Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν τὸ Εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν, ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε, δι᾽ οὗ καὶ σῴζεσθε, τίνι λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμῖν εἰ κατέχετε, ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῇ ἐπιστεύσατε. Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις, ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς· καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται  τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς· καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾷ, εἶτα τοῖς δώδεκα· ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείονες μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ καὶ ἐκοιμήθησαν· ἔπειτα ὤφθη ᾽Ιακώβῳ, εἶτα τοῖς ἀποστόλοις πᾶσιν· ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί. ᾽Εγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὔκ εἰμι ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· χάριτι δὲ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι· καὶ ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμὲ οὐ κενὴ ἐγενήθη, ἀλλὰ περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα· οὐκ ἐγὼ δὲ ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί. Εἴτε οὖν ἐγὼ εἴτε ἐκεῖνοι, οὕτως κηρύσσομεν καὶ οὕτως ἐπιστεύσατε.
                      (Α΄ Κορ. ιε΄[15] 1 – 11)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
      Σᾶς γνωστοποι λοιπόν, δελφοί, τ Εαγγέλιο πο σς δίδαξα, τ ὁποῖο κα παραλάβατε καί στό ποο μένετε μετακίνητοι ἀπό τότε. Μ’ ατ κα θ σωθετε, ἐάν τ κραττε στερεά, ὅπως ἐγώ σᾶς τό κήρυξα  ἐκτός ἄν μάταια κα χωρς λόγο πιστέψατε. Λησμονήσατε ὅμως μι οσιώδη λήθεια τοῦ Εαγγελίου μου αὐτοῦ. Μ τν προφορική μου δηλαδ διδασκαλία σς παρέδωσα πρῶτα κενο πο κι ἐγώ παρέλαβα, ὅτι δηλαδ ὁ Χριστς πέθανε γι τς μαρτίες μας, σύμφωνα μέ ὅσα προφητεύθηκαν στς Γραφές, κα ὅτι νταφιάστηκε κα τν τρίτη ἡμέρα ναστήθηκε σύμφωνα μ τς Γραφές, καί ὅτι μφανίσθηκε μετ τν νάσταση του στν Κηφᾶ (Πέτρο), κι ἔπειτα στος δώδεκα ποστόλους. Ἔπειτα μφανίσθηκε γι μι φορ συγχρόνως σ περισσότερους ἀπό πεντακόσιους δελφούς, ἀπό τούς ὁποίους βέβαια μερικο πέθαναν, οἱ περισσότεροι ὅμως ζον ως τώρα. Ἔπειτα μφανίσθηκε στν άκωβο, κα στερα σ' λους τος ποστόλους. Κα τελευταία ἀπ' λους μφανίσθηκε κα σ μένα σάν σ κτρωμα, σάν μβρυο δηλαδ πο παράκαιρα ποβλήθηκε ἀπ' τν κοιλι τς μητέρας του. Διότι ἐγώ εμαι ὁ λάχιστος, ὁ κατώτερος ἀπ' λους τος ποστόλους, πο δν εμαι ξιος ν νομάζομαι πόστολος, διότι καταδίωξα τν κκλησία τοῦ Θεο. Μ τ χάρη τοῦ Θεοῦ ὅμως εμαι ὅ,τι εμαι τώρα, δηλαδ πόστολος ἴσος μ τος λλους. Κα ἡ χάρις πού μοῦ δωσε ὁ Κύριος δν μεινε καρπη κα χωρς ποτέλεσμα, ἀλλά περισσότερο ἀπ' λους ατος κοπίασα. Κα τ ργο μάλιστα ατ δν τ ργάστηκα ἐγώ, ἀλλά ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ πο εναι μαζί μου κα μ νισχύει. Ἀφοῦ λοιπν κα στος λλους ποστόλους κα σ μένα μφανίσθηκε ὁ Κύριος, κα λοι ἀπό κενον ναδειχθήκαμε πόστολοί του, ετε ἐγώ ἀσκῶ τό ποστολικ ργο, ετε κενοι, μ τν διο τρόπο κα τ διο Εαγγέλιο κηρύττουμε λοι· κα ὅπως κηρύττουμε, τσι κι ἐσεῖς πιστέψατε.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νεανίσκος τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ γονυπετῶν αὐτῷ καὶ λέγων· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεὸς. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν, τήρησον τὰς ἐντολάς. λέγει αὐτῷ· Ποίας; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· Τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καί, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ; ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. ἀκούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι; ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.
                                          (Ματθ. ιθ΄[19] 16 – 26)

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΑΝΙΣΚΟΣ
1. ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΤΟΥ;
Κάποια ἡμερα ἐπλησίασε τὸν Κύριο ἕνας πλούσιος νέος καὶ Τοῦ εἶπε:
-Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κερδίσω τὴν αἰώνιο ζωή;
Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε:
-Φύλαξε σ᾿ ὅλη σου τὴ ζωὴ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.
-Ποιὲς ἐντολές; ρωτάει αὐτὸς μὲ ἀπορία.
Ὁ Κύριος τοῦ ἀπαντᾷ:
-Νὰ μὴ φονεύσεις, νὰ μὴ μοιχεύσεις, νὰ μὴ κλέψεις, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσεις, νὰ τιμᾶς τοὺς γονεῖς σου καὶ νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου.
-Ὅλα αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ μικρὸ παιδί, λέγει ὁ νέος.
Πῶς ὅμως ὁ νέος αὐτὸς τολμάει μιὰ τέτοια κατηγορηματικὴ διαβεβαίωση; Εἶναι δυνατὸν νὰ φύλαξε κατὰ γράμμα ὅλες τὶς ἐντολές, ἀκόμη κι αὐτὴν τῆς ἀγάπης; Πῶς μποροῦσε νὰ ἀγαπᾶ τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του, ὅταν εἶχε τόσο πολλὰ κτήματα καὶ δὲν ἐνδιαφερόταν νὰ βοηθήσει τοὺς ἀμέτρητους πτωχοὺς συνανθρώπους του; Πῶς δὲν πούλησε ἔστω μερικὰ γι᾿ αὐτούς; Ὁ πλούσιος αὐτὸς νέος ἀγαποῦσε τὸν πλησίον του, ἀλλὰ μόνο στὰ λόγια καὶ τὰ αἰσθήματα, ὄχι ὅμως καὶ στὴν πράξη. Ἀγαποῦσε τὸν συνάνθρωπό του τόσο ὅσο νὰ μὴ θίγεται τὸ πορτοφόλι του, ἡ περιουσία του. Βέβαια τὶς ἄλλες ἐντολὲς ὁ νέος αὐτός, ὅπως ἔλεγε, ἀγωνιζόταν νὰ τὶς τηρεῖ. Ἀλλὰ τὸ ἀγκάθι τῆς φιλαργυρίας κατέστρεφε τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς του. Προσήλωνε τὸ νοῦ του στὰ γήινα καὶ φθαρτά, καὶ ἔδιωχνε ἀπὸ τὴν καρδιά του τὴν συμπάθεια πρὸς τοὺς πτωχούς. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος τοῦ μίλησε γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Διότι ἤθελε νὰ ἀποκολλήσει τὸν νέον ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ νὰ τοῦ μάθει νὰ ἀγαπᾶ τοὺς συνανθρώπους του ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τοῦ εἶπε:
-Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πούλησε τὴν περιουσία σου, μοίρασέ την στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀκολούθησέ με.
Δηλαδὴ εἶναι σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: Ἔτσι μόνον θὰ ἀποδείξεις ἐὰν πραγματικὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου· ἐὰν τὸν βοηθήσεις στὴν πράξη μὲ τὴν φιλανθρωπία σου.
Ἐμεῖς ἄραγε ἀγαποῦμε τὸν πλησίον μας ὅπως τὸ ζητεῖ ὁ Κύριος; Ὄχι μόνο μὲ αἰσθήματα συμπόνιας ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις ἀγάπης, μὲ ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ συμπαράσταση καὶ μὲ ὅ,τι ἄλλο ἔχει ὁ κάθε ἀδελφός μας ἀνάγκη; Ἢ εἴμαστε κι ἐμεῖς φιλάνθρωποι μὲ τὸ ἀζημίωτο; Οἱ Φαρισαῖοι ἔδιναν ἀπὸ τὰ εἰσοδήματά τους τὸ ἕνα δέκατο. Ἐμεῖς ἔχουμε τουλάχιστον μια τέτοια φιλανθρωπία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Διότι ἀγάπη ποὺ δὲν μᾶς κοστίζει δὲν εἶναι ἀγάπη.
2. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΜΠΟΔΙΟ
Ἐδῶ ὅμως τίθεται ἕνα καίριο ἐρώτημα: Ὅποιος θέλει νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, πρέπει νὰ πουλήσει ὅλη τὴν περιουσία του καὶ νὰ τὴν μοιράσει στοὺς πτωχούς; Ὄχι ἀσφαλῶς. Αὐτὴ ἡ ὁδηγία ἀναφέρεται στὸν συγκεκριμένο νέο. Ἦταν μια εἰδικὴ κλήση τοῦ Κυρίου πρὸς ἕναν ὑποψήφιο ἀπόστολό του. Ἐφόσον ὁ νέος ἐκεῖνος εἶχε μεγάλα ὁράματα τελειότητος καὶ ποθοῦσε ὑψηλὰ πράγματα, ὁ Κύριος τοῦ ζητεῖ καὶ μεγάλη θυσία. Διότι μόνον ὅταν ὁ νέος αὐτὸς θὰ ἀπελευθερωνόταν ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ πλούτου, τὰ ὁποῖα τὸν εἶχαν δέσει στὴ γῆ, θὰ μποροῦσε νὰ πετάξει ψηλά, νὰ γίνει μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Μάρκος λέγει ὅτι, μόλις ὁ Κύριος ἀντίκρυσε τὸν νέο, τὸν ἀγάπησε πολύ. Διότι ὁ νέος αὐτὸς εἶχε πολὺ καλὴ διάθεση. Ἤθελε νὰ γίνει πιὸ ἐνάρετος. Ἐπιθυμοῦσε τὴν αἰώνια ζωή. Θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἕνας ἐκλεκτός του ἀπόστολος.
Ἐδῶ ὅμως θὰ ρωτήσει κανείς: Ἐφόσον ὁ νέος αὐτὸς εἶχε ὅλες τὶς ἄλλες προϋποθέσεις νὰ γίνει ἀπόστολος, δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Κύριος νὰ γίνει πιὸ συγκαταβατικὸς στοὺς ὄρους του; Ὄχι βέβαια, διότι, ὅπως λέγουν οἱ ἱεροὶ ἑρμηνευταί, «οἱ μαθηταὶ ποὺ θέτουν ὅρους γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν διδάσκαλό τους, προσελκύονται εὔκολα, ἀλλὰ καὶ χάνονται εὔκολα. Ἐὰν ὁ Χριστὸς χαλάρωνε τοὺς ὅρους του γιὰ νὰ κερδίσει τὸν νέο, μπορεῖ νὰ εἶχε για κάποιο διάστημα ἕναν ἐνθουσιώδη μαθητή, μὲ τὸν κίνδυνο ὅμως ἀργότερα νὰ γίνει ἀποστάτης καὶ ἀρνητής». Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος κάνει ἕνα ξεκαθάρισμα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα βέβαια ὀδυνηρό. Για σκεφθεῖτε μὲ πόση χαρὰ καὶ λαχτάρα ὁ νέος πλησίασε τὸν Κύριο καὶ μὲ πόση λύπη ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ κοντά Του!
Αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη τοῦ νέου θὰ πρέπει νὰ διδάξει καὶ ὅλους μας: ὅτι ἐφόσον θέλουμε νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ θὰ πρέπει νὰ εἴμαστε ἀποφασισμένοι νὰ ξεπεράσουμε κάποιες ἀδυναμίες ποὺ κυριαρχοῦν μέσα μας καὶ μποροῦν νὰ μᾶς καταστρέψουν· εἴτε εἶναι προσκολλήσεις στὸ χρῆμα εἴτε στὴ δόξα, στὶς ἡδονὲς ἢ σὲ ὁποιοδήποτε πάθος. Κι ἂν αὐτὴ ἡ ἀπεξάρτηση μᾶς φαίνεται δύσκολη, διότι βλέπουμε τὸν ἑαυτό μας δεμένο μὲ πάθη καὶ ἐπιθυμίες, τουλάχιστον ἂς προσφέρουμε στὸν Κύριο τὴν διάθεσή μας καὶ τὴν προθυμία μας γιὰ ἀγῶνα. Κι Ἐκεῖνος θὰ μᾶς δίνει τὴν Χάρη του νὰ ξεπερνοῦμε τὶς ἀδυναμίες μας καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε ὅπου μᾶς καλεῖ.    
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου