Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Α΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


­ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Α΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
(25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2018)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  
Ἀδελφοί, πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν· μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. Καὶ τί ἔτι λέγω; Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾽Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν Προφητῶν· οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.
                            (Ἑβρ. ια΄[11] 24-26, 32-40)

ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΟΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ
1. ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ
Σήμερα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας τό ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει μιά χορεία ἁγίων μορφῶν τῆς πίστε­ως στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν σκληρές μάχες καί ὑπέστησαν φρικτά μαρτύρια, προκειμένου νά μεί­νουν ἀνυποχώρητοι στήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό. Πρῶτον ἀπ᾿ ὅλους ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐγκωμιάζει τόν Μωυσῆ. Καί λέει ὅτι αὐτός, ἐπειδή εἶχε πολύ μεγάλη πίστη στόν ἀληθινό Θεό, ὅταν μεγάλωσε καί ἔγινε ἄνδρας, ἀρ­νήθηκε νά ὀνομάζεται βασιλόπουλο, γυιός τῆς κόρης τοῦ Φαραώ. Προτίμησε νά κακοπαθεῖ μέ τό λαό τοῦ Θεοῦ παρά νά ἔχει τήν πρόσκαιρη ἀπόλαυση τῆς ἁ­μαρτίας, νά ζεῖ δηλαδή ἄνετα καί μέ τιμές ὡς Αἰγύπτιος ἄρχοντας μαζί μέ τούς εἰ­δωλολάτρες πού καταπίεζαν τούς συμ­πατριῶτες του. Θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου τίς περιφρονήσεις πού ἔμοιαζαν μέ τόν ὀνειδισμό πού ὑπέστη ὁ Χριστός· «μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τόν ὀνειδισμόν τοῦ Χριστοῦ». Διότι εἶχε καρφω­μένα τά μάτια του στίς οὐράνιες ἀντα­μοιβές.
Ἐμεῖς βέβαια σήμερα δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε ἐπακριβῶς τί σήμαινε γιά τόν Μωυσῆ αὐτή ἡ ἐπιλογή πού ἔκανε. Στό σταυροδρόμι τῆς ζωῆς του ἔπρεπε νά διαλέξει ἀνάμεσα σέ δύο τρόπους ζωῆς. Ἀπό τή μία τά ἀνάκτορα καί ἀπό τήν ἄλλη τά βοσκοτόπια. Κι ἐνῶ εἶχε ζή­σει ὅλα τά παιδικά του χρόνια μέσα στά πλούτη καί τίς ἀνέσεις, μέ ὑπηρέτες καί παιδαγωγούς, μέ τιμές και δόξες, τά ἀρνήθηκε ὅλα αὐτά γιά νά μή χάσει τήν πίστη του. Καί πλήρωσε πολύ ἀκριβά αὐτήν τήν ἐπιλογή του. Ἀπό πρίγκιπας ἔγινε βοσκός, ἀπό πάμπλουτος, φτω­χός. Γιατί ὅμως τό ἔκανε αυτό; Διότι κα­τανοοῦσε ὅτι μέσα στά ἀνάκτορα κινδύ­νευε νά χάσει τήν πίστη του. Σκέφθηκε καλά και ἀποφάσισε. Τί αξίζει περισσό­τερο; Ἡ κοσμική καταξίωση ἤ ἡ πίστη στόν Θεό; Καί πῆρε τήν ἀπόφαση του.
Τί θά ἦταν ἄραγε ὁ Μωυσῆς, ἐάν ἐπέ­λεγε τίς ἐγκόσμιες ἀπολαύσεις; Τό πολύ ἕνας ἀντιβασιλεύς τῆς Αἰγύπτου πού θά χανόταν κι αὐτός στήν ἱστορία ὅπως τόσοι ἄλλοι. Αὐτός ὅμως προτίμησε νά μείνει πιστός στόν ἀληθινό Θεό. Κι ὁ Θε­ός δέν τόν ἄφησε. Τοῦ ἔδωσε μοναδική θέση, τιμή και ἀποστολή. Τόν ἀξίωσε νά ἀκούει τή φωνή του, νά μιλάει μαζί Του, νά δέχεται τόσο μεγάλες ἀποκαλύψεις, νά κάνει ἐκπληκτικά θαύματα, νά ὁδηγήσει τό λαό του στή γῆ τῆς ἐπαγγε­λίας.
Ὁ Μωυσῆς μέσα ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων ἄφησε σέ ὅλους μας ἕνα μεγάλο δίδαγμα: ὅτι γιά τήν πίστη μας ἀξίζει νά στερηθοῦμε τά πάντα, καθετί πού στέκεται ἐμπόδιο στήν πνευματική μας πο­ρεία. Καί χρήματα καί δόξα και τιμές. Κι ἄν ἄλλοι γύρω μας δέν κατανοοῦν τήν ἐπιλογή μας καί μᾶς περιφρονήσουν, θά μᾶς δοξάσει ὁ Θεός. Καί θά μᾶς ἀξι­ώσει νά ἔχουμε τέτοιες εὐλογίες στή ζωή μας, πού ποτέ δέν θά μπορούσαμε νά τίς φαντασθοῦμε. Ἀρκεῖ νά μένουμε ἀπαρασάλευτοι στήν πίστη μας, στήν Ὀρ­θοδοξία μας, στήν παρακαταθήκη τῶν ἁγίων Πατέρων μας.

2. ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
ἀπόστολος Παῦλος στή συνέχεια ἐξιστορεῖ τά ἀνδραγαθήματα ἀλλά καί τά φοβερά μαρτύρια πού ὑπέστησαν πολ­λοί ἅγιοι ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προφῆτες και δίκαιοι. Λέει ὅτι ὅλοι αὐτοί «διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας» – ἐπειδή εἶχαν μεγάλη πίστη, καταπολέ­μησαν και ὑπέταξαν βασίλεια – κυβέρνησαν μέ δικαιοσύνη, πέτυχαν τήν πρα­γματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λιονταριῶν, ἔσβη­σαν τήν καταστρεπτική δύναμη τῆς φωτιᾶς, γλύτωσαν ἀπό τή σφαγή, σώθηκαν ἀπό ἀρρώστιες, ἀναδείχθηκαν ἀνίκητοι στόν πόλεμο, ἔτρεψαν σέ φυγή ἐχθρικά στρατεύματα.
Ἄλλοι πάλι βασανίστηκαν σκληρά μέ­χρι θανάτου, ἐπειδή δέν δέχθηκαν νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους. Κι ἄλλοι δο­κίμασαν ἐμπαιγμούς και μαστιγώσεις, δεσμά καί φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, σφαγιάσθηκαν. Κάποιοι ἔζησαν μέσα σέ στερήσεις, θλίψεις καί κακοπάθειες. Περιφέρονταν σάν μετανάστες στίς ἐρημιές, στά βουνά καί στίς σπηλιές τῆς γῆς. Ὅμως ὁλόκληρος ὁ κό­σμος δέν ἄξιζε ὅσο οἱ ἅγιοι αὐτοί ἄνδρες, κι οὔτε μπορεῖ νά συγκριθεῖ μ᾿ αὐτούς.
Καί νά σκεφθεῖ κανείς ὅτι ὁ ἀπόστο­λος Παῦλος τά ἀνάφέρει ὅλα αὐτά γιά μορφές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τί θά ἔγραφε ἄραγε σήμερα γιά τά ἀμέτρητα ἑκατομμύρια τῶν ἁγίων Μαρτύρων πού ἔχυσαν τό αἷμα τους γιά τήν Ὀρθόδο­ξη Πίστη μας; Τί θά ἔλεγε γιά τούς θεοφόρους Πατέρες, τούς ἀκαταμάχητους Ὁμολογητές, τούς καλλίνικους Μάρτυ­ρες, τούς λαμπρούς Πατριάρχες, τούς εὐλαβεῖς ἱερεῖς, τούς ὁσίους μοναχούς καί ἀσκητές; Διότι ἀμέτρητοι ἀπ᾿ αὐτούς ὑπέστησαν μαρτύρια ὅμοια ἤ καί ἀσυγκρίτως μεγαλύτερα καὶ ὀδυνυρότερα ἀπό αὐτά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Κι ὅλοι αὐτοί ἀπό τά ὕψη τοῦ ούρανοῦ δοξασμένοι, μέσα στό φῶς τοῦ Θεοῦ μᾶς καλοῦν νά ἀκολουθήσουμε τό δικό τους παράδειγμα. Ἄς ἀκούσουμε λοιπόν τή φωνή τους κι ἄς τούς ἀκολουθήσουμε στήν αὐταπάρνησή τους, στή σταθερό­τητά τους, στήν πίστη τους. Σέ μιά επο­χή συγκρητισμού, ὅπου οἱ αἱρέσεις καί οἱ πλάνες κυριαρχοῦν, σέ μιά ἐποχή κα­τά τήν ὁποία ἡ Ὀρθοδοξία πολεμεῖται τόσο σκληρά καί τόσο ὕπουλα, ἔχουμε χρέος νά συνεχίσουμε ἐμεῖς τή δική τους ἀποστολή. Νά μείνουμε ἀπαρασάλευτοι στίς παραδόσεις τῶν ἁγίων Πατέρων μας καί νά τηρήσουμε τή δική τους ὑπό­σχεση: «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία». Ὅ,τι κι ἄν αὐτό μᾶς κοστίσει.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τ και­ρ ­κεί­ν ­θ­λη­σεν ­η­σος ­ξελ­θεν ες τν Γα­λι­λα­­αν, κα ε­ρ­σκει Φλιππον κα λ­γει α­τ· ἀ­κο­λο­ύ­θει μοι. ν δ Φλιππος ­π Βηθ­σα­ϊ­δ, κ τς π­λε­ως ν­δρ­ου κα Πτρου. ε­ρ­σκει Φλιππος τν Να­θα­να­λ κα λ­γει α­τ· ν ­γρα­ψε Μω­ϋ­σς ν τ ν­μ κα ο προ­φ­ται, ε­ρ­κα­μεν, ­η­σον τν υ­ν το ­ω­σφ τν ­π Να­ζα­ρτ. κα ε­πεν α­τ Να­θα­να­λ· κ Να­ζα­ρτ δ­να­τα τι ­γα­θν ε­ναι; λ­γει α­τ Φλιππος· ἔρ­χου κα ­δε. ε­δεν ­η­σος τν Να­θα­να­λ ρ­χ­με­νον πρς α­τν κα λ­γει πε­ρ α­το· ἴ­δε ἀ­λη­θς σ­ρα­η­λ­της ν δ­λος οκ ­στι. λ­γει α­τ Ναθα­να­λ· πθεν με γι­ν­σκεις; ­πε­κρ­θη ­η­σος κα ε­πεν α­τ· πρ το σε Φλιππον φω­ν­σαι, ν­τα ­π τν συ­κν ε­δν σε. ­πε­κρί­θη Να­θα­να­λ κα λ­γει α­τ· Ραβ­βί, σ ε υἱ­ὸς το Θε­οῦ, σ ε βα­σι­λεὺς το Ἰσ­ρα­ήλ. ἀπε­κρί­θη Ἰ­η­σοῦς κα εἶ­πεν αὐ­τῷ· ὄ­τι εἶ­πόν σοι, εἶ­δόν σε ὑ­πο­κά­τω τς συ­κῆς, πι­στε­ύ­εις; με­ί­ζω το­ύ­των ὄ­ψῃ.  κα λέ­γει αὐ­τῷ· ἀ­μὴν ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, ἀ­π' ἄρ­τι ὄ­ψε­σθε τν οὐ­ρα­νὸν ἀ­νε­ῳ­γό­τα, κα τος ἀγ­γέ­λους το Θε­οῦ ἀ­να­βα­ί­νον­τας κα κα­τα­βα­ί­νον­τας ἐ­πὶ τν υἱ­ὸν το ἀν­θρώ­που.
                                              (Ιω. α΄[1] 44 – 52)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ἀ­πο­φά­σι­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς νὰ ἀ­να­χω­ρή­σει γιὰ τὴ Γα­λι­λαί­α. Βρί­σκει τό­τε τὸν Φί­λιπ­πο καὶ τοῦ λέ­ει: Ἀ­κο­λού­θη­σέ με στὸ τα­ξί­δι ποὺ πρό­κει­ται νὰ κά­νω. Ὁ Φί­λιπ­πος μά­λι­στα κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴ Βηθ­σα­ϊ­δά, τὴν πα­τρί­δα τοῦ Ἀν­δρέ­α καὶ τοῦ Πέ­τρου. Βρί­σκει στὸ με­τα­ξὺ ὁ Φί­λιπ­πος τὸν Να­θα­να­ὴλ καί τοῦ λέ­ει: Ἐ­κεῖ­νον γιὰ τὸν ὁποῖο ἔ­γρα­ψε ὁ Μωυ­σῆς στό νό­μο καὶ προ­α­νήγ­γει­λαν οἱ προ­φῆ­τες, τὸν βρή­κα­με, εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ γιός τοῦ Ἰ­ω­σήφ, καὶ κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τή Να­ζα­ρέτ. Ἀλ­λὰ ὁ Να­θα­να­ὴλ τοῦ εἶ­πε: Ἀ­πὸ τὴ Να­ζα­ρέτ, τὸ κακό καὶ ἄ­ση­μο αὐ­τὸ χω­ριό, μπο­ρεῖ νὰ βγεῖ τί­πο­τε κα­λὸ; Τοῦ λέ­ει ὁ Φί­λιπ­πος: Ἔ­λα, κι ὅ­ταν τὸν δεῖς μὲ τὰ μά­τια σου, θὰ πει­σθεῖς. Εἶ­δε ὁ Ἰησοῦς τὸν Να­θα­να­ὴλ νὰ ἔρ­χε­ται κον­τά του καὶ λέ­ει γι' αὐ­τόν: Νὰ ἕ­νας γνή­σιος καὶ πραγ­μα­τι­κὸς Ἰσ­ρα­η­λί­της, ποὺ δὲν ἔ­χει στὴν καρ­διὰ του κα­μί­α πο­νη­ριὰ καὶ δό­λο, ἀλλά πο­θεῖ μὲ εἰ­λι­κρί­νεια νὰ βρεῖ τὴν ἀ­λή­θεια.
Τοῦ λέ­ει ὁ Να­θα­να­ήλ: Ἀ­πὸ ποῦ μὲ ξέ­ρεις; Καὶ πῶς γνω­ρί­ζεις τὴν εἰ­λι­κρί­νεια τῶν μυ­στι­κῶν μου σκέ­ψε­ων καὶ ἐ­λα­τη­ρί­ων; Τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τό­τε ὁ Ἰησοῦς: Πρὶν ἀ­κό­μη σὲ φω­νά­ξει ὁ Φί­λιπ­πος, ὅ­ταν ἤ­σουν κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιὰ καὶ προ­σευ­χό­σουν μα­κριὰ ἀ­πὸ κά­θε μά­τι ἀνθρώπου, ἐγώ μὲ τὸ ὑπερ­φυ­σι­κὸ καὶ θεῖ­ο μου βλέμ­μα σὲ εἶ­δα. Τό­τε ὁ Να­θα­να­ὴλ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: Δι­δά­σκα­λε, ἐσύ πράγ­μα­τι εἶ­σαι ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, ἐσύ εἶ­σαι ὁ βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ποὺ πε­ρι­μέ­να­με σύμ­φω­να μὲ τὶς προ­φη­τεῖ­ες. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: Ἐ­πει­δὴ σοῦ εἶ­πα ὅ­τι σὲ εἶ­δα κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιὰ πι­στεύ­εις; Θὰ δεῖς  πιὸ με­γά­λα καὶ πιὸ θαυ­μα­στὰ πράγ­μα­τα ἀ­π' αὐ­τά. Καὶ τοῦ λέ­ει: Ἀ­λη­θι­νά σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι ἀ­πὸ τώ­ρα ποὺ ἄ­νοι­ξε ὁ οὐ­ρα­νὸς κα­τὰ τὴ βά­πτι­σή μου, θὰ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς τὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­νοιγ­μέ­νο, καὶ τοὺς ἀγ­γέ­λους τοῦ Θεοῦ νὰ ἀ­νε­βαί­νουν καὶ νὰ κα­τε­βαί­νουν στὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐ­τὸς ἔ­γι­νε καὶ τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος, καὶ ὡς υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶ­ναι μο­να­δι­κὸς ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους· καὶ πρό­κει­ται νὰ ἔλ­θει καὶ πά­λι ὡς Κρι­τὴς ἔν­δο­ξος κα­θι­σμέ­νος πά­νω σὲ νε­φέ­λες. Θὰ ἀ­νε­βαί­νουν καὶ θὰ κα­τε­βαί­νουν οἱ ἄγ­γε­λοι προ­κει­μέ­νου νὰ ὑ­πη­ρε­τοῦν αὐ­τὸν καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου