Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

(29 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017)
 Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  (ΚΕ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)  
Ἀ­δελ­φοί, εἰ­δό­τες ὅ­τι οὐ δι­και­οῦ­ται ἄν­θρω­πος ἐξ ἔρ­γων νό­μου ἐ­ὰν μὴ διὰ πί­στε­ως ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ, καὶ ἡ­μεῖς εἰς Χρι­στὸν ᾿Ι­η­σοῦν ἐ­πι­στε­ύ­σα­μεν, ἵ­να δι­και­ω­θῶ­μεν ἐκ πί­στε­ως Χρι­στοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔρ­γων νό­μου, δι­ό­τι οὐ δι­και­ω­θή­σε­ται ἐξ ἔρ­γων νό­μου πᾶ­σα σάρξ. Εἰ δὲ ζη­τοῦν­τες δι­και­ω­θῆ­ναι ἐν Χρι­στῷ εὑ­ρέ­θη­μεν καὶ αὐ­τοὶ ἁ­μαρ­τω­λοί, ἄ­ρα Χρι­στὸς ἁ­μαρ­τί­ας δι­ά­κο­νος; Μὴ γέ­νοι­το. Εἰ γὰρ ἃ κα­τέ­λυ­σα ταῦ­τα πά­λιν οἰ­κο­δο­μῶ, πα­ρα­βά­την ἐ­μαυ­τὸν συ­νί­στη­μι. Ἐ­γὼ γὰρ διὰ νό­μου νό­μῳ ἀ­πέ­θα­νον, ἵ­να Θε­ῷ ζή­σω. Χρι­στῷ συ­νε­στα­ύ­ρω­μαι· ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζῇ δὲ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πί­στει ζῶ τῇ τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­γα­πή­σαν­τός με καὶ πα­ρα­δόν­τος ἑ­αυ­τὸν ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ.                                                         
              (Γαλ. β΄[2] 16-20)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, ἐπειδή μάθαμε ἀπό τήν προσωπική μας πείρα ὅτι δέν γίνεται δίκαιος ὁ ἀνθρωπος καί δέν σώζεται μέ τήν τήρηση τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, ἀλλά μόνο μέ τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό, γι' αὐτό λοιπόν κι ἐμεῖς πιστέψαμε στόν Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά γίνουμε δίκαιοι καί νά σωθοῦμε ἀπό τήν πίστη στό Χριστό καί ὄχι ἀπό τά ἔργα τοῦ Μωσαϊκού νόμου. Διότι, ὅπως ἀναφέρεται καί στούς ψαλμούς, μέ τά ἔργα τοῦ νόμου δέν θά δικαιωθεῖ καί δέν θά σωθεῖ κανένας ἀνθρωπος. Ἀλλά ἐάν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ τήρηση τοῦ νόμου εἶναι ἐπιβεβλημένη, καί συνεπῶς ἐμεῖς πού ἀφήσαμε τό νόμο ἁμαρτήσαμε καί βρεθήκαμε νά εἴμαστε ἁμαρτωλοί μόνο καί μόνο ἐπειδή ζητοῦμε νά δικαιωθοῦμε καί νά σωθοῦμε μέ τήν πίστη καί τήν κοινωνία μας μέ τόν Χριστό, τότε γεννιέται τό ἄτοπο ἐρώτημα: Ἄρα ὁ Χριστός εἶναι ὑπηρέτης ἁμαρτίας, ἀφοῦ αὐτός μᾶς ὤθησε νά ἀφήσουμε τό νόμο; Μή συμβεῖ νά ποῦμε μιά τέτοια βλασφημία. Καί καταλήγουμε ὁπωσδήποτε στή βλασφημία αὐτή, ἐάν δεχθοῦμε ὡς ἀληθινή τήν ὑποθέση πού κάναμε. Διότι, ἐάν ἐκεῖνα πού κατάργησα καί ἀθέτησα ὡς ἀνώφελα, δηλαδή τίς τυπικές διατάξεις τοῦ νόμου, αὐτά πάλι τά τηρῶ ὡς ἀναγκαῖα καί ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία, μέ τήν ἐπάνοδό μου αὐτή στήν τήρηση τοῦ νόμου ἀποδεικνύω τόν ἑαυτό μου παραβάτη· διότι βεβαιώνω ἔμπρακτα ὄτι ἔκανα λάθος πρωτύτερα πού ἀθέτησα τό νόμο, καί ἁμάρτησα ὅταν προτίμησα τή σωτηρία πού δίνει ὁ Χριστός. Ἀλλά ὄχι. Δέν ἁμάρτησα, οὔτε εἶμαι παραβάτης. Διότι ἐγώ μέ κριτήριο τό νόμο πού κατάργησα καί ὁ ὁποῖος τιμωρεῖ μέ θάνατο κάθε παραβάτη του, πέθανα ὡς πρός τό νόμο, γιά νά ζήσω γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Μέ τό βάπτισμα ἔχω σταυρωθεῖ κι ἔχω πεθάνει μαζί μέ τόν Χριστό. Κι ἀφοῦ εἶμαι νεκρός, δέν ἔχει πλέον καμία ἰσχύ γιά μένα ὁ νόμος. Ἔγινα κοινωνός τοῦ σταυρικού θανάτου τοῦ Χριστοῦ καί εἶμαι νεκρός. Λοιπόν δέν ζῶ πλέον ἐγώ, ὁ παλαιός δηλαδή ἀνθρωπος, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Καί τή φυσική ζωή πού ζῶ μέσα στό σῶμα μου τώρα πού ἐπέστρεψα στό Χριστό, τή ζῶ μέ τήν ἔμπνευση καί τήν κυριαρχία τῆς πίστεως στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ ἀγάπησε καί παρέδωσε τόν ἑαυτό του γιά τή σωτηρία μου.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἂνθρωπός τις προσῆλ­θε τῷ Ἰησοῦ, ᾧ ὄ­νο­μα Ἰάειρος, κα αὐτός ἄρ­χων τς συ­να­γω­γῆς ὑ­πῆρ­χε· κα πε­σὼν πα­ρὰ τος πό­δας το Ἰ­η­σοῦ πα­ρε­κά­λει αὐ­τὸν εἰ­σελ­θεῖν ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ, ὅ­τι θυ­γά­τηρ μο­νο­γε­νὴς ν αὐ­τῷ ς ἐ­τῶν δώ­δε­κα κα αὕ­τη ἀ­πέ­θνῃ­σκεν. ν δ τ ὑ­πά­γειν αὐ­τὸν ο ὄ­χλοι συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν. κα γυ­νὴ οὖ­σα ν ῥύ­σει αἵ­μα­τος ἀ­πὸ ἐ­τῶν δώ­δε­κα, ἥ­τις ἰ­α­τροῖς προ­σα­να­λώ­σα­σα ὅ­λον τν βί­ον οκ ἴ­σχυ­σεν ὑ­π' οὐ­δε­νὸς θε­ρα­πευ­θῆ­ναι, προ­σελ­θοῦ­σα ὄ­πι­σθεν ἥ­ψα­το το κρα­σπέ­δου το ἱ­μα­τί­ου αὐ­τοῦ, κα πα­ρα­χρῆ­μα ἔ­στη ἡ ῥύ­σις το αἵ­μα­τος αὐ­τῆς. κα εἶ­πεν Ἰ­η­σοῦς· Τς ἁ­ψά­με­νός μου; ἀρ­νου­μέ­νων δ πάν­των εἶ­πεν Πτρος κα ο σν αὐ­τῷ· Ἐ­πι­στά­τα, ο ὄ­χλοι συ­νέ­χου­σί σε κα ἀ­πο­θλί­βου­σι κα λέ­γεις τς ἁ­ψά­με­νός μου; δ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν· Ἥ­ψα­τό μο τις· ἐ­γὼ γρ ἔ­γνων δύ­να­μιν ἐ­ξελ­θοῦ­σαν ἀ­π' ἐ­μοῦ. ἰ­δοῦ­σα δ γυ­νὴ ὅ­τι οκ ἔ­λα­θε, τρέ­μου­σα ἦλ­θε κα προ­σπε­σοῦ­σα αὐ­τῷ δι' ν αἰ­τί­αν ἥ­ψα­το αὐ­τοῦ ἀ­πήγ­γει­λεν αὐ­τῷ ἐ­νώ­πι­ον παν­τὸς το λα­οῦ, κα ς ἰ­ά­θη πα­ρα­χρῆ­μα. δ εἶ­πεν αὐ­τῇ· Θρσει, θύ­γα­τερ, πί­στις σου σέ­σω­κέ σε· πο­ρε­ύ­ου ες εἰ­ρή­νην. Ἔ­τι αὐ­τοῦ λα­λοῦν­τος ἔρ­χε­ταί τις πα­ρὰ το ἀρ­χι­συ­να­γώ­γου λέ­γων αὐ­τῷ ὅ­τι τέθνηκεν θυ­γά­τηρ σου· μ σκύλ­λε τν δι­δά­σκα­λον. δ Ἰ­η­σοῦς ἀ­κο­ύ­σας ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῷ λέ­γων· Μ φο­βοῦ· μό­νον πί­στευ­ε, κα σω­θή­σε­ται. ἐλ­θὼν δ ες τν οἰ­κί­αν οκ ἀ­φῆ­κεν εἰ­σελ­θεῖν οὐ­δέ­να ε μ Πτρον κα Ἰ­ω­άν­νην κα Ἰάκωβον κα τν πα­τέ­ρα τς παι­δὸς κα τν μη­τέ­ρα. ἔ­κλαι­ον δ πάν­τες κα ἐ­κό­πτον­το αὐ­τήν. δ εἶ­πε· Μ κλα­ί­ε­τε· οκ ἀ­πέ­θα­νεν, ἀλ­λὰ κα­θε­ύ­δει. κα κα­τε­γέ­λων αὐ­τοῦ, εἰ­δό­τες ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νεν. αὐ­τὸς δ ἐκ­βα­λὼν ἔ­ξω πάν­τας κα κρα­τή­σας τς χει­ρὸς αὐ­τῆς ἐ­φώ­νη­σε λέ­γων· πας, ἐ­γε­ί­ρου. κα ἐ­πέ­στρε­ψε τ πνεῦ­μα αὐ­τῆς, κα ἀ­νέ­στη πα­ρα­χρῆ­μα, κα δι­έ­τα­ξεν αὐ­τῇ δο­θῆ­ναι φα­γεῖν. κα ἐ­ξέ­στη­σαν ο γο­νεῖς αὐ­τῆς· δ πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς μη­δε­νὶ εἰ­πεῖν τ γε­γο­νός.        
 (Λουκ. η΄ [8] 41– 56)

ΔΥΟ ΘΑΥΜΑΤΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
1. ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ ΠΟΥ ΣΩΖΕΙ
Μόλις ἐπέστρεψε ὁ Κύριος στὴν Καπερναούμ, Τὸν ὑποδέχθηκαν πλήθη λαοῦ, διότι ὅλοι Τὸν περίμεναν ἀνυπόμονα. Ἀνάμεσά τους ξεχώριζε ὁ Ἰάειρος, ποὺ ἦταν ἄρχοντας τῆς Συναγωγῆς. Ἕνα πρόβλημα μεγάλο τὸν εἶχε ἀναστατώσει. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔπεσε γονατιστὸς στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ Τὸν παρακαλοῦσε νὰ ἔλθει στὸ σπίτι του· ἡ μονάκριβη δωδεκάχρονη κόρη του ἦταν βαριὰ ἄρρωστη, ἑτοιμοθάνατη. Ὁ Κύριος σπλαχνίστηκε τὸν πονεμένο πατέρα κι ἀμέσως τὸν ἀκολούθησε.
Στὸ δρόμο ὅμως τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ Τὸν πίεζαν ἀσφυκτικά. Κάποια στιγμὴ ἔγινε κάτι ποὺ κανεὶς ἀπὸ τὰ πλήθη δὲν τὸ πῆρε εἴδηση. Μία γυναίκα ποὺ ὑπέφερε δώδεκα χρόνια ἀπὸ αἱμορραγία καὶ εἶχε ξοδεύσει ὅλη τὴν περιουσία της σὲ γιατροὺς χωρὶς νὰ βρεῖ πουθενὰ γιατρειά, πλησίασε τὸν Κύριο κρυφὰ ἀπὸ πίσω, ἐπειδὴ ντρεπόταν νὰ γίνει φανερὸ τὸ νόσημά της, ἄγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του κι ἀμέσως τὸ θαῦμα ἔγινε, σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Ὅμως ὁ Κύριος ἄρχισε νὰ ρωτᾶ: Ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Κι ἐπειδὴ κανεὶς τριγύρω δὲν ἀποκρινόταν, εἶπε ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι μαθητές: Διδάσκαλε, τόσα πλήθη λαοῦ Σὲ ἔχουν περικυκλώσει καὶ Σὲ πιέζουν, κι Ἐσὺ ρωτᾶς: ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Μὰ ὁ Κύριος ἐπιμένει: Κάποιος μὲ ἄγγιξε. Αἰσθάνθηκα νὰ βγαίνει ἀπὸ πάνω μου δύναμη θαυματουργική. Τότε ἡ γυναίκα, ποὺ κατάλαβε ὅτι δὲν ἔμεινε κρυφὴ ἡ πράξη της, ἦλθε τρέμοντας κι ἀφοῦ ἔπεσε γονατιστὴ στὰ πόδια του, ὁμολόγησε μπροστὰ σ᾿ ὅλους τὸ θαῦμα ποὺ ἔγινε. Καὶ ὁ Κύριος τῆς εἶπε: Κόρη μου, ἡ πίστη σου σὲ ἔχει θεραπεύσει. Πήγαινε στὸ καλό.
Γιατί ὅμως ὁ Κύριος ρωτοῦσε ποιὸς Τὸν ἄγγιξε; Δὲν ἤξερε; Ἀσφαλῶς ἤξερε. Ἀλλὰ ἤθελε νὰ δείξει ὅτι δὲν ἀγνοοῦσε τὸ γεγονὸς κι ὅτι ἡ γυναίκα αὐτὴ δὲν ὑπέκλεψε τὴ θεραπεία της, ἀλλὰ τὴν ἔλαβε ἀπὸ τὴν πανάγαθη θέλησή του. Καὶ τὴν ἔλαβε ἐπειδὴ ἔδειξε μία πολὺ μεγάλη πίστη. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πίστη της ἤθελε νὰ δημοσιοποιήσει καὶ νὰ ἐπιβραβεύσει· για νὰ διδαχθοῦν τὰ πλήθη ποὺ ἦταν ἐκεῖ, καὶ πολὺ περισσότερο ὁ ἄρχοντας τῆς Συναγωγῆς ποὺ περνοῦσε μία πολὺ μεγάλη δοκιμασία· ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ κάνει τὴ γυναίκα αὐτὴ αἰώνιο παράδειγμα πίστεως. Καὶ τὴν ὀνομάζει «κόρη του», διότι μὲ τὴν πίστη της αὐτὴ ἡ γυναίκα δὲν βρῆκε μόνο τὴ θεραπεία τοῦ σώματός της ἀλλὰ καὶ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς της. Ἔγινε κατὰ τὴν Παρὰδοση πιστὴ χριστιανή. Πίστεψε ὁλοκληρωτικὰ στὸν Κύριο καὶ ἔγινε ἁγία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἁγία Βερονίκη, καὶ σ᾿ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή της διακήρυττε τὸ θαῦμα ποὺ τῆς ἔκανε ὁ Κύριος. Καὶ μᾶς ἐμπνέει ἡ ἁγία Βερονίκη νὰ ἔχουμε κι ἐμεῖς τὴν πίστη της, τὴ βεβαιότητά της ὅτι μόνο στὸν Χριστὸ μποροῦμε νὰ βροῦμε λύτρωση καὶ σωτηρία. Ἀκόμη κι ὅταν τρέχουμε στοὺς γιατρούς, νὰ ἔχουμε τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μέγας ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας.
2. Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Καθὼς ὁ Κύριος συνέχιζε τὴν πορεία του, ἦλθε κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ τοῦ εἶπε: Ἡ κόρη σου πέθανε· μὴν κουράζεις ἄλλο τὸν διδάσκαλο. Μποροῦμε ἄραγε νὰ φανταστοῦμε τί ἔνιωσε τὴ φοβερὴ ἐκείνη ὥρα ὁ δύστυχος πατέρας; Ὁ Κύριος ὅμως, μόλις ἄκουσε τὴν εἴδηση αὐτή, τοῦ εἶπε: Μὴ φοβᾶσαι, μόνο πίστευε, καὶ θὰ σωθεῖ ἡ κόρη σου. Ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου, ἀντίκρισε ἕνα ὀδυνηρὸ θέαμα. Ἔκλαιγαν ὅλοι καὶ χτυποῦσαν τὰ στήθη τους καὶ τὰ κεφάλια τους γιὰ τὴ νεκρή. Κι Αὐτὸς τότε τοὺς εἶπε: Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται. Μὰ ἐκεῖνοι Τὸν περιγελοῦσαν, διότι ἦταν βέβαιοι ὅτι τὸ κοριτσάκι ἦταν νεκρό. Αὐτὸς ὅμως, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἄφησε νὰ μείνουν στὸ δωμάτιο τῆς νεκρῆς μόνο ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ οἱ γονεῖς τοῦ παιδιοῦ. Κι ἐκείνη τὴ μοναδικὴ ὥρα ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ μικροῦ κοριτσιοῦ καὶ φώναξε: Κόρη, σήκω ἐπάνω! Ἡ στιγμὴ ἦταν συγκλονιστική. Τὸ πρόσωπο τῆς κορούλας ροδίζει, τὰ δύο μάτια της ἀνοίγουν κι ἀντικρίζουν τὸν Κύριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Οἱ γονεῖς κοιτοῦν ἐκστατικοί, γεμάτοι ἀσυγκράτητη χαρά. Κι Ἐκεῖνος τοὺς προστάζει νὰ δώσουν στὴ μικρὴ φαγητὸ καὶ νὰ μὴν ποῦν σὲ κανένα τὸ γεγονός.
Γιατί ὅμως τοὺς ἔδωσε αὐτὴ τὴν ὁδηγία; Για νὰ μὴν ἐρεθιστεῖ ὁ φθόνος τῶν ἐχθρῶν του, ἐξηγοῦν οἱ ἱεροὶ ἑρμηνευτές. Διότι τὸ θαῦμα αὐτὸ διαλαλοῦσε περίτρανα ὅτι ὁ Κύριος δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἀνασταίνει νεκρούς, νὰ νικᾶ τὸ θάνατο. Αὐτὴ ἡ πραγματικότητα εἶναι ἀσύλληπτη. Δὲν εἶναι μία λεπτομέρεια στὴν Πίστη μας ἀλλὰ ἡ μεγαλύτερη ἀλήθεια. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἀνέστησε νεκρούς, ἀναστήθηκε καὶ ὁ Ἴδιος γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι εἶναι ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου καὶ ὁ καθαιρέτης τοῦ Ἅδη, ἡ ζωὴ τῶν ἀπάντων.
Ἡ πίστη αὐτὴ πρέπει νὰ κυριαρχεῖ διαρκῶς στὴ σκέψη μας, νὰ ἀλλάξει τὴ ζωή μας. Δὲν ἔχουμε πλέον τὸ δικαίωμα ἐμεῖς νὰ τρέμουμε μπροστὰ στὸ θάνατο· νὰ τὸν φοβόμαστε ὅπως ὅλοι ὅσοι ζοῦν χωρὶς ἐλπίδα. Δὲν εἴμαστε πλασμένοι για τὰ λίγα χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι τὸ τέλος μας ἀλλὰ ἡ ἀρχὴ μιᾶς ἄλλης, ἀτελεύτητης ζωῆς. Ἡ ζωή μας ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι ἕνα μικρὸ ἐπεισόδιο μπροστὰ στὴν αἰωνιότητα. Κάποτε θὰ ἀναστήσει ὁ Κύριος κι ὅλους ἐμᾶς. Θὰ ἀκούσουμε ὅλοι μας τὴ φωνή του νὰ μᾶς καλεῖ καὶ πάλι στὴ ζωή, στὴν αἰώνια ζωή. Μὴ φοβόμαστε τὸν θάνατο. Ἡ ζωή μας ἔχει νόημα μόνο ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀνάσταση, ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ ζωή καὶ ἡ ἀνάστασις ἡμῶν. Ἂς ζοῦμε λοιπὸν μὲ προοπτικὴ αἰωνιότητος, προσμένοντας καὶ τὴ δική μας ἀνάσταση.
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου