Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΕ­ΛΏ­ΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑ­ΡΙ­ΣΑΊ­ΟΥ). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ
(Τε­λώ­νου και Φα­ρι­σαί­ου)
(28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2018)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΛΓ΄ Ε­πι­στο­λών)
  Τέ­κνον Τι­μό­θε­ε, πα­ρη­κο­λο­ύ­θη­κάς μου τ δι­δα­σκα­λί­ᾳ, τ ἀ­γω­γῇ, τ προ­θέ­σει, τ πί­στει, τ μα­κρο­θυ­μί­ᾳ, τ ἀ­γά­πῃ, τ ὑ­πο­μο­νῇ, τος δι­ωγ­μοῖς, τος πα­θή­μα­σιν, οἷά μοι ἐ­γέ­νον­το ἐν Ἀν­τι­ο­χε­ί­ᾳ, ν Ἰ­κο­νί­ῳ, ν Λστροις, οἵ­ους δι­ωγ­μοὺς ὑ­πή­νεγ­κα! κα κ πάν­των με ἐρ­ρύ­σα­το ὁ Κριος. καπάν­τες δ ο θέ­λον­τες εὐ­σε­βῶς ζν ν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ δι­ω­χθή­σον­ται· πο­νη­ροὶ δ ἄν­θρω­ποι κα γό­η­τες προ­κό­ψου­σιν ἐ­πὶ τ χεῖ­ρον, πλα­νῶν­τες κα πλα­νώ­με­νοι. σ δ μέ­νε ν ος ἔ­μα­θες κα ἐ­πι­στώ­θης, εἰ­δὼς πα­ρὰ τί­νος ἔ­μα­θες, κα ὅ­τι ἀ­πὸ βρέ­φους τ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα οἶ­δας, τ δυ­νά­με­νά σε σο­φί­σαι ες σω­τη­ρί­αν δι­ὰ πί­στε­ως τς ν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ.
                                   (Β΄ Τι­μοθ. γ΄ [3] 10 – 15)

ΔΥΟ ΟΔΗΓΟΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
1. ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΠΑΤΕΡΕΣ
Ἡ Ἐκκλησία μας τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου και Φαρισαίου ἀνοίγει τίς πύλες τοῦ ἱεροῦ Τριωδίου, μιᾶς περιόδου μετανοί­ας. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς προέρχεται ἀπό τήν τελευταία ἐ­πιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅπου ὁ θεῖος Ἀπόστολος δίνει τίς τελευταῖες του ὑποθῆκες στόν μαθητή του Τιμόθεο καί προτείνει σέ ὅλους μας δύο ὁδηγούς στό δρόμο μας πρός τόν οὐρανό. Ὁ πρῶτος μας ὁδηγός εἶναι τό παράδειγμα τῶν πνευματικῶν μας πατέρων. Λέει λοιπόν ὁ Ἀπόστολος στόν μαθητή του: Ἐσύ, Τιμόθεε, ἔχεις παρακολουθήσει τή διδασκαλία μου, τή συμπεριφορά μου, τίς προθέσεις μου καί τά ἐλατήριά μου, τήν πίστη, τήν ἀγάπη μου, τήν ὑπομονή μου, τούς φοβερούς διωγμούς μου, τά παθήματά μου.
Ἀλλά κι ὅλοι ὅσοι θέλουν νά ζοῦν συν­ειδητά τήν ἐν Χριστῷ ζωή, θά διωχθοῦν. Ἄνθρωποι πού εἶναι πονηροί κι ἀπατεῶ­νες θά προχωροῦν ἀπό τό κακό στό χειρότερο· θά πλανοῦν τούς ἄλλους καί θά πλανῶνται οἱ ἴδιοι. Ἐσύ ὅμως, Τιμόθεε, «μένε ἐν οἷς ἔμαθες και ἐπιστώθης, εἰδώς παρά τίνος ἔμαθες»· νά μένεις ἀκλόνητος σ᾿ ἐκεῖνα πού ἔμαθες καί βεβαιώθηκες ἀπό τήν πείρα σου. Μήν ξεχνᾶς ποτέ ἀπό ποιό διδάσκαλο τά ἔμαθες.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν ὑπογραμ­μίζει τή σημασία τοῦ δικοῦ του παραδεί­γματος στήν πνευματική πορεία καί τε­λείωση τοῦ μαθητῆ του Τιμοθέου. Διότι ὁ Τιμόθεος δέν ἄκουσε μόνο τις ὑπέροχες διδασκαλίες του, ἀλλά εἶδε καί τό ἅγιο πα­ράδειγμα του. Ἔζησε τόσα χρόνια κοντά του. Εἶδε τήν πίστη του καί τή ζωή του. Εἶδε ὅτι ὁ Παῦλος ζοῦσε καί ἐφάρμοζε τά ὅσα δίδασκε. Κι ἐπισφράγιζε μέ τό πα­ράδειγμα του ὅ,τι ἔχτιζε μέ τή διδασκαλία του. Γι᾿ αὐτό καί ὁ λόγος του και ἡ ζωή του εἶχαν πολύ μεγάλη δύναμη. Ὁ Τιμό­θεος λοιπόν εἶδε, ἔμαθε, ἔζησε, κατάλα­βε. Εἶδε βέβαια καί ἀντίθετα παραδείγμα­τα καί μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἔξω ἀπ᾿ αὐτήν. Εἶδε ψευδοδιδασκάλους, εἶδε ἀ­ποστάτες, εἶδε ἀνθρώπους δίψυχους καί ἀσταθεῖς, ἀλλά καί μέσα στόν κόσμο εἶδε ἀνθρώπους πονηρούς και γόητες καί α­πατεῶνες. Τί κυριάρχησε τελικά μέσα του; Τό καλό καί ἅγιο παράδειγμα τοῦ διδασκάλου του. Κι ἔμεινε σταθερός στά ὅσα ἔμαθε μέ προσωπική ἀντίληψη.
Πόση δύναμη λοιπόν ἔχει τό καλό πα­ράδειγμα! Σέ μιά ἐποχή πού σπανίζουν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀρετῆς, ἐνῶ ἄνθρωποι πονηροί καί γόητες κυριαρχοῦν, ἔχουμε χρέος ὅλοι μας νά μαθητεύουμε στό κα­λό παράδειγμα τῶν πνευματικῶν μας πατέρων καί ἀδελφῶν καί νά μήν παρα­συρόμαστε ἀπό τήν κακή διαγωγή τῶν πολλῶν. Σέ μιά ἐποχή πού ὁ κόσμος κατρακυλᾶ ἀπό τό κακό στό χειρότερο, νά μή βλέπουμε τί κάνουν οἱ τελευταῖοι ἀλλά οἱ πρῶτοι στόν ἀγώνα τῆς πίστε­ως καί τῆς ζωῆς. Νά βλέπουμε καί νά μι­μούμαστε τό παράδειγμα τῶν ἁγίων, τῶν πνευματικῶν μας πατέρων καί διδασκά­λων. Καί νά μένουμε ἀκλόνητοι στό δρό­μο τους, στό δρόμο τῆς πίστεως. Καί μέ τή σειρά μας νά δίνουμε κι ἐμεῖς τό καλό παράδειγμα στήν οἰκογένειά μας, στούς συνεργάτες μας, παντοῦ. Αὐτό ἔχει δύναμη ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀπό τά πολλά λόγια μας. Αὐτό θά βοηθήσει ὅλους μας.
2. ΤΑ ΙΕΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στή συνέχεια προτείνει ἕνα δεύτερο πνευματικό ἐφόδιο στόν μαθητή του: τήν Ἁγία Γραφή. Μήν ξε­χνᾶς, Τιμόθεε, τοῦ λέει, ὅτι ἀπό μικρό παι­δί γνωρίζεις τά ἱερά γράμματα, τά ὁποῖα μποροῦν νά σοῦ μεταδώσουν τήν ἀληθινή σοφία, πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία δια­μέσου τῆς πίστεως στόν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὁ Τιμόθεος πράγματι ἦταν εὐνοημέ­νος. Ἀπό τήν εὐσεβή του μητέρα καί τήν εὐλαβική γιαγιά του ἔμαθε τά πρῶτα ἱερά γράμματα. Τά διδάχθηκε ἀπό τή βρεφική του ἡλικία. Διότι τήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης οἱ ραββίνοι δίδασκαν ὅτι κάθε παιδί ἔπρεπε νά ἀρχίζει νά ἀπομνημο­νεύει χωρία τῶν Γραφῶν ἀπό τήν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν. Καί ὁ Τιμόθεος αὐτό ἔ­κανε, ἄκουγε, μάθαινε, ἀπομνημόνευε, καλλιεργοῦνταν. Κι ἔτσι μέ πυξίδα τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀνδρώθηκε πνευματικά, ἔμαθε τί νά πιστεύει, πῶς νά ζεῖ. Καί κα­τόπιν μέσα στή χάρη τῶν ἱερῶν Μυστηρί­ων ἔγινε μαθητής, ἀπόστολος, Ἅγιος.
Εἶναι μεγάλη ὑπόθεση λοιπόν νά γνω­ρίζει κανείς τά ἱερά γράμματα ἀπό τήν παιδική του ἡλικία. Ἡ παιδική ἡλικία εἶναι ἡλικία μαθήσεως· καί ὅ,τι μαθαίνει καν­είς σ᾿ αὐτήν ἐντυπώνεται βαθύτατα στή μνήμη του καί γίνεται ἐφόδιο ζωῆς. Στίς μέρες μας βέβαια τά μικρά παιδιά μαθαί­νουν χίλια δυό ἄλλα πράγματα, συνή­θως ἄχρηστα καί κάποτε βλαβερά, καί ἁμαυρώνουν τίς ἁγνές ψυχές τους. Πό­σο ὡραῖο θά ἦταν οἱ γονεῖς, ἀλλά κι ὁ παππούς καί ἡ γιαγιά, νά μαθαίνουν στά μικρά παιδιά τήν Ἁγία Γραφή. Νά τούς διδάσκουν τοῦ Θεοῦ τά ἱερά λόγια. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα δῶρα πού μπορούν νά τούς κάνουν. Ἀλλά καί ὅλοι μας θά πρέπει καθημερινά μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς μας νά μαθητεύουμε στά ἱερά γράμματα. Νά παίρνουμε δύναμη και ζωή, φῶς κι ἐλπίδα. Καί ἰδιαιτέρως τώρα πού εἰσήλθαμε στό ἱερό Τριώδιο, νά τό βάλουμε καθημερινό πρόγραμμά μας. Κάθε μέρα ἔστω καί λίγους στίχους ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Κάθε ἡμέρα. Ὥστε νά κυ­κλοφοροῦν μέσα μας τά θεῖα νοήματα, νά καθαρίζουν τήν ψυχή μας καί νά τήν με­ταμορφώνουν. Νά μᾶς μεταγγίζουν θεία σοφία καί δύναμη. Νά μᾶς ἁγιάζουν.   
(Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν Κύριος τήν παραβολήν ταύτην·  ν­θρω­ποι δ­ο ­ν­βη­σαν ες τ ­ε­ρν προ­σε­ξα­σθαι, ες Φα­ρι­σα­ος κα ­τε­ρος τε­λ­νης. Φα­ρι­σα­ος στα­θες πρς ­αυ­τν τα­τα προ­ση­­χε­το· Θε­ς, εὐχα­ρι­στ σοι ­τι οκ ε­μ ­σπερ ο λοι­πο τν ν­θρ­πων, ρ­πα­γες, ­δι­κοι, μοι­χο, κα ς ο­τος τε­λ­νης· νη­στε­­ω δς το σαβ­β­του, ­πο­δε­κα­τ πν­τα ­σα κτ­μαι. κα τε­λ­νης μα­κρ­θεν­στς οκ ­θε­λεν ο­δ τος ­φθαλ­μος ες τν ο­ρα­νν ­π­ραι, λ­λ' ἔ­τυ­πτεν ες τ στ­θος α­το λ­γων· Θε­ς, ­λ­σθη­τ μοι τ ­μαρ­τω­λ.  λ­γω ­μν, κα­τ­βη ο­τος δε­δι­και­ω­μ­νος ες τν ο­κον α­το γρ ­κε­νος· ­τι πς ὑ­ψῶν ἑ­αυ­τὸν τα­πει­νω­θή­σε­ται, δ τα­πει­νῶν ἑ­αυ­τὸν ὑ­ψω­θή­σε­ται.                                                                   
(Λου­κᾶ ι­η΄[18] 10 – 14)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Εἶ­πε ὁ Κύ­ρι­ος τὴν πιό κάτω πα­ρα­βο­λὴ·  Δύ­ο ἄν­θρω­ποι ἀ­νέ­βη­καν στὸ ἱ­ε­ρὸ γι­ὰ νὰ προ­σευχη­θοῦν ὁ ἕ­νας ἦ­ταν Φα­ρι­σαῖ­ος καὶ ὁ ἄλ­λος τε­λώ­νης. Ὁ Φα­ρι­σα­ῖ­ος στά­θη­κε ὄρ­θι­ος, γι­ὰ νὰ φαί­νε­ται κα­λά, καὶ προ­σευ­χό­ταν πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ τὰ ἑξῆς λό­γι­α: Σ' εὐ­χα­ρι­στῶ, Θε­έ μου, δι­ό­τι δὲν εἶ­μαι σὰν τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, πού εἶ­ναι ἅρ­πα­γες, ἄ­δι­κοι, μοι­χοί, ἢ καὶ σὰν αὐ­τὸν ἐκεῖ τὸν τε­λώ­νη. Ἐ­νῶ δη­λα­δὴ ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἔ­νο­χοι καὶ ἀ­ξι­ο­κα­τά­κρι­τοι, ἐγώ εἶ­μαι ὁ μό­νος ἀ­νέ­νο­χος. Σ' εὐ­χα­ρι­στῶ λοι­πόν, δι­ό­τι δὲν βλέ­πω στὸν ἑ­αυ­τό μου τὶς τό­σες κα­κί­ες πού ἔ­χουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­χω ὅ­μως καὶ ἀ­ρε­τές: Νη­στεύ­ω δύ­ο φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα, κά­θε Δευ­τέ­ρα καὶ Πέμ­πτη. Δί­νω τὸ ἕ­να δέ­κα­το ἀ­π' ὅ­λα ἐκεῖνα πού ἀ­πο­κτῶ, ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ τὰ πι­ὸ μι­κρὰ καὶ τι­πο­τέ­νι­α, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐ­πι­βάλ­λει ὁ νό­μος τὴ «δε­κά­τη». Ὁ τε­λώ­νης, ἀν­τί­θε­τα, στε­κό­ταν μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τὸ θυ­σι­α­στή­ρι­ο ὅ­που καί­γον­ταν οἱ θυ­σί­ες, καὶ δὲν εἶ­χε τὴν τόλ­μη ὄ­χι μό­νο τὰ χέ­ρι­α του ἀλλά οὔτε τὰ μά­τι­α του νὰ ση­κώ­σει ἐ­πά­νω πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό. Ἀλ­λά χτυ­ποῦ­σε συ­νε­χῶς τὸ στῆ­θος του, πού πε­ρι­έ­κλει­ε τὴν ἁ­μαρ­τω­λὴ καὶ ἀ­κά­θαρ­τη καρ­δι­ά του, καὶ ἔ­λε­γε: Κύ­ρι­ε καὶ Θε­έ, σπλα­χνί­σου με καὶ συγ­χώ­ρη­σέ με τὸν ἁ­μαρ­τω­λό. Σᾶς βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ πε­ρι­φρο­νη­μέ­νος τε­λώ­νης κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρὸ καὶ πῆ­γε στὸ σπί­τι του ἀ­θω­ω­μέ­νος καὶ δι­και­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ ὄ­χι ὁ Φα­ρι­σαῖ­ος ἐ­κεῖ­νος. Δι­και­ώ­θη­κε λοι­πὸν ὁ τε­λώ­νης καὶ κα­τα­κρί­θη­κε ὁ Φαρισαῖος, δι­ό­τι ὅ­ποι­ος ὑ­ψώ­νει τὸν ἑ­αυ­τό του θὰ τα­πει­νω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ θὰ κα­τα­κρι­θεῖ. Ἀν­τί­θε­τα ὅ­ποι­ος τα­πει­νώ­νει τὸν ἑ­αυ­τό του θὰ ὑψωθεῖ καὶ θὰ τι­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου