Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ). ΤΑ Α ΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ  (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)
 (17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)
Ἀδελφοί, ὃταν ὁ Χρι­στὸς φα­νε­ρω­θῇ, ζω­ὴ ὑ­μῶν, τό­τε κα ὑ­μεῖς σν αὐ­τῷ φα­νε­ρω­θή­σε­σθε ν δό­ξῃ. Νε­κρώ­σα­τε ον τ μέ­λη ὑ­μῶν τ ἐ­πὶ τς γς, πορ­νε­ί­αν, ἀ­κα­θαρ­σί­αν, πά­θος, ἐ­πι­θυ­μί­αν κα­κήν, κα τν πλε­ο­νε­ξί­αν ἥ­τις ἐ­στὶν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, δι' ἔρ­χε­ται ἡ ὀρ­γὴ το Θε­οῦ ἐ­πὶ τος υἱ­οὺς τς ἀ­πει­θε­ί­ας, ν ος κα ὑ­μεῖς πε­ρι­ε­πα­τή­σα­τέ πο­τε, ὅ­τε ἐ­ζῆ­τε ἐν αὐ­τοῖς· νυ­νὶ δ ἀ­πό­θε­σθε κα ὑ­μεῖς τ πάν­τα, ὀρ­γήν, θυ­μόν, κα­κί­αν, βλα­σφη­μί­αν, αἰ­σχρο­λο­γί­αν κ το στό­μα­τος ὑ­μῶν· μ ψε­ύ­δε­σθε ες ἀλ­λή­λους, ἀ­πεκ­δυ­σά­με­νοι τν πα­λαι­ὸν ἄν­θρω­πον σν τας πρά­ξε­σιν αὐ­τοῦ κα ἐν­δυ­σά­με­νοι τν νέ­ον τν ἀ­να­και­νο­ύ­με­νον ες ἐ­πί­γνω­σιν κα­τ' εἰ­κό­να το κτί­σαν­τος αὐ­τόν, ὅ­που οκ ἔ­νι Ἕλ­λην κα Ἰ­ου­δαῖ­ος, πε­ρι­το­μὴ κα ἀ­κρο­βυ­στί­α, βάρ­βα­ρος, Σκύ­θης, δοῦ­λος, ἐ­λε­ύ­θε­ρος, ἀλ­λὰ τ πάν­τα κα ν πᾶ­σι Χρι­στός.
                                    (Κολ. γ’[3]  4 – 11)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἀδελφοί, ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθεῖ, ὁ αἴτιος καὶ χορηγὸς τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ζωῆς μας, τότε κι ἐσεῖς μαζὶ μ' αὐτὸν θὰ φανερωθεῖτε δοξασμένοι. Νεκρῶστε λοιπὸν τὰ μέλη σας ποὺ ἐπιθυμοῦν τὶς γήινες ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές. Νεκρῶστε τὴν πορνεία, τὴν ἀκαθαρσία, κάθε πάθος καὶ ὑποδούλωση στὸ κακό, κάθε κακὴ ἐπιθυμία καὶ τὴν πλεονεξία, ἡ ὁποία εἶναι λατρεία στὸ εἴδωλο τοῦ χρήματος. Γιὰ τὰ ἁμαρτήματα αὐτὰ ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ σ' αὐτοὺς πού συστηματικά καὶ μὲ ἐπιμονὴ δὲν θέλουν νὰ πιστέψουν. Στὰ ἁμαρτήματα αὐτὰ κι ἐσεῖς κάποτε πορευθήκατε καὶ τὰ ὑπηρετήσατε, ὅταν ζούσατε ἀνάμεσα σ' αὐτοὺς τοὺς ἄπιστους ἀνθρώπους. Τώρα ὅμως βγάλτε καὶ πετάξτε ἀπό πάνω σας κι ἐσεῖς, σάν ἀκάθαρτο ἔνδυμα, ὅλα αὐτὰ τὰ κακά, τὴν ὀργή, τὸν θυμό, τὴν κακία καὶ πονηριά, τὴν κακολογία, τὴν αἰσχρολογία ἀπό τὸ στόμα σας. Μὴ λέτε ψέματα ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ἀφοῦ πλέον γδυθήκατε τὸν παλαιὸ διεφθαρμένο ἄνθρωπο μαζὶ μὲ τίς πράξεις του καὶ ντυθήκατε τὸ νέο ἄνθρωπο ποὺ συνεχῶς ἀνανεώνεται καὶ γίνεται καινούργιος, ὥστε νὰ προοδεύει στὴν τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ. Καὶ γίνεται διαρκῶς καινούργιος μὲ τὸ νὰ παίρνει τὴν ἴδια μορφὴ μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ τὸν δημιούργησε. Σ' αὐτὸν τὸ νέο ἄνθρωπο δὲν ὑπάρχει διάκριση Ἕλληνα καί Ἰουδαίου, περιτμημένου Ἰσραηλίτη καὶ ἀπερίτμητου ἐθνικοῦ, βάρβαρου καὶ Σκύθη, δούλου καὶ ἐλεύθερου, ἀλλά καὶ ἐθνικότητα καὶ καταγωγὴ καὶ ἀξίωμα καὶ τὰ πάντα εἶναι ὁ Χριστός, ὅπως καὶ μέσα σ' ὅλους τοὺς πιστοὺς πάλι εἶναι ὁ Χριστὸς.

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)
Εἶ­πεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ἄν­θρω­πός τις ἐ­πο­ί­η­σε δεῖ­πνον μέ­γα, κα ἐ­κά­λε­σε πολ­λο­ύς· κα ἀ­πέ­στει­λε τν δοῦ­λον αὐ­τοῦ τ ὥ­ρᾳ το δε­ί­πνου εἰ­πεῖν τος κε­κλη­μέ­νοις· ἔρ­χε­σθε, ὅ­τι ἤ­δη ἕ­τοι­μά ἐ­στι πάν­τα. κα ἤρ­ξαν­το ἀ­πὸ μι­ᾶς πα­ραι­τεῖ­σθαι πάν­τες, πρῶ­τος εἶ­πεν αὐ­τῷ· ἀ­γρὸν ἠ­γό­ρα­σα, κα ἔ­χω ἀ­νάγ­κην ἐ­ξελ­θεῖν κα ἰ­δεῖν αὐ­τόν· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· ζεύ­γη βο­ῶν ἠ­γό­ρα­σα πέν­τε, κα πο­ρε­ύ­ο­μαι δο­κι­μά­σαι αὐ­τά· ἐ­ρω­τῶ σε, ἔ­χε με πα­ρῃ­τη­μέ­νον. κα ἕ­τε­ρος εἶ­πε· γυ­ναῖ­κα ἔ­γη­μα, κα δι­ὰ τοῦ­το ο δύ­να­μαι ἐλ­θεῖν. κα πα­ρα­γε­νό­με­νος δοῦ­λος ἐ­κεῖ­νος ἀ­πήγ­γει­λε τ κυ­ρί­ῳ αὐ­τοῦ ταῦ­τα. τό­τε ὀρ­γι­σθεὶς ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της εἶ­πε τ δο­ύ­λῳ αὐ­τοῦ· ἔ­ξελ­θε τα­χέ­ως ες τς πλα­τε­ί­ας κα ῥύ­μας τς πό­λε­ως, κα τος πτω­χοὺς κα ἀ­να­πή­ρους κα χω­λοὺς κα τυ­φλοὺς εἰ­σά­γα­γε ὧ­δε. κα εἶ­πεν δοῦ­λος· κύ­ρι­ε, γέ­γο­νεν ς ἐ­πέ­τα­ξας, κα ἔ­τι τό­πος ἐ­στί. κα εἶ­πεν κύ­ρι­ος πρς τν δοῦ­λον· Ἔ­ξελ­θε ες τς ὁ­δοὺς κα φραγ­μοὺς κα ἀ­νάγ­κα­σον εἰ­σελ­θεῖν, ἵ­να γε­μι­σθῇ οἶ­κός μου. λέ­γω γρ ὑ­μῖν ὅ­τι οὐ­δεὶς τν ἀν­δρῶν ἐ­κε­ί­νων τν κε­κλη­μέ­νων γε­ύ­σε­ταί μου το δείπνου.
                                                   (Λουκ. ιδ΄[14] 16 – 24)  

ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ
1. ΟΥΡΑΝΙΟ ΚΑΛΕΣΜΑ
να Σάββατο ὁ Κύριος προσκλήθηκε κα κάθισε στ σπίτι κάποιου Φαρισαίου γι φαγητό. Κι νας ἀπ᾿ ατος πο ταν στ τραπέζι, τοῦ εἶπε: Μακάριος εἶναι κενος πο θ φάει γεῦμα στ Βασιλεία τοῦ Θεο. Ὁ Κύριος τότε πρε φορμ γι ν μιλήσει γι τν αώνια εφροσύνη τς Βασιλείας τοῦ Θεο μ τν παραβολ τοῦ Μεγάλου Δείπνου. Κάποιος ἄνθρωπος, εἶπε, κανε μεγάλο βραδιν συμπόσιο κα κάλεσε πολλούς. Κι στειλε τ δολο του γιὰ νὰ πε στος προσκεκλημένους: λτε, ὅλα πλέον εἶναι τοιμα γι τ μεγάλο δεπνο.
Μς προκαλε ντύπωση ὅτι, ἐνῶ ὁ Κύριος ρωτήθηκε γι γεῦμα, μιλάει γι δεπνο. Γιατί λοιπν νομάζει τν οράνια Βασιλεία του δεπνο κα μάλιστα μέγα δεπνο; Ὁ Κύριος προτιμάει ν ναφερθε σ δεπνο, διότι να δεπνο χει μεγαλύτερη διάρκεια ἀπὸ να μεσημεριαν τραπέζι κα χει μεγαλύτερη εφροσύνη. Θέλει τσι ν δείξει ὅτι τ πανηγύρι τς Βασιλείας του θ εναι τελεύτητο κα λαμπρό. Μ φαντασθομε βέβαια μ τ λέξη «δεπνο» κάποιο λικ βραδιν συμπόσιο πο κάποτε τελειώνει δημιουργε κορεσμό, ἀλλὰ δεπνο πνευματικό, ὅπου θ πολαμβάνουμε τ πλούσια πνευματικ γαθ πο τοίμασε ὁ Θες γιὰ μᾶς. Κα ποι εναι τ γαθ τοῦ ορανίου δείπνου; Οὔτε μπορομε ν τ κατανοήσουμε, οὔτε ν τ φαντασθομε. Πς ν καταλάβουμε τί σημαίνει ὅτι αωνίως θ συναναπαυόμαστε μ τος δικαίους κα ὅλες τς γγελικς θεες δυνάμεις κα θ γευόμαστε τς ἄπειρες πνευματικς δωρες τοῦ Θεοῦ; Πς ν κατανοήσουμε τί σημαίνει αώνια ναψυχ κα εφροσύνη, τί σημαίνει πνευματικς χορτασμς τν πτωχν ψυχν μας στν πουράνια Βασιλεία του;
Ὁ Θες λοιπν τοίμασε γιὰ μς ἄπειρα κα περίγραπτα γαθά, πο δν μπορομε ν σκεφθομε κα ν συλλάβουμε. Κα πευθύνεται στν καθένα μας κα μς καλε στ Βασιλεία του γιὰ νὰ μς καταστήσει αώνια ετυχισμένους. Μς καλε μέσα ἀπὸ τς περιστάσεις τς ζως μας, μ διάφορα πρόσωπα δικά του ποὺ στέλνει στ ζωή μας, μς καλε μ τν κκλησία του κα τ Μυστήριά της, μ τ μελέτη κα τν κρόαση τοῦ θείου λόγου, μ τς θεες πισκέψεις στ νοῦ κα στν καρδιά μας, μ θεῖα σκιρτήματα κα νεύσεις. Μς καλε μ μία σωτερικ φων στ συνείδησή μας, στ μύχια τν καρδιν μας. λτε, μς λέει ὁ Θεός. Ὅλα εναι τοιμα. Τ οράνιο δεπνο σς περιμένει. Μς περιμένει δηλαδ μιὰ ζω αώνια, μιὰ κοινωνία μ τν Θε κα τος γίους, να πανηγύρι πο δν θ τελειώσει ποτέ.
2. ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΦΑΣΕΙΣ
Οἱ προσκεκλημένοι τς Παραβολς σὰν νὰ ταν συνεννοημένοι ρχισαν νὰ ρνονται τ κάλεσμα τοῦ οκοδεσπότη κα ν δικαιολογον τν πουσία τους ἀπὸ τ δεπνο. Ὁ πρτος επε: γόρασα να χωράφι κα πρέπει ν πάω ἐκεῖ ν τ δ. Σ παρακαλ, θεώρησε δικαιολογημένη τν πουσία μου. λλος πάλι επε: γόρασα πέντε ζευγάρια βόδια κα πηγαίνω ν τ δοκιμάσω. Σ παρακαλ, δικαιολόγησε τν πουσία μου. Κι ὁ τρίτος πάντησε πιὸ ψυχρά: Πρν ἀπὸ λίγο κανα τ γάμο μου κα δν μπορ ν λθω.
Ὅταν πέστρεψε ὁ δολος στν κύριό του κα τοῦ διηγήθηκε τ ὅσα γιναν, κενος θύμωσε κα τοῦ επε: Βγς γρήγορα στς πλατεες κα τ στεν κα φέρε ἐδῶ μέσα τος πτωχος κα τος σακάτηδες, τος χωλος κα τυφλούς. Ὕστερα ἀπὸ λίγο πέστρεψε πάλι ὁ δολος κα επε: Κύριε, γινε ὅπως διέταξες. πάρχει ὅμως κόμη χρος στ σπίτι. – Βγὲς λοιπν ξω ἀπ᾿ τν πόλη στος δρόμους κα παρακίνησε πίμονα ὅσους βρες ν ᾿ρθουν ἐδῶ, ν γεμίσει τ σπίτι μου, τοῦ επε ὁ οκοδεσπότης. Κι κλεισε ὁ Κύριος τν παραβολ λέγοντας: Κανεὶς ἀπὸ τοὺς νθρώπους πο ρνήθηκαν τ κάλεσμα, δν θ γευθε τ δεπνο μου.
Βέβαια μέσα ἀπὸ τν Παραβολ ὁ Κύριος θέλει ν ποδηλώσει ὅτι οἱ βραοι, πο θεωροσαν ὅτι χουν πρτοι τ δικαίωμα στ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τελικ ποκλείσθηκαν ἀπ᾿ ατν γιὰ ν τν πολαύσουν οἱ θνικοί. Ὅμως ἡ Παραβολ ατ χει κα γενικότερη φαρμογ στν καθένα μας. Διότι ὁ Θες καλεῖ λους μας. Κα εναι φοβερ ν ρνηθομε τν κλήση του προβάλλοντας τς νόητες προφάσεις τν ἀρνητῶν τῆς Παραβολς. Εναι προφάσεις μικρς κα ποκριτικές, πο ξεσκεπάζουν τν κακ διάθεση τν προσκεκλημένων. Διότι λοι τους εἶχαν εδοποιηθε ἀπὸ καιρ γιὰ τ δεπνο ατό. Θ μποροσαν ν εἶχαν ρυθμίσει τ πρόγραμμά τους, ὥστε ν μπορέσουν ν συμμετάσχουν. Ατς οἱ προφάσεις ὅμως πιπλέον δείχνουν πόσο μς περισπον κα μς δένουν οἱ φροντίδες τς ζως, ἡ ργασία μας κα οἱ οκογενειακές μας ποχρεώσεις.
ν λοι οἱ ἄνθρωποι εραρχούσαμε σωστ τ πράγματα κα κτιμούσαμε τν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, θ λέγαμε: Μ καλεῖ ὁ Θες στ Βασιλεία του. Κανένα μπόδιο δν μπορε ν σταθε ἱκαν ν μοῦ στερήσει τν Παράδεισο. Διαφορετικ περιφρονώντας τν πρόσκληση κα τ χάρη τοῦ Θεοῦ κινδυνεύουμε ν τ χάσουμε γιὰ πάντα. Κινδυνεύουμε ν χάσουμε χι κάτι μικρό, ἀλλὰ τ μεγαλύτερο, τ ἄπειρο, τν ἴδιο τν Θεό. Κι ἂν χάσουμε τν Θεό, χάσαμε τ πάντα. Καμία πρόφαση λοιπν ν μὴ σταθε μπόδιο στ δρόμο μας πρς τ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δν θ χουμε καμία δικαιολογία.
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου