Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Η΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ (ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Ι­Ε­ΡΑ Μ­Η­Τ­Ρ­Ο­Π­Ο­Λ­ΙΣ Π­Α­Φ­ΟΥ
Ι­Ε­Ρ­ΟΣ Ν­Α­ΟΣ Α­Π­Ο­Σ­Τ­Ο­Λ­ΩΝ Π­Α­Υ­Λ­ΟΥ Κ­ΑΙ Β­Α­Ρ­Ν­Α­ΒΑ
Κ­Υ­Ρ­Ι­Α­ΚΗ Η΄ Λ­Ο­Υ­ΚΑ
(ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ)
(12 Ν­Ο­Ε­Μ­Β­Ρ­Ι­ΟΥ 2017)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΟΥ ΙΕΡΑΡΧΟΥ)
Ἀ­δελ­φοί, ὁ σπε­ί­ρων φει­δο­μέ­νως, φει­δο­μέ­νως καὶ θε­ρί­σει, καὶ ὁ σπε­ί­ρων ἐπ᾽ εὐ­λο­γί­αις ἐπ᾽ εὐ­λο­γί­αις καὶ θε­ρί­σει. Ἕ­κα­στος κα­θὼς προ­αι­ρεῖ­ται τῇ καρ­δί­ᾳ, μὴ ἐκ λύ­πης ἢ ἐξ ἀ­νάγ­κης· ἱ­λα­ρὸν γὰρ δό­την ἀ­γα­πᾷ ὁ Θε­ός. Δυ­να­τὸς δὲ ὁ Θε­ὸς πᾶ­σαν χά­ριν πε­ρισ­σεῦ­σαι εἰς ὑ­μᾶς, ἵ­να ἐν παν­τὶ πάν­το­τε πᾶ­σαν αὐ­τάρ­κειαν ἔ­χον­τες πε­ρισ­σε­ύ­η­τε εἰς πᾶν ἔρ­γον ἀ­γα­θόν, κα­θὼς γέ­γρα­πται· ᾽Ε­σκόρ­πι­σεν, ἔ­δω­κε τοῖς πέ­νη­σιν, ἡ δι­και­ο­σύ­νη αὐ­τοῦ μέ­νει εἰς τὸν αἰ­ῶ­να. Ὁ δὲ ἐ­πι­χο­ρη­γῶν σπέρ­μα τῷ σπε­ί­ρον­τι καὶ ἄρ­τον εἰς βρῶ­σιν χο­ρη­γή­σαι καὶ πλη­θύ­ναι τὸν σπό­ρον ὑ­μῶν καὶ αὐ­ξή­σαι τὰ γε­νή­μα­τα τῆς δι­και­ο­σύ­νης ὑ­μῶν· ἐν παν­τὶ πλου­τι­ζό­με­νοι εἰς πᾶ­σαν ἁ­πλό­τη­τα, ἥ­τις κα­τερ­γά­ζε­ται δι᾽ ἡ­μῶν εὐ­χα­ρι­στί­αν τῷ Θε­ῷ.                                                        
              (Β΄ Κορ. θ΄[9] 6-11)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζε­τε αὐ­τό, ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος πού σπέρ­νει μὲ τσιγ­γου­νιά, μὲ τσιγ­γου­νιὰ καὶ θὰ θε­ρί­σει. Κι ἐ­κεῖ­νος πού σπέρ­νει ἄ­φθο­να, ἄ­φθο­να καὶ θὰ θε­ρί­σει. Ὁ κα­θέ­νας ἂς δί­νει ἐ­λεύ­θε­ρα ὅ,τι ἔ­χει δι­ά­θε­ση ἡ καρ­διά του, χω­ρὶς νὰ στε­νο­χω­ρι­έ­ται ἢ νὰ ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται· δι­ό­τι ὁ Θε­ὸς ἀ­γα­πᾶ ἐ­κεῖ­νον πού δί­νει μὲ προ­θυ­μί­α καὶ χα­ρού­με­νο πρό­σω­πο. Κι ὁ Θε­ὸς ἔ­χει τὴ δύ­να­μη νὰ σᾶς δώ­σει ὑ­πε­ρά­φθονη κά­θε χά­ρη: καὶ τὴ χά­ρη δη­λα­δὴ τῆς προ­θυ­μί­ας νὰ εἰ­σφέ­ρε­τε γεν­ναί­α, καὶ τὴ χά­ρη τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν ὥ­στε νὰ εἶ­στε πάν­το­τε σ' ὅ­λα τε­λεί­ως αὐ­τάρ­κεις κι ἔ­τσι νὰ κά­νε­τε μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω κά­θε κα­λὸ ἔρ­γο. Κι ἔ­τσι νὰ γί­νει καὶ μὲ σᾶς ἐκεῖνο πού λέει ἡ Ἁγία Γρα­φή: Μοί­ρα­σε ἄ­φθο­να, ἔ­δω­σε στοὺς φτω­χοὺς· ἡ ἀρετή του ἀ­πὸ τὶς ἀ­γα­θο­ερ­γί­ες του μέ­νει γιὰ πάν­τα. Κι ὁ Θε­ὸς πού χο­ρη­γεῖ ἄ­φθο­νο σπό­ρο σ' ἐ­κεῖ­νον πού σπέρ­νει, καὶ ἄρ­το γιὰ νὰ τρῶ­με, ἂς χο­ρη­γή­σει κι ἂς πλη­θύ­νει τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά σας κι ἂς αὐ­ξή­σει τούς καρ­ποὺς τῆς ἀ­γα­θο­ερ­γί­ας σας, ὥ­στε νὰ γί­νε­στε πλού­σιοι σὲ κά­θε τι, σὲ κά­θε εἶ­δος γεν­ναι­ο­δω­ρί­ας, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἀ­να­πέμ­πουν εὐ­χα­ρι­στί­ες στὸ Θε­ὸ αὐ­τοὶ πού θὰ πά­ρουν ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τοὺς Ἀ­πο­στό­λους τὶς συ­νει­σφο­ρές σας πού θὰ τοὺς με­τα­φέ­ρου­με.

ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ Ε­Υ­Α­Γ­Γ­Ε­Λ­ΙΟ
Τῷ κ­α­ι­ρῷ ἐ­κ­ε­ί­νῳ, ν­ο­μ­ι­κ­ός τ­ις π­ρ­ο­σ­ῆ­λ­θε τῷ ᾿Ι­η­σ­οῦ, π­ε­ι­ρ­ά­ζ­ων α­ὐ­τ­ὸν, καὶ λ­έ­γ­ων· Δ­ι­δ­ά­σ­κ­α­λε, τί π­ο­ι­ή­σ­ας ζ­ω­ὴν α­ἰ­ώ­ν­ι­ον κ­λ­η­ρ­ο­ν­ο­μ­ή­σω; Ὁ δὲ ε­ἶ­πε π­ρ­ὸς α­ὐ­τ­όν· ἐν τῷ ν­ό­μῳ τί γ­έ­γ­ρ­α­π­τ­αι; π­ῶς ἀ­ν­α­γ­ι­ν­ώ­σ­κ­ε­ις; Ὁ δὲ ἀ­π­ο­κ­ρ­ι­θεὶς ε­ἶ­π­εν· Ἀ­γ­α­π­ή­σ­ε­ις Κ­ύ­ρ­ι­ον τ­ὸν Θ­ε­όν σ­ου ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς κ­α­ρ­δ­ί­ας σ­ου, κ­αὶ ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς ψ­υ­χ­ῆς σ­ου, κ­αὶ ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς ἰ­σ­χ­ύ­ος σ­ου, κ­αὶ ἐξ ὅ­λ­ης τ­ῆς δ­ι­α­νο­ί­ας σ­ου, κ­αὶ τ­ὸν π­λ­η­σ­ί­ον σ­ου ὡς ἑ­α­υ­τ­όν. Ε­ἶ­πε δὲ α­ὐ­τῷ· Ὀ­ρ­θ­ῶς ἀ­π­ε­κ­ρ­ί­θ­ης· τ­ο­ῦ­το π­ο­ί­ει κ­αὶ ζ­ή­σῃ. Ὁ δὲ θ­έ­λ­ων δ­ι­κ­α­ι­ο­ῦν ἑ­α­υ­τ­ὸν, ε­ἶ­πε π­ρ­ὸς τ­ὸν ᾿Ι­η­σ­ο­ῦν· Κ­αί τ­ίς ἐ­σ­τί μ­ου π­λ­η­σ­ί­ον; Ὑ­π­ο­λ­α­β­ὼν δὲ ὁ ᾿Ι­η­σ­ο­ῦς ε­ἶ­π­εν· Ἄ­ν­θ­ρ­ω­π­ός τ­ις κ­α­τ­έ­β­α­ι­ν­εν ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρ­ο­υ­σ­α­λ­ὴμ ε­ἰς ῾Ι­ε­ρ­ι­χώ, κ­αὶ λ­η­σ­τ­α­ῖς π­ε­ρ­ι­έ­π­ε­σ­εν· οἳ καὶ ἐ­κ­δ­ύ­σ­α­ν­τ­ες α­ὐ­τ­ὸν, κ­αὶ π­λ­η­γ­ὰς ἐ­π­ι­θ­έ­ν­τ­ες ἀ­π­ῆ­λ­θ­ον, ἀ­φ­έ­ν­τ­ες ἡ­μ­ι­θ­α­νῆ τ­υ­γ­χ­ά­ν­ο­ν­τα. Κ­α­τὰ σ­υ­γ­κ­υ­ρ­ί­αν δὲ ἱ­ε­ρ­ε­ύς τ­ις κ­α­τ­έ­β­α­ι­ν­εν ἐν τῇ ὁ­δῷ ἐ­κ­ε­ί­νῃ, κ­αὶ ἰ­δ­ὼν α­ὐ­τ­ὸν ἀ­ν­τ­ι­π­α­ρ­ῆ­λ­θ­εν. Ὁ­μ­ο­ί­ως δὲ κ­αὶ Λ­ε­υ­ΐ­τ­ης, γ­ε­ν­ό­μ­ε­ν­ος κ­α­τὰ τ­ὸν τ­ό­π­ον, ἐ­λ­θ­ὼν κ­αὶ ἰ­δ­ὼν, ἀ­ν­τ­ι­π­α­ρ­ῆ­λ­θε. Σ­α­μ­α­ρ­ε­ί­τ­ης δέ τ­ις ὁ­δ­ε­ύ­ων ἦ­λ­θε κ­ατ᾿ α­ὐ­τ­όν, κ­αὶ ἰ­δ­ὼν α­ὐ­τ­ὸν ἐ­σ­π­λ­α­γ­χ­ν­ί­σ­θη, κ­αὶ π­ρ­ο­σ­ε­λ­θ­ὼν κ­α­τ­έ­δ­η­σε τὰ τ­ρ­α­ύ­μ­α­τα α­ὐ­τ­οῦ, ἐ­π­ι­χ­έ­ων ἔ­λ­α­ι­ον κ­αὶ ο­ἶ­ν­ον, ἐ­π­ι­β­ι­β­ά­σ­ας δὲ α­ὐ­τ­ὸν ἐ­πὶ τὸ ἴ­δ­ι­ον κ­τ­ῆ­ν­ος, ἤ­γ­α­γ­εν α­ὐ­τ­ὸν ε­ἰς π­α­ν­δ­ο­χ­ε­ῖ­ον, κ­αὶ ἐ­π­ε­μ­ε­λ­ή­θη α­ὐ­τ­οῦ· κ­αὶ ἐ­πὶ τ­ὴν α­ὔ­ρ­ι­ον ἐ­ξ­ελ­θ­ών, ἐ­κ­β­α­λ­ὼν δ­ύο δ­η­ν­ά­ρ­ια ἔ­δ­ω­κε τῷ π­α­ν­δ­ο­χ­εῖ κ­αὶ εἶ­π­εν α­ὐ­τῷ· Ἐ­π­ι­μ­ε­λή­θ­η­τι α­ὐ­τ­οῦ, κ­αὶ ὅ,τι ἂν π­ρ­ο­σ­δ­α­π­α­ν­ή­σ­ῃς, ἐ­γὼ ἐν τῷ ἐ­π­α­ν­έ­ρ­χ­ε­σ­θ­αί με ἀ­πο­δ­ώ­σω σ­οι. Τ­ίς ο­ὖν τ­ο­ύ­τ­ων τ­ῶν τ­ρ­ι­ῶν π­λ­η­σ­ί­ον δ­ο­κ­εῖ σ­οι γ­ε­γ­ο­ν­έ­ν­αι τ­οῦ ἐ­μ­π­ε­σ­ό­ν­τ­ος ε­ἰς τ­ο­ὺς λ­ῃ­σ­τ­άς;  Ὁ δὲ ε­ἶ­π­εν· Ὁ π­ο­ι­ή­σ­ας τὸ ἔ­λ­ε­ος μ­ετ᾿ α­ὐ­τ­οῦ. Ε­ἶ­π­εν ο­ὖν α­ὐ­τῷ ὁ ᾿Ι­η­σ­ο­ῦς· Π­ο­ρ­ε­ύ­ου κ­αὶ σὺ π­ο­ί­ει ὁ­μ­ο­ί­ως.   
                                                        (Λ­ο­υκ. ι΄[10] 25 – 37)

Ο ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ
1. ΟΙ «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
-Διδάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάνω για νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; ρώτησε κάποτε ἕνας νομοδιδάσκαλος τὸν Κύριο θέλοντας νὰ Τὸν παγιδεύσει. Κι Ἐκεῖνος τὸν παρέπεμψε στὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Τότε ὁ νομοδιδάσκαλος ἀνέφερε τὶς δύο βασικότερες ἐντολὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Θέλοντας ὅμως νὰ δικαιολογηθεῖ, ἐπειδὴ ἔθεσε ἕνα ἐρώτημα στὸ ὁποῖο τοῦ ἦταν γνωστὴ ἢ ἀπάντηση, ἔθεσε κι ἕνα δεύτερο: Ποιὸν πρέπει νὰ θεωρῶ πλησίον μου; Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα στάθηκε ἡ ἀφορμὴ νὰ διηγηθεῖ ὁ Κύριος μία ὑπέροχη παραβολή, τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου.
Κάποιος ἄνθρωπος, εἶπε, κατέβαινε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἱεριχὼ καὶ ἔπεσε σὲ ἐνέδρα ληστῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν λήστεψαν, τὸν ἔγδυσαν, τὸν καταπλήγωσαν καὶ τὸν ἐγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Κάποια στιγμὴ ἕνας ἱερεὺς ποὺ κατέβαινε στὸ δρόμο ἐκεῖνο, ἐνῶ τὸν εἶδε ἀπὸ μακριά, πέρασε ἀπὸ τὸ ἀπέναντι μέρος χωρὶς νὰ τοῦ δώσει καμία βοήθεια. Παρόμοια καὶ κάποιος Λευΐτης, ὑπηρέτης τοῦ ναοῦ, ἔφθασε στὸ μέρος ἐκεῖνο. Αὐτὸς φάνηκε ἀκόμη πιὸ ἄσπλαχνος. Ἦλθε πολὺ κοντά, εἶδε τὴν ἄθλια κατάσταση τοῦ πληγωμένου ἀνθρώπου κι ἔφυγε. Ὁ ἱερεὺς ἔφυγε ἀπὸ ἐνστικτώδη φιλαυτία, ἐνῶ ὁ Λευΐτης ἔπειτα ἀπὸ ὑπολογισμό.
Καὶ τὰ δύο ὅμως πρόσωπα, ὁ ἱερέας καὶ ὁ Λευΐτης εἶχαν κάτι κοινό: Ἦταν δύο πρόσωπα ποὺ εἶχαν ἀξίωμα καὶ ἔργο ἱερό. Αὐτοὶ ἐξαιτίας τῆς ἰδιότητός τους θὰ ἔπρεπε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ εἶναι συμπονετικοὶ καὶ σπλαχνικοί, νὰ δείξουν ἀγάπη στὸν ἑτοιμοθάνατο διαβάτη. Αὐτοὶ λόγω τῆς θέσεώς τους δίδασκαν καὶ τοὺς ἄλλους τὸ καθῆκον τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον. Κι ὅμως ἀθέτησαν τὸ καθῆκον τους αὐτό. Εἶναι θλιβερό, ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ δίνουν τὸ παράδειγμα τῆς ἀγάπης, νὰ γίνονται παραδείγματα σκληρότητος. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ νὰ δυσφημοῦν τόσο πολὺ τὸ Θεό.
Κάτι τέτοιο δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορὲς μέσα στὴν ἱστορία σὲ «ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ». Καὶ εἶναι φοβερὸ νὰ συμβαίνει κάποτε καὶ σέ μᾶς. Σὲ μᾶς ποὺ θέλουμε νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἀποδεικνυόμαστε στὴν πράξη ἄσπλαχνοι, σκληροί, ἀδιάφοροι στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Εἶναι τραγικὸ νὰ ἰσχύει κάτι τέτοιο καὶ γιὰ μᾶς. Ἐὰν δὲν δείξουμε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ἀγάπη, ποιὸς ἄλλος θὰ δείξει; Ὁ Κύριός μας τὰ ξεκαθάρισε ὅτι χωρὶς τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπό μας, Βασιλεία οὐρανῶν δὲν πρόκειται νὰ κληρονομήσουμε. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον εἶναι ἡ σφραγίδα τῆς γνησιότητάς μας, ἡ βασικὴ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας.
2. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ
Ἡ συνέχεια τῆς παραβολῆς εἶναι γνωστή. Κάποια στιγμὴ ἕνας Σαμαρείτης ποὺ διάβαινε ἀπὸ τὸ δρόμο ἐκεῖνο εἶδε τὸν καταπληγωμένο ἄνθρωπο, πλησίασε κοντά του καὶ τὸν σπλαχνίστηκε. Δὲν φοβήθηκε μὴν πάθει τὰ ἴδια, ἔμεινε κοντά του, ἔπλυνε τὰ τραύματά του, τὰ ἄλειψε μὲ λάδι καὶ κρασί, τὰ ἔδεσε μὲ ἐπιδέσμους. Καὶ ἀφοῦ μὲ πολὺ κόπο ἀνέβασε τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν στὸ ζῶο του, τὸν μετέφερε σὲ κάποιο πανδοχεῖο καὶ τὸν περιποιήθηκε ὅλη τὴ νύχτα. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἔδωσε δύο δηνάρια στὸν ξενοδόχο καὶ τοῦ εἶπε: Περιποιήσου τον για νὰ γίνει καλά. Καὶ ὅ,τι ἄλλο ξοδέψεις, καθὼς θὰ ἐπιστρέφω στὴν πατρίδα μου καὶ θὰ περάσω πάλι ἀπὸ ἐδῶ, θὰ σοῦ τὸ ἐξοφλήσω.
Λοιπόν, ρώτησε ὁ Κύριος τὸν νομοδιδάσκαλο, ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτούς ἐπιτέλεσε τὸ καθῆκον του πρὸς τὸν πλησίον; Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: Αὐτὸς ποὺ τὸν συμπόνεσε καὶ τὸν ἐλέησε. Ὁ Κύριος τότε τοῦ εἶπε: Πήγαινε καὶ κάνε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο.
Αὐτὴ τὴν προσταγὴ δίνει καὶ σὲ μᾶς ὁ Κύριος. Μᾶς ζητᾶ δηλαδὴ νὰ δείχνουμε ἀγάπη σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ πάσχει, χωρὶς νὰ ἐξετάζουμε ἂν αὐτὸς εἶναι δικός μας, ξένος ἢ ἐχθρός μας, καὶ χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε θυσίες καὶ κόπους καὶ δαπάνες. Αὐτὸ μᾶς τὸ δίδαξε ὁ Κύριος ὄχι μόνο μέσα ἀπὸ τὴν παραβολὴ αὐτὴ ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μέσα ἀπὸ τὴ ζωή του. Διότι ὁ Ἴδιος ἔγινε ὁ καλὸς Σαμαρείτης γιὰ μᾶς. Ἀγάπησε τοὺς ἀνθρώπους μέχρι θανάτου. Ἡ ἀγάπη του κορυφώθηκε καὶ ἔλαμψε σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο ἐπάνω στὸ Σταυρό. Καὶ μᾶς ζητᾶ νὰ μάθουμε κι ἐμεῖς νὰ ἀγαπᾶμε, νὰ γινόμαστε καλοὶ Σαμαρεῖτες στοὺς γύρω μας.
Δυστυχῶς ὅμως στὴν ἐποχή μας, ἐνὼ ὅλοι μιλοῦμε γιὰ ἀγάπη, πραγματικὴ ἀγάπη δὲν ἔχουμε. Κι αὐτὸ φαίνεται περισσότερο στὶς σχέσεις μας μὲ τὰ δικά μας πρόσωπα. Πῶς τοὺς μιλᾶμε, πῶς τοὺς φερόμαστε; Ἀλλὰ ἂν δυσκολευόμαστε νὰ ἀγαπήσουμε τοὺς δικούς μας, πόσο μᾶλλον τοὺς ξενους; Γι᾿ αὐτὸ ὑποφέρουμε. Διότι ἀγάπη σημαίνει θυσία, σημαίνει νὰ δίνουμε κι ὄχι νὰ ἀπαιτοῦμε νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι καλοὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀγαπήσουμε. Ἀγάπη σημαίνει νὰ γίνει πλατιὰ ἡ καρδιά μας ὅπως τῶν ἁγίων γιὰ νὰ χωράει ὅλους. Ἀκόμη κι αὐτοὺς ποὺ μᾶς δυσκολεύουν. Νὰ τοὺς προσφέρουμε τὴν ἀγάπη μας μὲ ἁπαλὸ τρόπο, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν αἴσθηση ὅτι κάνουμε προσπάθεια γιὰ νὰ τοὺς ἀγαπήσουμε. Νὰ ἀκοῦμε μὲ πόνο τὸν πόνο τους, νὰ τοὺς ἀνακουφίζουμε στὸ πρόβλημά τους. Κατανοώντας τὸ χαρακτήρα τους, νὰ διαισθανόμαστε τὴν κούρασή τους, τὶς δυσκολίες τους, τὶς ἐπιθυμίες τους. Καὶ νὰ τοὺς προσφέρουμε τὴν ἀγάπη μας ἄλλοτε μ᾿ ἕνα στοργικὸ λόγο κι ἄλλοτε μὲ τὴ σιωπή μας· ἄλλοτε μὲ τὴ διακονία μας κι ἄλλοτε μὲ θυσίες ποὺ κοστίζουν ἴσως πολύ. Ἔτσι θὰ γίνουμε καλοὶ Σαμαρεῖτες. Ἔτσι θὰ δοῦμε πρόσωπο Θεοῦ.
(Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου