτό δόθηκε ἀνάλογη χάρις, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­φερε τὴν ἴα­ση. Ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ὑ­πῆρ­χε σέ μι­κρό­τε­ρο βαθ­μὸ ἡ πίστη, ἀναμφίβολα θά συ­νέ­βαι­νε καί ἐ­δῶ ὅ,τι εἶχε γί­νει μὲ τὸν ἄλ­λο ἐ­κεῖ­νο τυ­φλό, τῆς Βηθ­σα­ϊδά. Ἐ­κεῖ­νος δὲν εἶ­χε ἐξαρ­χῆς θε­ρα­πευθεῖ πλή­ρως, ἀλλ’ ἔ­βλε­πε «τοὺς ἀν­θρώ­πους ὡς δέν­δρα περιπατοῦντας», ἕ­ως ὅτου ὡρίμασε ἡ πίστη του, καί τότε μέ δεύτερη θαυματουργή ἐπέμβαση τοῦ Χριστοῦ «ἐνέβλεψε τηλαυγῶς ἅπαντας» (Μαρκ. η'[8] 24-25).
Ἀ­νά­λο­γο φαι­νό­με­νο πα­ρα­τη­ροῦ­με καί στήν αἱμορροοῦσα. Ἐ­πει­δὴ εἶ­χε θερ­μότατη πίστη, ἄντλησε μέ ἁπλό ἄγ­γιγ­μα τοῦ ἱ­μα­τί­ου «δύ­να­μιν ἐξελθοῦσαν» ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό, κατά τή στιγμή πού ἄλλοι πολλοί, πού Τὸν «ἀ­πέ­θλι­βον» χω­ρὶς πί­στη, δὲν ἀξιώθησαν καμιᾶς ἰδιαίτερης εὐ­λο­γί­ας (Λουκ. η΄[8] 45-46).
Ὅ­λα αὐ­τὰ καί σή­με­ρα μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­πι­στώ­σου­με. Ὅ­σοι ἔ­χουν με­γά­λη πί­στη, λαμ­βά­νουν πλούσια τή χάρη. Βλέπουν θαύ­μα­τα στή ζωή τους τόσο γιά τὸ σῶ­μα, ὅ­σο — τὸ σπουδαιότερο — καὶ γιὰ τὴν ψυ­χή. Βρίσκουν ἴαση καί ἀνακούφιση ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὰ πά­θη. Λυ­τρώ­νον­ται. Θυ­μώ­δεις, ἄ­σω­τοι, μεμ­ψί­μοι­ροι καί δύ­στρο­ποι χα­ρα­κτῆ­ρες ἀ­παλ­λάσ­σον­ται πο­λὺ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῶν κα­κι­ῶν τους, ἐ­νῶ ἄλ­λοι δὲν μπο­ροῦν νὰ ὑ­περ­νι­κή­σουν πο­λὺ μι­κρό­τε­ρα ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Για­τί; Δι­ό­τι προ­σέρ­χον­ται στά ἱ­ε­ρὰ Μυ­στή­ρια μὲ εἰ­λι­κρι­νῆ, βα­θειὰ καί ὁλόθερμη πίστη, πού ἑλ­κύ­ει ἀφθονότερη τή θεία Χά­ρη.
Καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τό. Πλου­τί­ζον­ται ἐπιπρόσθετα καί μέ σπου­δαῖ­α πνευ­μα­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα, πού δί­δον­ται ἀ­κρι­βῶς «κα­τὰ τὴν ἀ­να­λο­γί­αν τῆς πί­στε­ως» (Ρωμ. ιβ΄[12] 3, 6). Πα­ρη­γο­ροῦν καί στη­ρί­ζουν τοὺς ἀ­δελ­φοὺς μὲ πη­γαί­α χρι­στι­α­νι­κὴ ἀ­γά­πη, βο­η­θοῦν ἢ συμ­βου­λεύ­ουν χω­ρὶς νὰ δη­μι­ουρ­γοῦν ἀν­τι­δρά­σεις, ἐμ­πνέ­ουν καί ἐν­θου­σιά­ζουν σέ ἔρ­γα ἱ­ε­ρά, ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι πί­στε­ως.
Ἀλλ’ ἤ­δη γεν­νᾶ­ται τὸ ἐ­ρώ­τη­μα. Ποι­ὲς συ­νέ­πει­ες ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια αὐτή γιά τὸν κα­θη­με­ρι­νὸ πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γώ­να μας;
2. Συ­νέ­πει­ες καὶ κα­θή­κον­τα. Ἡ ἐ­φαρ­μο­γὴ τῆς ἀλήθειας αὐ­τῆς στή ζω­ὴ μας ἔ­χει καί θετική καί ἀρ­νη­τι­κὴ πλευ­ρά. Στίς πε­ρι­πτώ­σεις δη­λα­δή, πού δὲν βλέ­που­με νὰ ἐκπληρώνονται αἰ­τή­μα­τα καί ἱ­ε­ροὶ πό­θοι τῆς ψυ­χῆς μας, ἀντί νὰ ὀ­λι­σθή­σου­με σέ ἐ­πι­κίν­δυ­να ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ ἢ πα­ρά­πο­να καὶ γογ­γυ­σμούς, ἕ­να πράγ­μα μό­νο πρέ­πει νὰ ἐ­ρευ­νή­σου­με. Μή­πως ὁ βαθ­μὸς τῆς πί­στε­ως μας εἶ­ναι χα­μη­λὸς καί ἑ­πο­μέ­νως ἀ­νί­σχυ­ρος νὰ ἑλκύσει τή θεί­α Χά­ρη; Μή­πως στίς προ­σευ­χὲς μας ὀ­λι­γο­πιστοῦμε καί «δι­α­κρι­νό­με­θα» καὶ γι’ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς κλυ­δω­νιζόμαστε καί τα­λαιπω­ρούμαστε ἀ­πὸ δια­ρκεῖς θλί­ψεις καί χρο­νί­ζον­τα πά­θη; (Ἰ­ακ. α'[1] 6-7). Δι­ό­τι ὅ­ταν ὑπάρχει ἀ­λη­θι­νὴ πί­στη, ἡ χά­ρις ὁ­πωσ­δή­πο­τε δί­δε­ται. Ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ μὴ λύνει τὸ πρό­βλη­μα ἐξωτερικά, τὸ λύ­νει ὅ­μως μέ­σα μας μὲ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση, παράκληση καί εἰρήνη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἐ­ὰν δὲ ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα, μί­α εἶ­ναι ἡ ἐν­δε­δειγ­μέ­νη λύ­ση. Νὰ προ­σπα­θή­σου­με νὰ ἐ­νι­σχύ­σου­με καί νὰ ἐ­παυ­ξή­σου­με τὴν πί­στη μας. Δι­ό­τι ὅ­πως ὑπάρχει κίν­δυ­νος νὰ μειωθεῖ καί νά ἐκλείψει ἡ πίστη (Λουκ. κβ'[22] 32), ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ὑ­πάρ­χει καί ἡ δυνατότητα νά αὐξηθεῖ (Β' Θεσ. α'[1] 3).
Εἶ­ναι δὲ πολ­λοὶ οἱ τρό­ποι, πού βο­η­θοῦν σ’ αὐ­τό. Ἡ θερ­μὴ καὶ τα­πει­νὴ προ­σευ­χὴ πρω­τί­στως, πού θά ἀναπέμπει πρὸς τὸν Δω­ρε­ο­δό­τη παν­τὸς ἀ­γα­θοῦ τὴν ἀ­πο­στο­λι­κὴ ἱ­κε­σί­α: «Κύ­ρι­ε, πρόσθες ἡμῖν πί­στιν»! (Λουκ. ιζ΄[17] 5). Κα­τό­πιν ἡ με­λέ­τη τοῦ βί­ου ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων, οἱ ὁποῖοι μέ τήν πίστη πράγ­μα­τι ἔ­κα­ναν ἄ­θλους καί θαύ­μα­τα, μ­πο­ροῦν δὲ πο­λὺ ἰ­σχυρά νὰ μᾶς ἐμ­πνεύ­σουν, ὥ­στε ν' ἀ­κο­λου­θή­σου­με καί ἐμεῖς τή ζωή τους καί νὰ τοὺς μι­μη­θοῦ­με στήν πί­στη (Ἑ­βρ. ιγ΄[13] 7). Ἀλλά καί ὁ ἀγώνας εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος καί πο­λὺ βο­η­θη­τι­κός. Σέ συγ­κε­κρι­μέ­να πε­ρι­στα­τι­κὰ τῆς ζω­ῆς νὰ προ­σπα­θοῦ­με νὰ σκεφτόμαστε μέ πίστη καί νὰ δι­α­λέ­γου­με τὶς λύ­σεις, πού ἡ πίστη μᾶς ὑ­πα­γο­ρεύ­ει. Στό ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ δί­λημ­μα, στήν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση, στίς ἀ­νη­συ­χί­ες γιὰ τὸ μέλ­λον νὰ ἐπιβαλλόμαστε στόν ἑ­αυ­τὸ μας καί νὰ τὸν ὁ­δη­γοῦ­με ὀρθά, ὁπότε θά «ἐνδυναμωνώμεθα τῇ πίστει» (Ρωμ. δ'[4] 20) καὶ θὰ γινόμαστε πράγ­μα­τι ἄ­ξιοι γιὰ με­γα­λύ­τε­ρες εὐ­λο­γί­ες τοῦ Θεοῦ.
Τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῶν δύ­ο θε­ρα­πευ­θέν­των τυ­φλῶν,καί τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἂς μᾶς διδάξει, ἄς μᾶς ἐλέγξει, ἂς μᾶς συγκινήσει, ἂς μᾶς ἐνθουσιάσει. Ὅ­λα τὰ πλού­τη τῆς θεί­ας Χά­ρι­τος εἶ­ναι ἕ­τοι­μα νὰ γί­νουν ­δι­κά μας, ἀρκεῖ νὰ αὐ­ξή­σου­με τὴν πίστη μας. Θὰ ἀμελήσουμε νὰ τὸ ἐπιδιώξουμε αὐτό;
(Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου