Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ε΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Ι­Ε­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ
Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ Α­Π­Ο­Σ­Τ­Ο­Λ­ΩΝ Π­Α­Υ­Λ­ΟΥ Κ­ΑΙ Β­Α­Ρ­Ν­Α­ΒΑ
  
Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Ε΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ
 (5 Ν­Ο­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ 2017)
Ο Α­Π­Ο­Σ­Τ­Ο­Λ­ΟΣ (ΚΒ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ)    
Ἀδελφοί, ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί. Ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται· οὐδὲ γὰρ οἱ περιτεμνόμενοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται. Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, δι᾽ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ. Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις. Καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ᾽ αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν ᾽Ισραὴλ τοῦ Θεοῦ. Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω. ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί· ἀμήν.
                                 (Γαλ. Ϛ΄[6] 11 -18)

Ε­Ρ­Μ­Η­Ν­Ε­ΙΑ (Π.Ν.Τ­Ρ­Ε­Μ­Π­Ε­ΛΑ)
Ἀδελφοί, δετε μέ πόσο μεγάλα γράμματα σς γραψα μέ τό διο μου τό χέρι. σοι θέλουν νά κάνουν καλή ντύπωση καί νά ρέ­σουν σέ νθρώπους γιά πράγματα πού να­φέρονται στή σάρκα, ατοί σς παρακινον καί σς παρασύρουν νά περιτέμνεσθε, μόνο καί μόνο γιά νά μήν κατα­δι­ώκονται π᾿ τούς ουδαίους γιά τό κήρυγμα πού να­φέ­ρεται στό σταυρό το Χριστο. Γι᾿ ατό καί μόνο σς ναγκάζουν νά περιτέμνεσθε. Κι ατό ποδεικνύεται πό τό τι οτε κι ατοί πού χουν περιτμηθε τηρον τίς τελετουργικές διατάξεις το νόμου, τίς καθάρσεις δηλαδή καί τίς ζωοθυσίες· λλά θέλουν νά περιτέμνεσθε σες γιά νά καυχηθον α­­τοί γιά τή δική σας σάρκα. Θέλουν δηλαδή νά καυχη­­­­θον τι σς πεισαν νά δεχθετε τήν περιτομή. γώ μως δέν κινομαι πό τέτοια μαρτωλά λα­τή­­­ρια. Ποτέ νά μή συμβε γώ νά καυχηθ γιά τίποτε λλο παρά μόνο γιά τό τι ησος Χριστός γιά χάρη μου πρε μορφή δούλου καί σταυρώθηκε γιά τή σωτηρία μου. Μόνο καύχημά μου εναι σταυρικός θάνατος το Κυρίου. Καί μέ τήν πίστη στό θάνατό του ατόν χει νεκρωθε κι χει χάσει τή δύναμή του κόσμος γιά μέ­να. λλά κι γώ χω νεκρωθε γιά τόν κόσμο. Εμαι νεκρωμένος γιά τόν κόσμο, καί τίποτε π᾿ α­τόν δέν μέ δελεάζει οτε μέ φοβίζει. Διότι στήν κοινω­νία καί τήν νωση μέ τόν Χριστό οτε περιτομή χει κα­­μία ξία οτε κροβυστία, λλά σχύει νέα κτίση καί δημιουργία. καινή ατή κτίση εναι ναγέννηση πού δίνει Χριστός σέ κάθε πιστό μέ τή δύναμη τς πο­­λυτρωτικς του σταυρικς θυσίας. Καί σοι θ᾿ κολουθήσουν τή διδασκαλία ατή γιά τή νέα κτίση καί θά τήν χουν ς μέτρο καί πόδειγμα γιά νά συμμορφώσουν τή ζωή τους μ᾿ ατή, ς χουν πά­νω τους τήν ερήνη καί τό λεος· λλά καί γενικότε­ρα λος νέος σραήλ τς χάριτος, νέος λαός πού μέ τήν πίστη γινε κλεκτός στό Θεό καί ντικατέστησε τόν παλαιό κατά σάρκα σραήλΣτό ξς ς μή μο δημιουργε κανείς κόπους καί νοχλήσεις, ζητώντας πό μένα νά πολογομαι γιά σα κάνω. Διότι γώ βαστάζω στό σμα μου τά σημάδια τν πληγν πού δέχθηκα γιά τόν Κύριο ησο. Καί ο πληγές μου ατές εναι πολογία μου. Σς εχομαι, δελφοί, χάρις το Κυρίου μας ησο Χριστο νά νισχύει καί νά νδυναμώνει τίς πνευ­μα­τικές σας δυνάμεις, στε νά διατηρετε πάντοτε τόν για­σμό πού σς δωσε τό γιον Πνεμα. μήν.

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ Ε­Υ­Α­Γ­Γ­Ε­Λ­ΙΟ
Ε­ἶ­π­εν ὁ Κ­ύ­ρ­ι­ος. Ἄ­ν­θ­ρ­ω­π­ος τ­ις ν π­λ­ο­ύ­σ­ι­ος, κ­αὶ ἐ­ν­ε­δ­ι­δ­ύ­σ­κ­ε­το π­ο­ρ­φύ­ρ­αν κ­αὶ β­ύ­σ­σ­ον ε­ὐ­φ­ρ­α­ι­ν­ό­μ­ε­ν­ος κ­α­θ' ἡ­μ­έ­ρ­αν λ­α­μ­π­ρ­ῶς. π­τ­ω­χ­ὸς δ τ­ις ν ὀ­ν­ό­μ­α­τι Λ­ά­ζ­α­ρος, ς ἐ­β­έ­β­λ­η­το π­ρ­ὸς τ­ὸν π­υ­λ­ῶ­να α­ὐ­τ­οῦ ἡ­λ­κ­ω­μέ­ν­ος κ­αὶ ἐ­π­ι­θ­υ­μ­ῶν χ­ο­ρ­τ­α­σ­θ­ῆ­ναι ἀ­πὸ τ­ῶν ψ­ι­χ­ί­ων τ­ῶν π­ι­π­τ­ό­ν­τ­ων ἀ­πὸ τ­ῆς τ­ρ­α­π­έ­ζ­ης τ­οῦ π­λ­ο­υ­σ­ί­ου· ἀ­λ­λὰ κ­αὶ ο κ­ύ­ν­ες ἐ­ρ­χ­ό­μ­ε­ν­οι ἀ­π­έ­λ­ε­ι­χον τ ἕ­λ­κη α­ὐ­τ­οῦ. ἐ­γ­έ­ν­ε­το δ ἀ­π­ο­θ­α­ν­ε­ῖν τ­ὸν π­τ­ω­χ­ὸν κ­αὶ ἀ­π­ε­ν­ε­χ­θ­ῆ­ναι α­ὐ­τ­ὸν ὑ­πὸ τ­ῶν ἀ­γ­γ­έ­λ­ων ε­ἰς τ­ὸν κ­ό­λ­π­ον Ἀ­β­ρ­α­άμ· ἀ­π­έ­θ­α­νε δ κ­αὶ π­λ­ο­ύ­σ­ι­ος κ­αὶ ἐ­τ­ά­φη. κ­αὶ ν τ ᾅ­δῃ ἐ­π­ά­ρ­ας τ­ο­ὺς ὀ­φ­θ­α­λ­μ­ο­ὺς α­ὐ­τ­οῦ, ὑ­π­ά­ρ­χων ἐν β­α­σ­ά­ν­ο­ις, ὁ­ρᾷ τ­όν Ἀ­β­ρ­α­ὰμ ἀ­πὸ μ­α­κ­ρ­ό­θ­εν κ­αὶ Λ­ά­ζ­α­ρ­ον ν τ­ο­ῖς κ­ό­λ­π­ο­ις α­ὐ­τ­οῦ. κ­αὶ α­ὐ­τ­ὸς φ­ω­ν­ή­σ­ας ε­ἶ­πε· π­ά­τ­ερ Ἀ­β­ρ­α­άμ, ἐ­λ­έ­η­σ­όν με κ­αὶ π­έ­μ­ψ­ον Λ­ά­ζ­α­ρον ἵ­να β­ά­ψῃ τ ἄ­κ­ρ­ον τ­οῦ δ­α­κ­τ­ύ­λ­ου α­ὐ­τ­οῦ ὕ­δ­α­τ­ος κ­αὶ κ­α­τ­α­ψ­ύ­ξῃ τ­ὴν γ­λ­ῶ­σ­σάν μ­ου, ὅ­τι ὀ­δ­υ­ν­ῶ­μ­αι ἐν τ φ­λ­ο­γὶ τα­ύ­τῃ. ε­ἶ­πε δ Ἀ­β­ρ­α­άμ· τ­έ­κ­ν­ον, μ­ν­ή­σ­θ­η­τι ὅ­τι ἀ­π­έ­λ­α­β­ες σ τ ἀ­γ­α­θά σ­ου ν τ ζ­ωῇ σ­ου, κ­αὶ Λ­ά­ζ­α­ρ­ος ὁ­μ­ο­ί­ως τ κ­α­κά· ν­ῦν δ ὧ­δε π­α­ρ­α­κ­α­λ­ε­ῖ­τ­αι, σ δ ὀ­δ­υ­ν­ᾶ­σ­αι· κ­αὶ ἐ­πὶ π­ᾶ­σι τ­ο­ύ­τ­ο­ις μ­ε­τ­α­ξὺ ἡ­μ­ῶν κ­αὶ ὑ­μ­ῶν χά­σ­μα μ­έ­γα ἐ­σ­τ­ή­ρ­ι­κ­τ­αι, ὅ­π­ως ο θ­έ­λ­ο­ν­τ­ες δ­ι­α­β­ῆ­ν­αι ἔ­ν­θ­εν π­ρ­ὸς ὑ­μ­ᾶς μ δ­ύ­ν­ω­ν­τ­αι, μ­η­δὲ ο ἐ­κ­ε­ῖ­θ­εν π­ρ­ὸς ἡ­μ­ᾶς δ­ι­α­π­ε­ρ­ῶ­σ­ιν. ε­ἶ­πε δ· ἐ­ρ­ω­τῶ οὖν σε, π­ά­τ­ερ, ἵ­να π­έ­μ­ψ­ῃς α­ὐ­τ­ὸν ε­ἰς τ­ὸν ο­ἶ­κ­ον τ­οῦ π­α­τ­ρ­ός μ­ου· ἔ­χω γὰρ π­έ­ν­τε ἀ­δ­ε­λ­φ­ο­ύς· ὅ­π­ως δ­ι­α­μα­ρ­τ­ύ­ρ­η­τ­αι α­ὐ­τ­ο­ῖς, ἵ­να μ κ­αὶ α­ὐ­τ­οὶ ἔλ­θ­ω­σ­ιν ε­ἰς τ­ὸν τ­ό­π­ον τ­ο­ῦ­τ­ον τ­ῆς β­α­σ­ά­ν­ου. λ­έ­γ­ει α­ὐ­τῷ Ἀ­β­ρ­α­άμ· ἔ­χου­σι Μ­ω­ϋ­σ­έα κ­αὶ τ­ο­ὺς π­ρ­ο­φ­ή­τ­ας· ἀ­κ­ο­υ­σ­ά­τ­ω­σ­αν α­ὐ­τ­ῶν. δ ε­ἶ­π­εν· ο­ὐ­χί, π­ά­τ­ερ Ἀ­β­ρ­α­άμ, ἀ­λ­λ' ἐ­άν τ­ις ἀ­πὸ ν­ε­κ­ρ­ῶν π­ο­ρ­ε­υ­θῇ π­ρ­ὸς α­ὐ­τ­ο­ὺς, μ­ε­τ­α­ν­ο­ή­σ­ο­υ­σ­ιν. ε­ἶ­πε δ α­ὐ­τῷ· ε Μ­ω­ϋ­σ­έ­ως κ­αὶ τ­ῶν π­ρ­ο­φ­η­τ­ῶν ο­ὐκ ἀ­κο­ύ­ο­υ­σ­ιν, οὐ­δὲ ἐ­άν τ­ις κ ν­ε­κ­ρ­ῶν ἀ­ν­α­σ­τῇ π­ε­ι­σ­θ­ή­σ­ο­ν­τ­αι.   
       (Λ­ο­υκ. ι­Ϛ΄[16] 19 – 31)

ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΛΑΖΑΡΟΥ
1.   Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ
Ὁ πλούσιος τῆς  Παραβολῆς τοῦ συμερινοῦ Εὐαγγελίου φοροῦσε πανάκριβα ἀρχοντικὰ ἐνδύματα καὶ διασκέδαζε κάθε τόσο  σὲ πλούσια συμπόσια. Οὔτε ποὺ νοιαζόταν καθὼς ἔβλεπε στὴν ἐξώπορτά του ἐκεῖνον τὸν φτωχὸ Λάζαρο παραπεταμένο καὶ γεμάτο πληγές. Πόσο ὑπέφερε ὁ δύστυχος! Ἤθελε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου. Ἀλλὰ σὰν νὰ μὴν ἔφθανε αὐτό, καθὼς ἦταν σχεδὸν γυμνός, ἔρχονταν οἱ σκύλοι κι ἔγλυφαν τὶς πληγές του. Ὅμως ὁ Λάζαρος δὲν ἔβγαζε ἀπὸ τὸ στόμα του παράπονο ἐναντίον τοῦ πλουσίου ἢ τοῦ Θεοῦ.
Πόσο μεγάλες οἱ ἀντιθέσεις τῶν δύο αὐτῶν ἀνθρώπων ποὺ βρίσκονταν τόσο κοντὰ μεταξύ τους! Ὁ πλούσιος ἦταν ντυμένος μὲ πολυτέλεια, κι ὁ Λάζαρος μὲ τὰ ἕλκη του καὶ τὰ κουρέλια του. Ὁ πλούσιος καθόταν σὲ πολυτελὴ ἀνάκλιντρα, κι ὁ πτωχὸς πεταμένος στὴ γῆ. Ὁ πλούσιος περιβαλλόταν ἀπὸ ἐπίσημους συνδαιτυμόνες, κι ὁ πτωχολάζαρος ἀπὸ σκυλιά.
Πόσο ἀνάλγητος ἀλήθεια ἦταν ὁ πλούσιος! Πόσο κακὸ τοῦ ἔκανε ὁ πλοῦτος! Τὸν ἔκανε δοῦλο στὴ σάρκα, ἀδιάφορο γιὰ κάθε φτωχὸ γύρω του. Ἡ πολυτέλεια τὸν ὁδήγησε στὴν ἀλαζονεία, τὴν κοιλιοδουλία, τὴν ἀσπλαχνία. Βέβαια ἡ ἁμαρτία τοῦ πλουσίου δὲν ἦταν τόσο στὰ ἐνδύματά του ἢ στὶς τροφές του, ὅσο στὸ ὅτι φρόντιζε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἡ παρουσία τοῦ Λαζάρου ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του ἦταν γι᾿ αὐτὸν μιὰ διαρκὴς ὑπόμνηση καὶ εὐκαιρία ἀγάπης. Πῶς μποροῦσε ὁ πλούσιος νὰ βλέπει τὸν ἄλλον νὰ λιμοκτονεῖ καὶ νὰ μένει τόσο ἀνάλγητος; Ἀλλὰ ὁ πλούσιος τῆς Παραβολῆς ἐνδιαφερόταν μόνο γιὰ τὰ πλούτη του. Δὲν εἶχε ἀνώτερα ἰδανικὰ καὶ ἀξίες. Ἀπὸ ἔξω ἡ ἐμφάνισή του μεγαλόπρεπη, ἀπὸ μέσα ὅμως ἡ ψυχή του ἀραχνιασμένη. Ἀπὸ ἔξω ἀρώματα, καὶ μέσα δυσωδία. Τὸ σῶμα του καλοπερνοῦσε στὶς ἀνέσεις, ἡ ψυχή του ὅμως ἀργοπέθαινε μέσα στὴ φθορά.
Τὸ ἴδιο παθαίνουμε οἱ ἀνθρωποι, ὄχι μόνο οἱ πλούσιοι ἀλλὰ ὅλοι ὅσοι προσκολλούμαστε στὰ ὑλικὰ ἀγαθά μας, λίγα ἢ πολλά. Καὶ νομίζουμε πὼς μ᾿ αὐτὰ θὰ εὐτυχήσουμε ἀδιαφορώντας γιὰ τοὺς γύρω μας, τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς πεινασμένους. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε, σκληραίνει ἡ  καρδιά μας, ἀγριεύει ἡ ψυχή μας. Ἡ προσκόλληση στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ εἶναι μεγάλος πειρασμὸς για τὴ ζωή μας. Κινδυνεύουμε ὅλοι μας.
2. ΔΡΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ
Ἡ πρώτη σκηνὴ τελείωσε. Ἦταν ἡ σκηνὴ πάνω στὴ γῆ. Στὴ συνέχεια ὅμως ἔχουμε τὴ δεύτερη σκηνή, ἐπάνω στὸν οὐρανό. Πρῶτος πέθανε ὁ πτωχός. Κανεὶς ἴσως νὰ μὴν ἔδωσε σημασία στὸ θάνατό του. Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ὅμως κατῆλθαν ἀμέσως ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ γιὰ νὰ μεταφέρουν τὴν ὑπομονετικὴ καὶ δοκιμασμένη ψυχή του στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, γιὰ νὰ βρεῖ ἀνάπαυση στὸν παράδεισο. Πέθανε κάποτε καὶ ὁ πλούσιος καὶ τάφηκε μὲ μεγαλοπρέπεια. Ὅμως τὴν ψυχή του δὲν τὴν παρέλαβαν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὴν ἅρπαξαν μὲ μανία δαίμονες φοβεροὶ καὶ τὴν ὁδήγησαν στὰ ζοφερὰ σκοτάδια τοῦ Ἅδη. Ἐκεῖ τώρα ὁ πλούσιος ὑπέφερε φρικτὰ καὶ ἄρχισε νὰ κραυγάζει καὶ νὰ παρακαλεῖ: -Πάτερ Ἀβραάμ, λυπήσου με. Στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ βουτήξει τὴν ἄκρη τοῦ δακτύλου του στὸ νερὸ καὶ νὰ δροσίσει τὴ γλώσσα μου, διότι τυραννιέμαι μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀνυπόφορη φωτιά. -Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσὺ ἀπόλαυσες μὲ τὸ παραπάνω τὰ ἀγαθά σου στὴ γῆ, κι ὁ Λάζαρος τὰ κακὰ τῆς δυστυχίας του, ἀπάντησε ὁ Ἀβραὰμ· τώρα ὅμως ἐδῶ ἀντιστρέφονται οἱ ρόλοι, ὁ Λάζαρος παρηγορεῖται γι᾿ αὐτὰ ποὺ ὑπέφερε, ἐσὺ ὅμως βασανίζεσαι διαρκῶς. Καὶ ἔπειτα ἀνάμεσά μας ὑπάρχει μεγάλο χάσμα ἀδιαπέραστο. Ἀλλὰ ὁ πλούσιος ἐπιμένει: -Στεῖλε τουλάχιστον τὸν Λάζαρο στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου νὰ πεῖ στὰ πέντε ἀδέλφιά μου τί γίνεται ἐδῶ στὸν ἄλλον κόσμο, γιὰ νὰ προλάβουν νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ μὴν ἔλθουν κι αὐτοὶ ἐδῶ στὴν κόλαση. Κι ὁ Ἀβραὰμ τοῦ ἀπάντησε: Ἔχουν στὴ γῆ τὰ βιβλία τοῦ Νόμου καὶ τῶν προφητῶν ποὺ μιλοῦν γι᾿ αὐτά. -Ὄχι, πάτερ, συνεχίζει ὁ πλούσιος, δὲν θὰ ὑπακούσουν στοὺς προφῆτες. Ἐὰν ὅμως πάει σ᾿ αὐτοὺς κάποιος ἀπὸ τοὺς πεθαμένους ἀνθρώπους, θὰ μετανοήσουν. Ὁ Ἀβραὰμ ὅμως ἔκλεισε τὸν διάλογο λέγοντας: Ἔαν δὲν ἔχουν καλὴ διάθεση νὰ ὑπακούσουν στὸν Νόμο καὶ τοὺς προφῆτες, δὲν θὰ πεισθοῦν, ἀκόμη καὶ ἂν ἀναστηθεῖ κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκρούς.
Ἀπὸ τὴν Παραβολὴ αὐτὴ παίρνουμε ὅλοι μας ἕνα μεγάλο δίδαγμα, ὅτι ὁ τόπος τῆς αἰώνιας κατοικίας μας προσδιορίζεται ἀπὸ τὶς ἐπίγειες ἐπιλογές μας. Ὅ,τι κάναμε θὰ τὸ βροῦμε μπροστά μας. Διότι ὁ καθένας μας προετοιμάζει τὴν ψυχή του για τὸν ἀντίστοιχο τόπο. Κι αὐτὸ ποὺ ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ ὅλους μας εἶναι ὅτι ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἁμαυρώνουμε καθημερινὰ τὴν ψυχή μας μὲ τὶς ἀπολαύσεις τῶν αἰσθήσεων, τὴν καθιστοῦμε ἀκατάλληλη για τὶς ἀνώτερες πνευματικὲς ἀπολαύσεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Πῶς νὰ χωρέσει στὸν Παράδεισο ἡ ψυχή μας, ἐὰν ἐδῶ στὴ γῆ ἦταν ἀπορροφημένη στὴν ὕλη; Πῶς νὰ δοκιμάσει τὶς ἀπερίγραπτες πνευματικὲς ἡδονὲς τοῦ Παραδείσου μία ψυχὴ ποὺ ξέρει μόνο τὶς ἀπολαύσεις τῆς σαρκὸς καὶ ἔχει περιορίσει τὴν εὐτυχία της στὰ φαγητά, στὰ γλέντια, στὰ ροῦχα; Πῶς νὰ γευθεῖ τὸν Παράδεισο μία ψυχὴ σκληρόκαρδη καὶ ἄπονη ἀνάμεσα στὶς ἐξαγιασμένες ψυχὲς τόσων ἀνθρώπων δοκιμασμένων ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς; Ἡ αἰώνια λοιπὸν εὐτυχία μας ἢ ἡ ἀτελεύτητη δυστυχία μας μετὰ τὸν θάνατο καθορίζονται ἀπὸ τὴ διαγωγὴ ποὺ δείχνουμε πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό μας. Σήμερα δρομολογοῦμε τὸ αἰώνιο μέλλον μας. Τὶς ἐπιλογὲς τὶς ξέρουμε. Οἱ προορισμοὶ ξεκάθαροι. Ἂς ἑτοιμαζόμαστε για τὸ αἰώνιο ταξίδι μας.
(Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου