Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(3 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2017)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε· πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γενέσθω. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί· οἴδατε τὴν οἰκίαν Στεφανᾶ, ὅτι ἐστὶν ἀπαρχὴ τῆς ᾽Αχαΐας καὶ εἰς διακονίαν τοῖς ἁγίοις ἔταξαν ἑαυτούς· ἵνα καὶ ὑμεῖς ὑποτάσσησθε τοῖς τοιούτοις καὶ παντὶ τῷ συνεργοῦντι καὶ κοπιῶντι. Χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ Στεφανᾶ καὶ Φορτουνάτου καὶ ᾽Αχαϊκοῦ, ὅτι τὸ ὑμέτερον ὑστέρημα οὗτοι ἀνεπλήρωσαν· ἀνέπαυσαν γὰρ τὸ ἐμὸν πνεῦμα καὶ τὸ ὑμῶν. ἐπιγινώσκετε οὖν τοὺς τοιούτους. ᾽Ασπάζονται ὑμᾶς αἱ ἐκκλησίαι τῆς ᾽Ασίας. ἀσπάζεται ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ πολλὰ ᾽Ακύλας καὶ Πρίσκιλλα σὺν τῇ κατ᾽ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίᾳ. Ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἀδελφοὶ πάντες. ᾽Ασπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ. Ὁ ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. Εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα μαραν αθά. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ μεθ᾽ ὑμῶν. Ἡ ἀγάπη μου μετὰ πάντων ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ. Ἀμὴν.
                                           (Α΄ Κορ. ιστ΄[16] 13 – 24)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, προσέχετε σάν ἄγρυπνοι φρουροί. Μένετε στερεοί καὶ ὄρθιοι στὴν πίστη. Νὰ ἀγωνίζεστε σάν ἄνδρες γενναῖοι. Πάρτε δύναμη καὶ θάρρος. Ὁλα ὅσα κάνετε, ἂς γίνονται μὲ ἀγάπη. Σᾶς ἀπευθύνω τώρα καὶ μιὰ ἄλλη παράκληση, ἀδελφοί. Γνωρίζετε τὸ σπιτικὸ τοῦ Στεφανᾶ, ὅτι εἶναι ἡ οἰκογένεια ποὺ πρώτη στὴν Ἀχαΐα πίστεψε στὸ Χριστό καὶ ἀφιέρωσαν τὸν ἑαυτό τους στὸ νὰ ὑπηρετοῦν τούς Χριστιανούς. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὑποτάσσεστε κι ἐσεῖς σὲ τέτοιους διακεκριμένους Χριστιανούς, ὅπως καὶ σὲ κάθε ἄλλον ποὺ συνεργάζεται καὶ κοπιάζει σὲ μία τόσο θεάρεστη διακονία. Χαίρομαι πάντως, διότι εἶναι παρόντες ἐδῶ ὁ Στεφανᾶς καὶ ὁ Φουρτουνάτος καὶ ὁ Ἀχαϊκός. Διότι αὐτοὶ ἀναπλήρωσαν τὸ κενὸ ποὺ αἰσθάνομαι, ἐπειδὴ δὲν σᾶς ἔχω κοντά μου. Διότι μὲ τὶς πληροφορίες καὶ τὶς εἰδήσεις τους ἀνέπαυσαν τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, καὶ μὲ τὴν ἐπιστολή μου αὐτή ποὺ θὰ σᾶς φέρουν, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀναπαύσουν καὶ τὰ βάθη τῆς δικῆς σας ψυχής. Τέτοιους Χριστιανοὺς λοιπὸν νὰ τοὺς ἐκτιμᾶτε καὶ νὰ ἀναγνωρίζετε τὴν ἀξία τους. Σᾶς στέλνουν ἐγκάρδιους χαιρετισμοὺς οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας. Σᾶς στέλνουν πολλοὺς χαιρετισμοὺς ἐν Κυρίῳ ὁ Ἀκύλας καὶ ἡ Πρίσκιλλα μαζὶ μὲ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ συνάζονται στὸ σπίτι τους. Σᾶς στέλνουν ἐγκάρδιους χαιρετισμοὺς ὅλοι οἱ ἀδελφοί. Ἀσπασθεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ φίλημα ἅγιο. Ό χαιρετισμὸς αὐτὸς γράφηκε ἀπό μένα τὸν Παῦλο μὲ τὸ ἴδιό μου τὸ χέρι. Ἐάν κανείς δὲν ἀγαπᾶ μὲ τὴν καρδιὰ του τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἂς εἶναι χωρισμένος ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Κύριος θὰ ἔλθει καὶ θὰ καταδικάσει κάθε ἀναθεματισμένο. Σᾶς εὔχομαι ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι μαζί σας. Ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη μου ἂς εἶναι μὲ ὅλους σας. Ἀμήν.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησεν πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;   
                                            (Ματθ. κα΄[21] 33 – 42)

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
 «Λί­θον ὅν ἀ­πε­δο­κί­μα­σαν οἱ οἰ­κο­δο­μο­ῦν­τες,
οὗ­τος ἐγενήθη εἰς κε­φα­λήν γω­νί­ας».
Οἱ κα­κοί γε­ωρ­γοί τῆς ὡ­ραί­ας πα­ρα­βο­λῆς το­ῦ Κυ­ρί­ου, δέν εἶ­ναι ἄλ­λοι ἀ­πό τους ἄ­νο­μους καί ἀ­σε­βεῖς ἄρ­χον­τες τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Ὁ Κύ­ριος το­ῦ ἀμ­πε­λιοῦ, ὁ Θε­ός, ὕ­στε­ρα ἀ­πό τούς προ­φῆ­τες ἔ­στει­λε τό Μο­νο­γε­νῆ Του Υἱ­ό, ἀλλά τόν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί Τόν σταύ­ρω­σαν. Ἔ­γι­ναν θε­ο­κτό­νοι καί Χρι­στο­κτό­νοι. Κα­τα­δί­κα­σαν ὅ­μως οἱ ἴ­διοι τόν ἑ­αυ­τό τους, λέ­γον­τες πώς ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της, ὁ Θε­ός, «κα­κούς κα­κῶς ἀ­πο­λέ­σει, καί τόν ἀμ­πε­λῶ­να ἐκ­δώ­σεται ἄλ­λοις γε­ωρ­γοῖς». Τε­λει­ώ­νον­τας ὁ Ἰ­η­σοῦς τήν πα­ρα­βο­λή, ρώ­τη­σε: «Δέν ἔ­χε­τε δι­α­βά­σει τή Γρα­φή πού λέ­ει ὅ­τι, τό λι­θά­ρι πού οἱ κτί­στες τό πα­ρα­μέ­ρι­σαν σάν ἀ­κα­τάλ­λη­λο καί ἄ­χρη­στο, ἔ­γι­νε τό ἀγ­κω­νά­ρι καί τό θε­μέ­λιο τῆς ὅ­λης οἰ­κο­δο­μῆς;» Αὐ­τός πού ἀρ­νή­θη­καν καί θα­νά­τω­σαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, ἔ­γι­νε τό θε­μέ­λιο κι ἡ Κε­φα­λή κι ὁ Ἀρ­χη­γός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Τί κι ἄν οἱ ἐ­χθροί Του ἀ­μεί­λι­κτο Το­ῦ κή­ρυ­ξαν τόν πό­λε­μο; Νι­κη­τής εἶ­ναι πάν­τα ὁ Ἰησοῦς. Οἱ ἐ­χθροί Του συν­τρί­βον­ται καί χά­νον­ται. Πέ­φτουν κι ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται.

α) ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΙΑ
Ἀπ’ τά σπάρ­γα­νά του ὁ Ἰησοῦς θά γί­νει ὁ στό­χος τῶν φαύ­λων καί τῶν ἀ­πο­στα­τῶν. Ἀ­πό τή φάτ­νη ὡς τόν σταυ­ρό λυσ­σα­σμέ­να σκυ­λιά θά Τόν κυ­νη­γοῦ­νε. «Ταῦ­ροι πί­ο­νες» θά Τόν πε­ρι­βάλ­λουν. Βα­σι­λιά­δες καί ἀρ­χι­ε­ρεῖς, γραμ­μα­τεῖς καί φα­ρι­σα­ῖοι, νο­μι­κοί καί Σαδ­δου­κα­ῖ­οι, θά ζη­τᾶ­νε νά Τόν πα­γι­δέ­ψουν καί νά Τόν θα­να­τώ­σουν. Ἀ­π' τή Βη­θλε­έμ ὡς τό Γολ­γο­θά θά γί­νει ὁ κα­τα­ζη­τού­με­νος τῶν ἐχθρῶν Του.
Καί μό­νο ὅ­σο ζοῦ­σε; Γιά εἴ­κο­σι αἰ­ῶ­νες εἶ­ναι «ση­με­ῖ­ον ἀν­τι­λε­γό­με­νον». Γιά εἴ­κο­σι αἰ­ῶ­νες ἀ­πο­δο­κι­μά­ζε­ται καί χλευ­ά­ζε­ται καί πο­λε­μεῖ­ται. Πό­λε­μος με­γά­λος. Πό­λε­μος σκλη­ρός. Πό­λε­μος μυ­ριά­δων ἐ­ναν­τί­ον Ἑ­νός. Πό­λε­μος μέ αἷ­μα, ἀλλά καί πό­λε­μος μέ με­λά­νι. Τόν πό­λε­μο τοῦ­το τόν προεῖπε ὁ πρε­σβύ­της Συ­με­ών. Ἀφοῦ εὐ­χα­ρί­στη­σε καί δό­ξα­σε τόν Θε­ό πού τόν ἀ­ξί­ω­σε νά ἰ­δεῖ τὸν Σω­τή­ρα τοῦ κό­σμου, γυ­ρί­ζον­τας πρός τή Μα­ριάμ, τή μη­τέ­ρα τοῦ Ἰησοῦ, εἶ­πε: «Ἰ­δού οὗ­τος κεῖ­ται εἰς πτῶ­σιν καί ἀ­νά­στα­σιν πολ­λῶν ἐν τῷ Ἰσ­ρα­ήλ, καί εἰς ση­με­ῖ­ον ἀν­τι­λε­γό­με­νον» (Λουκ. β' 34). Ὅ­σοι δέ θά Τόν πι­στέ­ψουν, θά πέ­σουν καί θά χα­θοῦν ἀ­πό τό πρό­σω­πο τῆς γῆς. Ὅ­σοι ὅ­μως Τόν πι­στέ­ψου­νε θ' ἀ­να­στη­θοῦν καί θά ἐ­λευ­θε­ρω­θοῦν ἀπό τήν ἁ­μαρ­τί­α.
Ἡ ἔ­λευ­ση τοῦ Χριστοῦ στόν κό­σμο δέν εἶ­χε ὁ­μοι­ό­μορ­φο ἀ­πο­τέ­λε­σμα σ' ὅ­λους. Ἀ­νά­λο­γα μέ τήν ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πο­δο­χή τῶν ἀν­θρώ­πων, ἄλ­λοι χά­νον­ται καί ἄλ­λοι σώ­ζον­ται. Ἄλ­λοι πέ­φτουν καί ἄλ­λοι ση­κώ­νον­ται. Ὅ­σοι ἐ­λεύ­θε­ρα ἀν­τι­τάσ­σον­ται στή σω­τη­ρί­α πού τούς προ­σφέ­ρει ὁ Χρι­στός, τό­τε γι' αὐ­τούς ὁ Ἰησοῦς εἶ­ναι «λί­θος προ­σκόμ­μα­τος καί πέ­τρα σκαν­δά­λου». Ἀλοίμονο σ’ ἐ­κεί­νους πού θά τά βά­λουν μέ τόν Κύ­ριο! Ἀλοίμονο σ' ἐ­κεί­νους πού θά πο­λε­μή­σουν τόν Ἰ­η­σοῦ καί θά πέ­σουν ἐ­πά­νω Του! Θά γί­νουν συντρίμια. Θά γί­νουν στά­χτη. «Ὁ πεσών ἐπί τόν λί­θον τοῦ­τον συ­ν­θλα­σθή­σε­ται ἐφ’ ὅν δ' ἄν πέ­σῃ λικ­μή­σει αὐ­τόν» (Ματθ. κα' 44).
Ἡ ἔ­λευ­ση τοῦ Μεσ­σί­α δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­να­πό­φευ­κτα κρί­σεις καί χω­ρι­σμούς καί δι­αι­ρέ­σεις. Ἄλ­λοι δέ­χον­ται τό φῶς· ἄλ­λοι ὅ­μως «ἠγάπησαν τό σκό­τος μᾶλ­λον ἤ τό φῶς». Γιά πολ­λούς ὁ Χρι­στός εἶ­ναι «ὀσμή ζω­ῆς εἰς ζω­ήν». Πό­σο ὅ­μως θλι­βε­ρό εἶ­ναι νά ἀ­να­λο­γί­ζε­ται κα­νείς ὅ­λους ἐ­κεί­νους, γιά τούς ὁ­ποί­ους τό Εὐ­αγ­γέ­λιο εἶ­ναι «ὀσμή θα­νά­του εἰς θά­να­τον!» Γιά τούς πι­στούς ὁ Χρι­στός εἶ­ναι θαῦ­μα πού σώ­ζει καί ζω­ο­ποι­εῖ. Γιά τούς ἄ­πι­στους εἶ­ναι θαῦ­μα «ἀν­τι­λεγό­μενον». Γιά τούς πι­στούς ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­άν­θρω­πος. Γιά τούς ἄ­πι­στους εἶ­ναι ἄν­θρω­πος. Ἄλ­λοι χτί­ζουν τῆς ψυ­χῆς τους τό οἰ­κο­δό­μη­μα στό θεῖ­ο τοῦ­το ἀγ­κω­νά­ρι, πού λέ­γε­ται Σω­τή­ρας καί Λυ­τρω­τής, κι ἄλ­λοι χτί­ζουν πε­τών­τας καί πε­ρι­φρο­νών­τας τό ἀγ­κω­νά­ρι. Ὅποιος χτί­ζει πά­νω στή χρυ­σή βά­ση τοῦ Ἰησοῦ, χτί­ζει γιά τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Χτί­ζει γιά τήν ἀ­θα­να­σί­α.

β) ΚΑΤΑΚΤΗΤΗΣ
Ὁ Ἰησοῦς εἶ­ναι τό κέν­τρο τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Εἶ­ναι τό θε­μέ­λιο το­ῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Εἶ­ναι ὁ Με­γά­λος Κα­τα­κτη­τής. Εἶ­ναι ὁ Βα­σι­λιάς τ' οὐ­ρα­νοῦ πού κα­τοι­κεῖ στίς καρ­δι­ές. Εἶ­ναι ὁ Ἥ­λιος πού φω­τί­ζει καί θερ­μαί­νει. Ὅποιος τόν Ἰ­η­σοῦ πο­λε­μᾶ, μοιά­ζει μ' ἐ­κεῖ­νο πού θέ­λει νά σβή­σει τόν ἥ­λιο. Δί­χως τόν Ἰ­η­σοῦ, εἶ­ναι ἁ­πλω­μέ­νο σκο­τά­δι, ἄ­γνοι­α, δυ­στυ­χί­α. Δί­χως τόν Ἰησοῦ, ση­μαί­νει κα­ρά­βι χω­ρίς πλοί­αρ­χο, σπί­τι χω­ρίς θε­μέ­λιο, κῆ­πος χω­ρίς νε­ρό, βάρ­κα χω­ρίς κου­πιά, μέ­ρα χω­ρίς ἥ­λιο.
Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἀ­σύγ­κρι­τος τῶν ψυ­χῶν σα­γη­νευ­τής. Τόν ὕ­μνη­σαν οἱ με­γά­λοι ποι­η­τές. Τόν τρα­γού­δη­σαν οἱ μου­σουρ­γοί μέ τίς γλυ­κό­φθογ­γες συν­θέ­σεις τους. Δι­ά­ση­μοι ἀρ­χι­τέ­κτο­νες Τοῦ ἔ­στη­σαν πε­ρί­λαμ­πρα τῆς τέ­χνης μνη­μεῖ­α. Οἱ καλ­λι­τέ­χνες Τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σαν ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τοῦ ὑ­πέ­ρο­χου χρωστήρα τους. Οἱ μύ­στες τῆς σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης ἄν­τλη­σαν δύ­να­μη καί φω­τι­σμό. Ὁ Ἰησοῦς δέν ἦρ­θε μέ μι­σθο­φο­ρι­κά στρα­τεύ­μα­τα. Δέν εἶ­χε κά­τω ἀ­πό τίς δι­α­τα­γές Του στρα­τη­γούς καί στρα­τάρ­χες. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­λοι τόν πα­ρα­κο­λου­θοῦν μέ δυ­σπι­στί­α καί φθό­νο καί κα­χυ­πο­ψί­α. Τόν ὀ­νο­μά­ζουν «πλά­νο» καί Τόν θε­ω­ροῦν δαι­μο­νόπληκτο. Φτά­νουν ἀ­κό­μα στό ση­μεῖ­ο νά ποῦνε πώς «ἐξέστη», ὅ­τι ἔ­χα­σε, δη­λα­δή, τά λο­γι­κά Του (Μαρκ. γ' 21).
Ὁ Χρι­στός, ὡ­στό­σο, ὅ­σο δι­ώ­κε­ται, τό­σο δο­ξά­ζε­ται· ὅ­σο πο­λε­μᾶ­ται, τό­σο βγαί­νει νι­κη­τής. Ὅ­λες οἱ σκο­τει­νές δυ­νά­μεις τοῦ κα­κοῦ Τόν προ­σβάλ­λουν, ἀλλά πάν­τα «ἐ­ξέρ­χε­ται νι­κῶν καί ἵνα νικήσῃ» ὅ­πως λέ­γει στήν Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ὁ Ἰ­ω­άν­νης. Κι ὁ ἴδιος ὁ Κύ­ριος τό εἶ­χε δι­α­κη­ρύ­ξει: «Θαρ­σεῖτε, ἐγώ νε­νί­κη­κα τόν κό­σμον». Ὁ Ἰησοῦς ξε­περ­νά­ει ὅ­λους τούς ἥ­ρω­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἡ ψυ­χο­λο­γί­α Του δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά γρα­φεῖ, για­τί τήν ἀ­να­τρέ­πει τό γε­γο­νός ὅ­τι εἶ­ναι Θε­άν­θρω­πος.
Σέ κα­νέ­να δέ ρί­χτη­καν τό­σα φλο­γι­σμέ­να βέ­λη, ὅ­σα στόν Ἰ­η­σο­ῦ. Κα­νέ­νας πό­λε­μος στήν ἱ­στο­ρί­α δέν ἤ­τα­νε με­γα­λύ­τε­ρος κι ἀ­γρι­ό­τε­ρος ὅ­σο ὁ πό­λε­μος εἴ­κο­σι αἰ­ώ­νων, ἐ­νάν­τια στούς ὀ­πα­δούς το­ῦ Να­ζω­ραί­ου, μέ τούς δι­ωγ­μούς, τά βα­σα­νι­στή­ρια, τά αἵ­μα­τα, τίς συ­κο­φαν­τί­ες, τίς φυ­λα­κές, τούς Νέ­ρω­νες, τούς Δε­κί­ους, τούς Γα­λε­ρί­ους, τούς Διοκλη­τια­νούς, ὡς τούς σύγ­χρο­νους ὀρ­θο­λο­γι­στές καί ἀθεϊστές καί Μαρ­ξι­στές. Γιά κα­νέ­να πο­τέ δέν ἔ­χου­νε γρα­φεῖ τό­σα βι­βλί­α πο­λε­μι­κά, ἀλλά καί ἀ­φο­σί­ω­σης καί λα­τρεί­ας, ὅ­σα γιά τόν Ἰ­η­σοῦ. Ἔ­χει κα­τα­κτή­σει τό­σες καρ­δι­ές, ὅ­σες δέν ἔ­χουν κα­τα­κτή­σει ὅ­λοι μα­ζί τοῦ κό­σμου οἱ κα­τα­κτη­τές.
Ἡ ἀ­γά­πη Του ξε­περ­νά­ει τήν ἀ­γά­πη ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων. «Εὐ­λο­γη­μέ­νη αὐ­τή ἡ ἀ­γά­πη· ἀ­γά­πη πού δε­σμεύ­ει τήν καρ­διά μέ ἁ­λυ­σί­δες πιό μα­λα­κές ἀ­πό με­τά­ξι, κι ὅ­μως στερε­ώ­τε­ρες ἀ­πό δι­α­μάν­τι». Ἡ ἀ­γά­πη Του εἶ­ναι τό χα­μό­γε­λο μιᾶς αἰ­ώ­νιας ἄ­νοι­ξης. Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τό κλει­δί τῆς ἀβασί­λευ­της εὐ­τυ­χί­ας. Εἶ­ναι τό θη­σαυ­ρο­φυ­λά­κιο τῶν ἀ­γα­θῶν. Εἶ­ναι τό τρα­πέ­ζι τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­πό­λαυ­σης. Εἶ­ναι ὁ πα­ρά­δει­σος τῆς τρυ­φῆς. Εἶ­ναι ὁ Βα­σι­λιάς πού αἰχ­μα­λω­τί­ζει μέ τήν ἀ­γά­πη Του. Εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ὅσοι ἔ­γι­ναν αἰχ­μά­λω­τοι τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Ἰ­η­σοῦ.
Ἀ­δελ­φοί μου,
Ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ θ' ἀ­να­γρά­φει πάν­το­τε ἐ­χθρούς καί φί­λους τοῦ Ἰησοῦ, ἀν­τί­χρι­στους καί φι­λό­χριστους, δι­ῶ­χτες καί μα­θη­τές, ἀρνητές καί ὁ­μο­λο­γη­τές, λιπο­τά­χτες καί στρα­τι­ῶ­τες. Ὁ Λί­θος πού ἀπ’ τούς ἐ­χθρούς ἀ­πο­δο­κι­μά­ζε­ται καί πε­τάσ­σε­ται, σέ μᾶς πρέ­πει νἆ­ναι τό ἀ­σά­λευ­το τῆς ζω­ῆς μας θε­μέ­λιο.
Μέ τόν Ἰ­η­σοῦ γί­νε­ται ἀ­σά­λευ­τη ἡ ζω­ή μας.
                       (Θεολόγου Μιχ. Μιχαηλίδη, «Ἀπό τόν Ἄμβωνα»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου