Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ (Ἀσώτου). ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ
(Ἀσώτου)
 (4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2018)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Τοῦ Ἀσώτου)
Ἀδελφοί, πάντα μοι ἔ­ξε­στιν, ἀλ­λ' ο πάν­τα συμ­φέ­ρει· πάν­τα μοι ἔ­ξε­στιν, ἀλ­λ' οκ ἐ­γὼ ἐ­ξου­σι­α­σθή­σο­μαι ὑ­πό τι­νος. τ βρώ­μα­τα τ κοι­λί­ᾳ, κα κοι­λί­α τος βρώ­μα­σιν· δ Θε­ὸς κα τα­ύ­την κα ταῦ­τα κα­ταρ­γή­σει. τ δ σῶ­μα ο τ πορ­νε­ί­ᾳ, ἀλ­λὰ τ Κυ­ρί­ῳ, κα Κριος τ σώ­μα­τι· δ Θε­ὸς κα τν Κριον ἤ­γει­ρε κα ἡ­μᾶς ἐ­ξε­γε­ρεῖ δι­ὰ τς δυ­νά­με­ως αὐ­τοῦ. οκ οἴ­δα­τε ὅ­τι τ σώ­μα­τα ὑ­μῶν μέ­λη Χρι­στοῦ ἐ­στιν; ἄ­ρας ον τ μέ­λη το Χρι­στοῦ ποι­ή­σω πόρ­νης μέ­λη; μ γέ­νοι­το. οκ οἴ­δα­τε ὅ­τι ὁ κολ­λώ­με­νος τ πόρ­νῃ ν σῶ­μά ἐ­στιν; ἔ­σον­ται γρ, φη­σίν, ο δύ­ο ες σάρ­κα μί­αν· δ κολ­λώ­με­νος τ Κυ­ρί­ῳ ν πνεῦ­μά ἐ­στι. φε­ύ­γε­τε τν πορ­νε­ί­αν. πν ἁ­μάρ­τη­μα ὃ ἐ­ὰν ποι­ή­σῃ ἄν­θρω­πος ἐ­κτὸς το σώ­μα­τός ἐ­στιν, δ πορ­νε­ύ­ων ες τ ἴ­δι­ον σῶ­μα ἁ­μαρ­τά­νει. οκ οἴ­δα­τε ὅ­τι τ σῶ­μα ὑ­μῶν να­ὸς το ν ὑ­μῖν ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τός ἐ­στιν, ο ἔ­χε­τε ἀ­πὸ Θε­οῦ, κα οκ ἐ­στὲ ἑ­αυ­τῶν; ἠ­γο­ρά­σθη­τε γρ τι­μῆς· δο­ξά­σα­τε δ τν Θε­ὸν ν τ σώ­μα­τι ὑ­μῶν κα ν τ πνε­ύ­μα­τι ὑ­μῶν ἅ­τι­νά ἐ­στι το Θε­οῦ.        
 (Α΄ Κορινθ. στ΄[6] 12 – 20)

ΣΩΜΑ ΑΓΙΟ ΚΑΙ ΙΕΡΟ
1. ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΙΣ ΗΔΟΝΕΣ;
Στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπαντᾶ σ᾿ ἕνα σαθρό ἐπιχείρημα πού κάποιοι ἀνώριμοι πιστοί ἔλεγαν: «Πάντα μοι ἔξεστι». Τώρα πού ἐλευθερωθήκαμε ἀπό τή δουλεία τοῦ νό­μου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μποροῦμε νά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε, ἔλεγαν. Καί τούς ἀπαντᾶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος: «ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει». Ὅλα ἔχω ἐξουσία νά τά κάνω, δέν μέ συμφέρουν ὅμως ὅλα. Δέν πρέπει νά γίνω δοῦλος σέ τίποτε. Κι ἀναφέρει δύο παραδείγματα δουλείας, τήν ὑποδούλω­ση στά φαγητά καί τήν ὑποδούλωση στίς σαρκικές ἡδονές. Λέει λοιπόν ὅτι τά φαγητά ἔχουν γίνει γιά τή συντήρησή μας κι ὄχι γιά μιά ἄσωτη τρυφηλή ζωή. Ἄλλωστε ὁ Θεός στήν ἄλλη ζωή θά καταργήσει τά φαγητά. Μπορεῖ λοιπόν ὁ πιστός νά τρώει ὅ,τι ἐ­πιθυμεί, ἀρκεῖ μόνο νά μή γίνεται κοιλιόδουλος καί ἀκρατής.
Στή συνέχεια ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρεται στήν ὑποδούλωση στίς σαρκικές ἡδονές. Καί λέει ὅτι τό ἀνθρώπινο σῶμα δέν δημι­ουργήθηκε γιά νά ἁμαρτάνει μέ τήν πορ­νεία, ἀλλά γιά ν᾿ ἀνήκει στόν Κύριο. Τό θεόπλαστο σῶμα μας είναι ἱερό καί αἰώνιο. Βέβαια θά διαλυθεῖ κάποτε μέ τό θάνατο, ἀλλά ὁ Θεός θά τό ἀναστήσει κάποτε μέ τή δύναμη του. Καί τό σῶμα μας αὐτό ἀνήκει στόν Χριστό· τά μέλη μας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ· και πῶς μποροῦν νά γίνονται ὄρ­γανα τῆς σαρκικῆς ἀκολασίας; Διότι ὅποιος ὑποδουλώνεται στίς σαρκικές ἡδονές, γίνε­ται ἕνα σῶμα μέ ὅσους ἁμαρτάνει. Ἐκεῖνος ὅμως πού προσκολλᾶται στόν Κύριο, πλημμυρίζει ὁλόκληρος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου. Γι᾿ αὐτό καταλήγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Φεύγετε μακριά ἀπό τήν πορνεία. Κάθε ἁμάρτημα πού κάνει ὁ ἄνθρωπος δέν βλάπτει τόσο ἄμεσα τό σῶμα. Ἐκεῖνος ὅμως πού πορνεύει, ἁμαρτάνει στό ἴδιο του τό σῶμα.
Μέ τά δύο αὐτά παραδείγματα πού ἀνα­φέρει ὁ Ἀπόστολος θέλει νά τονίσει τήν ἀξία καί τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Καί ὑπογραμμίζει ὅτι τό σῶμα μας δέν πρέπει νά γίνεται ὑποχείριο τῶν ἡδονῶν καί νά ἐξευτελίζεται μέ τήν κοιλιοδουλία καί τή σαρκική ἀκολασία. Δέν ἔχουμε δικαίωμα λοιπόν νά καταστρέφου­με καί νά ἀτιμάζουμε τό σῶμα μας μέ τις καταχρήσεις, τά ἄμετρα φαγοπότια καί τίς οἰνοποσίες, τίς καταχρήσεις καί κάθε πα­ράνομη σαρκική σχέση.
Δέν ἔχουμε δικαίωμα. Δέν μᾶς ἀνήκει τό σῶμα μας. Δέν εἶναι δικό μας. Εἶναι τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἱερό καί ἀνήκει στόν Κύριο. Διότι Αὐτός τό δημιούργησε. Αὐτός τό συν­τηρεῖ. Αὐτός τό κατέστησε κατοικητήριο τῆς ψυχῆς μας. Τό σῶμα μας λοιπόν δέν μᾶς ἀνήκει. Εἶναι ἔργο καί δῶρο τοῦ Δημιουρ­γοῦ μας. Καί ὡς δημιούργημά του πρέπει νά διηγεῖται τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί ὄχι νά ἀτιμάζεται μέ τίς σαρκικές ἀπολαύσεις.
2. ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Στή συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος το­νίζει ὅτι τό σῶμα μας ὄχι μόνο δέν μᾶς ἀνήκει, ὄχι μόνον εἶναι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ὅτι εἶναι ἀσυγκρίτως ἱερότερο ἀπ᾿ ὅσο τό φανταζόμαστε. Εἶναι ἱερό ὄχι μόνο διότι εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί διότι εἶναι κατοικητήριο καί ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Ἅγιον Πνεῦμα κατοικεῖ μέσα μας γιά νά κατευθύνει καί νά ἁγιάζει τή ζωή μας, νά μᾶς πλουτίζει μέ τά ἄπειρα δῶρα καί χαρίσματά του. Κι ἔπειτα, γι᾿ αὐτό τό σῶμα μας, γιά νά μήν ὁδηγηθεῖ στήν αἰώνια κόλαση μαζί μέ τήν ψυχή μας, ὁ Χριστός ἔχυσε τό αἷμα του. Καί μᾶς ἐξαγόρασε μέ τό πιό βαρύ τίμημα, μέ τό ἀτίμητο αἷμα του. Ἀντί λοιπόν νά μολύνουμε τό σῶμα μας μέ κάθε αἰσχρή πράξη και νά ἀμαυρώνουμε τήν ψυχή μας μέ κάθε πονηρή σκέψη καί ἐπιθυμία, ἔχουμε χρέος νά δοξάζουμε τόν Θεό καί μέ τό σώμα μας καί μέ τήν ψυχή μας, τά ὁποία ἀνήκουν στόν Θεό.
Τό σῶμα μας λοιπόν ἔχει ἀνυπολόγιστη ἀξία, ἀφοῦ γίνεται ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύμα­τος, κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ εἴσο­δος τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στό σῶμα μας συντελέσθηκε ἀρχικά μέ τό ἱερό Βάπτι­σμα, ὅπου ἐνδυθήκαμε τόν ἴδιο τόν Χριστό. Κατόπιν μέ τό Ἅγιο Χρίσμα δεχθήκαμε μέ­σα μας τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ὅλες τίς δωρε­ές του. Καί μέ τή θεία Εὐχαριστία παίρνου­με μέσα μας τό ἄχραντον σῶμα καί τό τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ, γινόμαστε σύσσωμοι Χριστοῦ καί θεοφόροι. Μέσα στή χάρη τῶν ἱερῶν Μυστηρίων τό σῶμα μας γίνεται Ἁ­γία Τράπεζα, πού φιλοξενεῖ τόν ἴδιο τό Θεό. Ὅπου κι ἄν πᾶμε, γύρω μας, χωρίς νά τό συνειδητοποιοῦμε, λιτανεύουμε μέσα στό σῶμα μας σέ μία ἀδιόρατη και μυστική ἱε­ρουργία τόν ἴδιο τόν Θεό! Καί ἁγιάζεται ἔτσι ὅλος ὁ κόσμος γύρω μας!
Μέ φόβο καί τρόμο λοιπόν νά στεκόμα­στε μπροστά στήν ἱερότητα τοῦ σώματος μας. Κι ἄν πολλοί γύρω μας τό ἀτιμάζουν καί τό ἐξευτελίζουν καί τό βλέπουν ἀπο­κλειστικά καί μόνο ὡς ἀντικείμενο ἀπολαύ­σεων καί ἡδονῶν, ἐμεῖς ξέρουμε τό μέγα μυστήριο πού κρύβει τό σῶμα μας. Ξέ­ρουμε ὅτι εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔχουμε χρέος λοιπόν νά διατηροῦμε τό σῶμα μας ἁγνό και ἄμωμο, ἐφόσον μέσα σ᾿ αὐτό κατοικεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Αὐτό τό θεόπλαστο καί θεοφόρο σῶμα μας πρέ­πει νά τό ἀντιπροσφέρουμε στόν Θεό γιά νά τό καθιστᾶ Ἐκεῖνος δοχεῖο τῆς Χάριτος του. Γιά νά τό ἁγιάζει καί νά τό ἀναστήσει στήν ἄλλη ζωή ἔνδοξο καί ἄφθαρτο, πού θά ἀντανακλᾶ τή δόξα του.
 (Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)
          

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος τήν πα­ρα­βο­λήν ταύ­την. Ἄν­θρω­πός τις εἶ­χε δύ­ο υἱ­ο­ύς. κα εἶ­πεν νε­ώ­τε­ρος αὐ­τῶν τ πα­τρί· πά­τερ, δς μοι τ ἐ­πι­βάλ­λον μέ­ρος τς οὐ­σί­ας. κα δι­εῖ­λεν αὐ­τοῖς τν βί­ον. κα με­τ' ο πολ­λὰς ἡ­μέ­ρας συ­να­γα­γὼν ἅ­παν­τα ὁ νε­ώ­τε­ρος υἱ­ὸς ἀ­πε­δή­μη­σεν ες χώ­ραν μα­κράν, κα ἐ­κεῖ δι­ε­σκόρ­πι­σεν τν οὐ­σί­αν αὐ­τοῦ ζν ἀ­σώ­τως. δα­πα­νή­σαν­τος δ αὐ­τοῦ πάν­τα ἐ­γέ­νε­το λι­μὸς ἰ­σχυ­ρός κα­τὰ τν χώ­ραν ἐ­κε­ί­νην, κα αὐ­τὸς ἤρ­ξα­το ὑ­στε­ρεῖ­σθαι. κα πο­ρευ­θεὶς ἐ­κολ­λή­θη ἑ­νὶ τν πο­λι­τῶν τς χώ­ρας ἐ­κε­ί­νης, κα ἔ­πεμ­ψεν αὐ­τὸν ες τος ἀ­γροὺς αὐ­τοῦ βό­σκειν χο­ί­ρους· κα ἐ­πε­θύ­μει γε­μί­σαι τν κοι­λί­αν αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τν κε­ρα­τί­ων ν ἤ­σθι­ον ο χοῖ­ροι, κα οὐ­δεὶς ἐ­δί­δου αὐ­τῷ. ες ἑ­αυ­τὸν δ ἐλ­θὼν εἶ­πε· πό­σοι μί­σθι­οι το πα­τρός μου πε­ρισ­σε­ύ­ου­σιν ἄρ­των, ἐ­γὼ δ λι­μῷ  ἀ­πόλ­λυ­μαι! ἀ­να­στὰς πο­ρε­ύ­σο­μαι πρς τν πα­τέ­ρα μου κα ἐ­ρῶ αὐ­τῷ· πά­τερ, ἥ­μαρ­τον ες τν οὐ­ρα­νὸν κα ἐ­νώ­πι­όν σου·  οὐ­κέ­τι εἰ­μὶ ἄ­ξι­ος κλη­θῆ­ναι υἱ­ός σου· πο­ί­η­σόν με ς ἕ­να τν μι­σθί­ων σου.  κα ἀ­να­στὰς ἦλ­θε πρς τν πα­τέ­ρα ἑ­αυ­τοῦ. ἔ­τι δ αὐ­τοῦ μα­κρὰν ἀ­πέ­χον­τος εἶ­δεν αὐ­τὸν πα­τὴρ αὐ­τοῦ κα ἐ­σπλαγ­χνί­σθη, κα δρα­μὼν ἐ­πέ­πε­σεν ἐ­πὶ τν τρά­χη­λον αὐ­τοῦ κα κα­τε­φί­λη­σεν αὐ­τόν. εἶ­πε δ αὐ­τῷ υἱ­ὸς· πά­τερ, ἥ­μαρ­τον ες τν οὐ­ρα­νὸν κα ἐ­νώ­πι­όν σου, κα οὐ­κέ­τι εἰ­μὶ ἄ­ξι­ος κλη­θῆ­ναι υἱ­ός σου. εἶ­πε δ πα­τὴρ πρς τος δο­ύ­λους αὐ­τοῦ· ἐ­ξε­νέγ­κα­τε τν στολὴν τν πρώ­την κα ἐν­δύ­σα­τε αὐ­τόν, κα δό­τε δα­κτύ­λι­ον ες τν χεῖ­ρα αὐ­τοῦ κα ὑ­πο­δή­μα­τα ες τος πό­δας, κα ἐνέγκαν­τες τν μό­σχον τν σι­τευ­τόν θύ­σα­τε, κα φα­γόν­τες εὐ­φραν­θῶ­μεν,   ὅ­τι οὗ­τος υἱ­ός μου νε­κρὸς ν κα ἀ­νέ­ζη­σεν, κα ἀ­πο­λω­λὼς ἦν κα εὑ­ρέ­θη. κα ἤρ­ξαν­το εὐ­φρα­ί­νε­σθαι. ν δ υἱ­ὸς αὐ­τοῦ πρε­σβύ­τε­ρος ν ἀ­γρῷ· κα ς ἐρ­χό­με­νος ἤγ­γι­σε τ οἰ­κί­ᾳ, ἤ­κου­σε συμ­φω­νί­ας κα χο­ρῶν,  κα προ­σκα­λε­σά­με­νος ἕ­να τν πα­ί­δων ἐ­πυν­θά­νε­το τ εἴ­η ταῦ­τα. δ εἶ­πεν αὐ­τῷ ὅ­τι ὁ ἀ­δελ­φός σου ἥ­κει, κα ἔ­θυ­σεν ὁ πα­τήρ σου τν μό­σχον τν σι­τευ­τόν, ὅ­τι ὑ­γι­α­ί­νον­τα αὐ­τὸν ἀ­πέ­λα­βεν. ὠρ­γί­σθη δ κα οκ ἤ­θε­λεν εἰ­σελθεῖν. ον πα­τὴρ αὐ­τοῦ ἐξελθὼν πα­ρε­κά­λει αὐ­τόν. δ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πε τ πα­τρὶ· ἰ­δοὺ το­σαῦ­τα ἔ­τη δου­λε­ύ­ω σοι κα οὐ­δέ­πο­τε ἐν­το­λήν σου πα­ρῆλ­θον, κα ἐ­μοὶ οὐ­δέ­πο­τε ἔ­δω­κας ἔ­ρι­φον ἵ­να με­τὰ τν φί­λων μου εὐ­φραν­θῶ· ὅ­τε δ υἱ­ός σου οὗ­τος, κα­τα­φα­γών σου τν βί­ον με­τὰ πορ­νῶν, ἦλ­θεν, ἔ­θυ­σας αὐ­τῷ τν μό­σχον τν σι­τευ­τὸν.  δ εἶ­πεν αὐ­τῷ· τέ­κνον, σ πάν­το­τε με­τ' ἐ­μοῦ ε, κα πάν­τα τ ἐ­μὰ σ ἐ­στιν· εὐ­φραν­θῆ­ναι δ κα χα­ρῆ­ναι ἔ­δει, ὅ­τι ὁ ἀ­δελ­φός σου οὗ­τος νε­κρὸς ν κα ἀ­νέ­ζη­σε, κα ἀ­πο­λω­λὼς ἦν κα εὑ­ρέ­θη.               
               (Λου­κᾶ ι­ε΄ [15] 11 – 32 )

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Εἶ­πε ὁ Κύ­ριος αὐ­τή τήν πα­ρα­βο­λή: Ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ὁ Θε­ὸς δη­λα­δή, εἶ­χε δύ­ο γι­ούς. Ὁ μι­κρό­τε­ρος γι­ὸς εἰ­κο­νί­ζει τὸν ἀ­πο­στά­τη ἁ­μαρ­τω­λό, πού φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν ὑ­πα­κο­ὴ καὶ τὴν προ­στα­σί­α τοῦ ἐ­που­ρα­νί­ου Πα­τρός. Εἶ­πε λοι­πὸν ὁ μι­κρό­τε­ρος γιός στόν πα­τέ­ρα του: Πα­τέ­ρα, δώ­σ' μου τὸ με­ρί­διο τῆς πε­ρι­ου­σί­ας πού μοῦ ἀ­νή­κει. Καὶ ὁ πα­τέ­ρας μοί­ρα­σε καί στούς δυ­ό γι­οὺς τὴν πε­ρι­ου­σί­α. Ὁ Θε­ὸς δη­λα­δὴ καί στόν ἁ­μαρ­τω­λό πού θέ­λει νὰ ζεῖ μα­κριὰ ἀ­π' αὐ­τὸν δί­νει τὰ μέ­σα τῆς συν­τη­ρή­σε­ώς του καὶ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τά πνευ­μα­τι­κά καί ὑ­λι­κὰ χα­ρί­σμα­τα πού θὰ τὸν ἔ­κα­ναν πνευ­μα­τι­κά εὐ­τυ­χι­σμέ­νο, ἐ­ὰν αὐ­τὸς δὲν τὰ κα­τα­σπα­τα­λοῦ­σε. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γες μέ­ρες ὁ νε­ό­τε­ρος γι­ὸς μά­ζε­ψε ὅ­λα ὅ­σα τοῦ ἔ­δω­σε ὁ πα­τέ­ρας του καὶ τα­ξί­δε­ψε σὲ χώ­ρα μα­κρι­νή. Ἐ­κεῖ δι­α­σκόρ­πι­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α του κά­νον­τας μι­ὰ ζω­ὴ ἄ­σω­τη καὶ ἀ­κό­λα­στη. Ἔ­τσι καὶ κά­θε ἁ­μαρ­τω­λὸς ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του χω­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ ὁ­δη­γεῖ­ται πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­π' αὐ­τόν. Καὶ μὲ τὴν κα­τά­χρη­ση τῶν χα­ρι­σμά­των πού τοῦ ἔ­δω­σε ὁ ἐ­που­ρά­νιος Πα­τὴρ ἐ­ξα­χρει­ώ­νε­ται καὶ δι­α­φθεί­ρε­ται. Ὅ­ταν ὁ νε­ό­τε­ρος γι­ὸς ξό­δε­ψε ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε, ἔ­πε­σε με­γά­λη πεί­να στὴ χώ­ρα ἐ­κεί­νη, κι αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε νὰ στε­ρεῖ­ται. Κά­θε ἁ­μαρ­τω­λὸς δη­λα­δὴ δὲν ἔ­χει ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στες ἀ­πο­λαύ­σεις. Ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ αἰ­σθαν­θεῖ τὴν ἀ­θλι­ό­τη­τα καὶ τὸ κε­νὸ πού δη­μι­ουρ­γεῖ στὴν καρ­διά του ἡ ἄ­σω­τη ζω­ὴ καὶ ἡ στέ­ρη­ση τῆς θεί­ας πα­ρη­γο­ριᾶς. Καὶ ὁ ἄ­σω­τος γι­ὸς ἐ­ξαι­τί­ας τῶν στε­ρή­σε­ων καὶ τῆς πεί­νας του πῆ­γε σ' ἕ­ναν ἀ­πό τούς πο­λί­τες ἐ­κεί­νης τῆς χώ­ρας, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν προ­σέ­λα­βε ὡς δοῦ­λο. Καὶ τὸν ἔ­στει­λε στὰ χω­ρά­φια του νὰ βό­σκει χοί­ρους, ζῶ­α δη­λα­δὴ ἀ­κά­θαρ­τα, πού προ­κα­λοῦ­σαν τὴν ἀ­η­δί­α καὶ τὴν ἀ­πο­στρο­φὴ σ' ἕ­ναν Ἰ­ου­δαῖ­ο, ὅ­πως ἦ­ταν ὁ νε­ό­τε­ρος γι­ός. Σὲ τί ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸ κα­ταν­τᾶ καὶ πό­σο χά­νει τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά του ὁ τα­λαί­πω­ρος ἁ­μαρ­τω­λός! Καὶ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ὁ νε­ό­τε­ρος γι­ὸς νὰ γε­μί­σει τὴν κοι­λιά του μὲ τὰ ξυ­λο­κέ­ρα­τα πού ἔ­τρω­γαν οἱ χοῖ­ροι. Μὰ κα­νεὶς δὲν τοῦ ἔ­δι­νε, δι­ό­τι οἱ ὑ­πη­ρέ­τες πού ἔ­κα­ναν τὴ δι­α­νο­μὴ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν μὲ προ­σο­χὴ νὰ μὴν μεί­νουν χω­ρὶς τρο­φὴ οἱ χοῖ­ροι. Σὲ κά­ποι­α ὅ­μως στιγ­μὴ αὐ­τὸς ἦλ­θε στὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­πὸ τὴ μέ­θη καὶ τὴν τρέ­λα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ εἶ­πε: Πό­σοι μι­σθω­τοὶ ἐρ­γά­τες τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔ­χουν ἄ­φθο­νο καὶ πε­ρίσ­σιο ψω­μί, ἐ­νῶ ἐ­γώ κιν­δυ­νεύ­ω νὰ πε­θά­νω ἀ­πὸ τὴν πεί­να! Τὸ πρῶ­το βῆ­μα δη­λα­δὴ τῆς με­τα­νοί­ας τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ εἶ­ναι ἡ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἀ­θλι­ό­τη­τάς του. Με­τὰ τὴ συ­ναί­σθη­ση αὐ­τὴ ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ σω­τη­ρι­ώ­δης ἀ­πό­φα­ση. Θὰ ση­κω­θῶ, λέ­ει ὁ ἄ­σω­τος, καὶ θὰ πά­ω στὸν πα­τέ­ρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ: Πα­τέ­ρα, ἁ­μάρ­τη­σα στὸν οὐ­ρα­νό. (Δι­ό­τι ἐ­κεῖ οἱ ἄγ­γε­λοι ἐ­κτε­λοῦν μὲ εὐλάβεια τὸ θεῖ­ο θέ­λη­μα, καὶ ὅ­πως ὑ­πα­κοῦν αὐ­τοί, ἔ­τσι ἀ­ξι­ώ­νουν καὶ ὅ­λα τὰ κτί­σμα­τα νὰ ὑ­πα­κοῦν σ' αὐ­τό, καὶ λυ­ποῦν­ται γι­ὰ τὴν ἀ­πο­στα­σί­α κά­θε ἄν­θρω­που). Ἁ­μάρ­τη­σα καὶ σὲ σέ­να, δι­ό­τι πε­ρι­φρό­νη­σα τὴ στορ­γή σου καὶ δὲν λο­γά­ρια­σα τὴ λύ­πη πού δο­κί­μα­ζες ὅ­ταν ἔ­φευ­γα μα­κριά σου. Δὲν εἶ­μαι πλέ­ον ἄ­ξιος νὰ ὀ­νο­μά­ζο­μαι γι­ός σου. Δὲν ζη­τῶ νὰ προσ­λη­φθῶ οὔ­τε ὡς μό­νι­μος δοῦ­λος σου πα­ρα­μέ­νον­τας δια­ρκῶς στὸ σπί­τι σου. Κά­νε με σάν ἕ­ναν ἀ­πό τους μι­σθω­τοὺς ἐρ­γά­τες σου.
Καὶ ἡ σω­τη­ρι­ώ­δης ἀ­πό­φα­ση ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­νερ­γο­ποιεῖ­ται. Ὁ ἄ­σω­τος ση­κώ­θη­κε καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ πά­ει στόν πα­τέ­ρα του. Κι ἐ­νῶ βρι­σκό­ταν ἀ­κό­μη μα­κριά, τὸν εἶ­δε ὁ πα­τέ­ρας του καὶ τὸν σπλα­χνί­σθη­κε. Ἔ­τρε­ξε τό­τε γι­ὰ νά τόν προ­ϋ­παν­τή­σει, ἔ­πε­σε στὸν τρά­χη­λό του, τὸν ἀγ­κά­λια­σε σφι­χτὰ καὶ τὸν κα­τα­φι­λοῦ­σε μὲ στορ­γή. Ὁ Θε­ός δη­λα­δή ὄ­χι μό­νο δέ­χε­ται τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ πού με­τα­νο­εῖ καὶ ἐ­πι­στρέ­φει κον­τά του, ἀλ­λά καὶ προ­τοῦ ἀ­κό­μη πλη­σιά­σει ὁ ἁ­μαρ­τω­λός, σπεύ­δει νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σει, καί τὸν ἀγ­κα­λιά­ζει μὲ στορ­γή. Ἐ­νῶ λοι­πὸν ὁ Πα­τέ­ρας ἔ­δει­ξε τέ­τοι­α στορ­γὴ κι ἐ­νῶ ἀ­κο­λού­θη­σε μι­ὰ τό­σο θερ­μὴ συν­δι­αλ­λα­γή, ὁ γι­ὸς συν­τε­τριμ­μέ­νος ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή του λέ­γον­τας: Πα­τέ­ρα, ἁ­μάρ­τη­σα στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ σὲ σέ­να καὶ δέν εἶ­μαι πλέ­ον ἄ­ξιος νὰ ὀ­νο­μά­ζο­μαι γι­ός σου. Ὁ πα­τέ­ρας τό­τε τὸν δι­έ­κο­ψε καὶ εἶ­πε στούς δού­λους του: Βγάλ­τε ἔ­ξω τὴν πι­ὸ κα­λὴ φο­ρε­σιὰ ἀ­π' ὅ­σες ἔ­χου­με, σὰν αὐ­τὴ πού φο­ροῦ­σε πρὶν φύ­γει ἀ­π’ τό σπί­τι μου. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τός, στὴν κα­τά­στα­ση πού εἶ­ναι, θά ντρέ­πε­ται νὰ τὴν φο­ρέ­σει, ντύ­στε τὸν ἐ­σεῖς, γιά νά μήν εἶ­ναι πλέ­ον γυ­μνὸς καὶ κου­ρε­λιά­ρης. Καὶ δῶ­στε του δα­χτυ­λί­δι νὰ τὸ φο­ρά­ει στὸ χέ­ρι του, ὅ­πως φο­ροῦν οἱ κύ­ριοι καὶ οἱ ἐ­λεύ­θε­ροι. Δῶ­στε του καὶ ὑ­πο­δὴ­μα­τα στά πό­δια του, γιὰ νὰ μὴν περ­πα­τᾶ ξυ­πό­λυ­τος ὅ­πως οἱ σκλά­βοι. Τὸν ἀ­πο­κα­θι­στῶ δη­λα­δὴ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά στὴ θέ­ση καὶ στὰ δι­και­ώ­μα­τα πού εἶ­χε πρὶν ἀ­σω­τεύ­σει. Καὶ φέρ­τε καὶ σφάξ­τε ἐ­κεῖ­νο ἀ­πὸ τὰ μο­σχά­ρια πού τὸ τρέ­φου­με ξε­χω­ρι­στὰ γι­ὰ κά­ποι­α χαρ­μό­συ­νη καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή πε­ρί­στα­ση. Ἂς φᾶ­με λοι­πόν, ἂς χα­ροῦ­με καὶ ἄς δι­α­σκε­δά­σου­με μὲ τρα­γού­δια καὶ μὲ χο­ρούς, δι­ό­τι ὁ γι­ός μου αὐ­τὸς μέ­χρι πρὶν ἀ­πὸ λί­γο ἦ­ταν νε­κρός, καί ἀ­να­στή­θη­κε· ἦ­ταν χα­μέ­νος, καὶ βρέ­θη­κε. Καί ἄρ­χι­σαν νὰ εὐ­φραί­νον­ται.
Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ὅ­μως γι­ός, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­μοια­ζαν οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι, ἦ­ταν στὸ χω­ρά­φι. Καὶ κα­θὼς ἐρ­χό­ταν καί πλη­σί­α­ζε στὸ σπί­τι, ἄ­κου­σε ὄρ­γα­να καὶ τρα­γού­δια καί χο­ρούς. Κά­λε­σε λοι­πὸν ἕ­ναν ἀ­πό τους ὑ­πη­ρέ­τες πού στε­κό­ταν ἀ­π’ ἔ­ξω, καὶ ρω­τοῦ­σε νὰ μά­θει τί συμ­βαί­νει, τί τά­χα νὰ σή­μαι­ναν ὅ­λα αὐ­τά. Κι αὐ­τὸς τοῦ εἶ­πε: Γύ­ρι­σε ὁ ἀ­δελ­φός σου, καὶ ὁ πα­τέ­ρας σου ἔ­σφα­ξε τὸ κα­λο­θρεμ­μέ­νο μο­σχά­ρι, δι­ό­τι τοῦ γύ­ρι­σε πά­λι πί­σω γε­ρὸς καὶ ὑ­γι­ής. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ὅ­μως γι­ὸς θύ­μω­σε καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μπεῖ στὸ σπί­τι. (Ἔ­τσι συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν καὶ οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι, πού σκαν­δα­λί­ζον­ταν ὅ­ταν ἔ­βλε­παν τὸν Κύ­ριο νὰ συ­να­να­στρέ­φε­ται καὶ νὰ δι­δά­σκει τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς). Ὁ πα­τέ­ρας του λοι­πὸν βγῆ­κε ἔ­ξω καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε μὲ τὴν ἴ­δια στορ­γὴ πού δέ­χθη­κε τὸ νε­ό­τε­ρο γι­ό του. Ἀλ­λά ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γι­ὸς ἀ­πο­κρί­θη­κε στὸν πα­τέ­ρα του: Τό­σα χρό­νια εἶ­μαι στὴ δού­λε­ψή σου καὶ πο­τὲ δὲν πα­ρά­κου­σα κά­ποι­α προ­στα­γή σου· καὶ πα­ρό­λα αὐ­τὰ δὲν μοῦ ἔ­δω­σες πο­τὲ οὔ­τε ἕ­να κα­τσι­κά­κι γι­ὰ νὰ δι­α­σκε­δά­σω μὲ τοὺς φί­λους μου. (Πό­σο πλα­νᾶ­ται ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γιός! Ἐ­άν ὑ­πῆρ­ξε τό­σο πει­θαρ­χι­κὸς στὸν πα­τέ­ρα του, πῶς τώ­ρα τὸν πα­ρα­κού­ει μὲ τέ­τοι­ο πεῖ­σμα; Καὶ πό­τε ζή­τη­σε κα­τσι­κά­κι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του, κι ἐ­κεῖ­νος δὲν τοῦ ἔ­δω­σε;­). Ὅ­ταν ὅ­μως ἦλ­θε ὁ προ­κομ­μέ­νος αὐ­τὸς γι­ός σου, πού κα­τα­σπα­τά­λη­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α σου μὲ πόρ­νες, ἔ­σφα­ξες γι' αὐ­τὸν τὸ κα­λύ­τε­ρο μο­σχά­ρι πού τὸ εἴ­χα­με θρε­φτά­ρι. (Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γι­ὸς με­τα­χει­ρί­στη­κε τὴν ἀ­λα­ζο­νι­κὴ γλώσ­σα τῶν Φα­ρι­σαί­ων, πού πε­ρι­φρο­νοῦ­σαν τοὺς ἁ­μαρ­τω­λοὺς καὶ νό­μι­ζαν ὅ­τι μό­νο αὐ­τοὶ ἦ­ταν δί­και­οι καὶ γι' αὐ­τὸ εἶ­χαν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα στὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ). Ὁ πα­τέ­ρας τό­τε τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Παι­δί μου, ἐ­σύ εἶ­σαι πάν­το­τε μα­ζί μου. Κι ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω, δι­κά σου εἶ­ναι. Ἔ­πρε­πε λοι­πὸν κι ἐ­σύ νὰ εὐ­φραν­θεῖς καὶ νὰ χα­ρεῖς, δι­ό­τι ὁ ἀ­δελ­φός σου αὐ­τός, γι­ὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο μὲ τό­ση πε­ρι­φρό­νη­ση μι­λᾶς, ἦ­ταν νε­κρός, καὶ ἀ­να­στή­θη­κε. Ἦ­ταν χα­μέ­νος, καὶ βρέ­θη­κε.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου