Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


Ι
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
(11ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2018)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Κυριακῆς)
Ἀδελ­φοί,  βρῶ­μα ἡ­μᾶς ο πα­ρί­στη­σι τ Θε­ῷ· οὔ­τε γρ ἐ­ὰν φά­γω­μεν πε­ρισ­σεύ­ο­μεν, οὔ­τε ἐ­ὰν μ φά­γω­μεν ὑ­στε­ρο­ύ­με­θα. βλέ­πε­τε δ μή­πως ἡ ἐ­ξου­σί­α ὑ­μῶν αὕ­τη πρό­σκομ­μα γέ­νη­ται τος ἀ­σθε­νοῦ­σιν. ἐ­ὰν γρ τις ἴ­δῃ σε, τν ἔ­χον­τα γνῶ­σιν, ν εἰ­δω­λε­ί­ῳ κα­τα­κε­ί­με­νον, οὐ­χὶ συ­νε­ί­δη­σις αὐ­τοῦ ἀ­σθε­νοῦς ὄν­τος οἰ­κο­δο­μη­θή­σε­ται ες τ τ εἰ­δω­λό­θυ­τα ἐ­σθί­ειν; καὶ ἀ­πο­λεῖ­ται ὁ ἀ­σθε­νῶν ἀ­δελ­φὸς ἐ­πὶ τ σ γνώ­σει, δι' ν Χρι­στὸς ἀ­πέ­θα­νεν. οὕ­τω δὲ ἁ­μαρ­τά­νον­τες ες τος ἀ­δελ­φοὺς κα τύ­πτον­τες αὐ­τῶν τν συ­νε­ί­δη­σιν ἀ­σθε­νοῦ­σαν ες Χρι­στὸν ἁ­μαρ­τά­νε­τε. δι­ό­περ ε βρῶ­μα σκαν­δα­λί­ζει τν ἀ­δελ­φόν μου, ο μ φά­γω κρέ­α ες τν αἰ­ῶ­να, ἵ­να μ τν ἀ­δελ­φόν μου σκαν­δα­λί­σω. Οκ εἰ­μὶ ἀ­πό­στο­λος; οκ εἰ­μὶ ἐ­λε­ύ­θε­ρος; οὐ­χὶ Ἰ­η­σοῦν Χρι­στὸν τν Κριον ἡ­μῶν ἑ­ώ­ρα­κα; ο τὸ ἔρ­γον μου ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ; εἰ ἄλ­λοις οκ εἰ­μὶ ἀ­πό­στο­λος, ἀλ­λά γε ὑ­μῖν εἰ­μι· γρ σφρα­γὶς τς ἐ­μῆς ἀ­πο­στο­λῆς ὑ­μεῖς ἐ­στε ἐν Κυ­ρί­ῳ. 
       (Α’Κορ. η΄[8] 8 – θ΄[9] 2)

ΤΑ ΕΙΔΩΛΟΘΥΤΑ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
1. ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Στήν Κόρινθο οἱ πιστοί ἦταν διχασμένοι γιά ἕνα θέμα πού νόμιζαν ὅτι ἦταν πολύ σημαντικό γιά τή ζωή τους. Ἦταν τό ζή­τημα τῶν εἰδωλοθύτων. Ἄλλοι δηλαδή ἀ­γόραζαν ἀπό τά κρεοπωλεῖα κρέατα πού προέρχονταν ἀπό εἰδωλολατρικές θυσίες καί τά ἔτρωγαν, ἐπειδή πίστευαν ὅτι οἱ θεοί τῶν εἰδώλων ἦταν ἀνύπαρκτοι. Ἄλ­λοι ὅμως, εὐαίσθητοι συνειδησιακά, δέν τά ἔτρωγαν ἐπειδή τά θεωροῦσαν ἱερά. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν ξεκαθαρίζει τό ζήτημα καί παίρνει ἀφορμή γιά νά διδάξει γενικότερες ἀλήθειες.
Δέν εἶναι τό φαγητό, λέει, πού μᾶς καθιστᾶ ἐνάρετους. Διότι οὔτε ἐάν φᾶμε προοδεύουμε στήν ἀρετή, οὔτε ἐάν δέν φᾶμε ὑστεροῦμε. Προσέχετε ὅμως, λέει, μήπως τό δικαίωμα αὐτό πού ἔχετε νά τρῶτε ἀπ᾿ ὅλα τά κρέατα, ἀκόμη κι ἀπό τά εἰδωλόθυτα, γίνει αἰτία νά ἁμαρτήσουν οἱ ἀδελφοί σας πού εἶναι ἀδύναμοι στήν πί­στη. Διότι, ἄν κανείς ἀπ᾿ αὐτούς σᾶς δεῖ νά κάθεστε στό τραπέζι κάποιου ναοῦ τῶν εἰδώλων, θά παρασυρθεῖ καί θά τρώει εἰ­δωλόθυτα νομίζοντας ὅτι τρώει κάτι ἱερό. Κι ἔτσι σιγά - σιγά θά παρασυρθεῖ στήν εἰδωλολατρία ἐξαιτίας τῆς δικῆς σας στά­σεως καί θά χάσει τήν ψυχή του. Ἀλλά γιά τή σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ σας αὐτοῦ ὁ Χριστός θυσίασε τή ζωή του.
Βέβαια τό ζήτημα αὐτό πού θίγει ὁ ἀπό­στολος Παῦλος δέν ὑφίσταται στήν ἐποχή μας. Καί ἴσως νομίσουμε ὅτι δέν μᾶς ἀφορᾶ. Ἄν τό προσεγγίσουμε ὅμως λίγο βα­θύτερα, θά δοῦμε ὅτι πέρα ἀπό τά φαι­νόμενα, τό ὅλο πρόβλημα τῆς Κορίνθου ἀποκαλύπτει ἕνα διαχρονικό πρόβλημα τῶν πιστῶν: ὅτι μέσα στήν Ἐκκλησία δέν ἔχουμε ὅλοι οἱ πιστοί τήν ἴδια συνείδηση, τήν ἴδια καλλιέργεια, τίς ἴδιες ἐμπειρίες καί δυνάμεις. Δέν εἴμαστε ὅλοι ἴδιοι κι οὔτε μποροῦμε νά γίνουμε. Ἔχουμε βέβαια ὅ­λοι τόν ἴδιο Κύριο, εἴμαστε μέλη τῆς ἴδιας Ἐκκλησίας, ἔχουμε ὅμως διαφορετικούς χαρακτῆρες, διαφορετικούς τρόπους βιώσεως τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Πρέπει λοιπόν νά βλέπουμε μέ κατανόηση τή διαφορε­τικότητα τῶν ἄλλων. Μή βάζουμε ὡς κριτήριο πνευματικότητος τόν ἑαυτό μας καί μή ἀπαιτοῦμε νά γίνουν ὅλοι ὅπως εἴμαστε ἐμεῖς. Θά πρέπει ὅλοι μας νά ἀ­ποκτήσουμε τή μεγάλη ἀρετή τῆς διακρί­σεως. Νά κατανοοῦμε ὅλους μέ ἀγάπη, εὐαίσθητους και δυνατούς, ἀρχάριους και σταθερούς. Χωρίς νά καταδικάζουμε καν­ένα καί χωρίς νά ἀπαιτοῦμε τίποτε. Νά ζοῦμε ὅπως μᾶς καθοδηγεῖ ὁ Πνευματι­κός μας καί νά μήν ἀσχολούμαστε μέ τούς ἄλλους πιστούς, πῶς ζοῦν, πῶς συμπερι­φέρονται, τί κάνουν.
2. ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΓΑΠΗΣ
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν ἔρχεται καί ἐπεξηγεῖ καί καθορίζει πόσο σοβαρό εἶναι τό ἁμάρτημα τοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν ἀσθενεστέρων. Κάνετε πολύ μεγάλο ἁμάρτημα, λέει, μέ τό ὁποῖο βλάπτονται πο­λύ οἱ ἀδελφοί. Πληγώνετε σκληρά τήν εὐ­αίσθητη συνείδησή τους. Ἀλλά συγχρό­νως ἁμαρτάνετε καί πρός τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος πέθανε γιά νά σώσει τούς ἀδελ­φούς αὐτούς. Γι᾿ αὐτό λοιπόν, συνεχίζει, ἐάν αὐτό πού τρώω γίνεται αἰτία σκανδά­λου καί ἁμαρτίας στόν ἀδελφό μου, δέν θά φάω ποτέ ὁποιοδήποτε εἶδος κρεά­των, γιά νά μή σκανδαλίσω τόν ἀδελφό μου. Γιά τούς ἀδύνατους ἀδελφούς ἔκανα καί ἐξακολουθῶ νά κάνω θυσίες τῶν δι­καιωμάτων μου. Δέν εἶμαι Ἀπόστολος ἔ­χοντας ἴσα δικαιώματα μέ τούς ἄλλους Ἀποστόλους; Καί ἡ σφραγίδα μέ τήν ὁποία πιστοποιεῖται ἐπίσημα τό ἀποστολικό μου ἀξίωμα, μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου, εἶστε ἐσεῖς, τούς ὁποίους ὁδήγησα στόν Χριστό.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό δεύτερο αὐτό τμῆμα τοῦ ἱεροῦ ἀναγνώσματος μᾶς λέει κάτι πολύ μεγάλο: ὅτι θά πρέπει γιά τήν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν μας νά θυσιάζουμε ἀκόμη καί νόμιμα δικαιώματά μας, προ­κειμένου νά μή σκανδαλίζουμε τούς εὐαίσθητους ἀδελφούς μας. Νά ἔχουμε δη­λαδή διάκριση ἀγάπης. Καί τί σημαίνει αὐτό πρακτικά; Ἄς ἀναφέρουμε παραδεί­γματα γιά νά τό κατανοήσουμε. Κάποιοι ἐπειδή εἶναι ἄρρωστοι, ἔχουν ὁδηγία ἀπό τόν γιατρό τους νά μήν τηροῦν ἀπολύτως τήν καθιερωμένη νηστεία ἀλλά νά τρῶνε κάποιες τροφές. Διάκριση ἀγάπης ἐκ μέ­ρους τους σημαίνει νά μήν καταλύουν τή νηστεία σέ δημόσιους χώρους, διότι ὁ ἄλλος δέν ξέρει ὅτι ἔχουν λόγους ὑγείας καί τρῶνε ἀρτύσιμες τροφές, καί σκανδα­λίζεται. Ἄλλοι πάλι ἔχουν δικαίωμα νά ὁ­δηγήσουν κάποιον στό δικαστήριο γιά μιά ἀδικία πού τούς ἔκανε. Δέν κάνουν ὅμως χρήση τοῦ δικαιώματός τους αὐτοῦ γιά νά μή σκανδαλίσουν ὅσους δέν ξέρουν τήν ἀδικία πού ὑπέστησαν. Ἔχουν ἄλλοι ὁδη­γία ἀπό τόν Πνευματικό τους σέ κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα νά ἐνεργοῦν διαφο­ρετικά ἀπ᾿ ὅ,τι οἱ ἄλλοι. Δέν πρέπει αὐτό νά τό διατυμπανίζουν και νά τό προτεί­νουν ὡς κανόνα ζωῆς γιά ὅλους. Κι ἔτσι νά πληγώνουν τις συνειδήσεις τῶν ἄλλων.
Καθετί πού κάνουμε νά σκεφτόμαστε ἄν θά ὠφελήσει τούς γύρω μας, ἀκόμη κι ὅταν δέν εἶναι ἁμαρτωλό. Καί νά θυσιάζουμε, εἴπαμε, ἀκόμη καί νόμιμα δικαιώματά μας σέ θέματα καθημερινῆς ζωῆς καί συμπεριφορᾶς, γιά τήν αγάπη τῶν ἀδελφῶν μας. Γιά νά μή σκανδαλισθοῦν οἱ ἀδελφοί μας. Αὐτό εἶναι ὕψος καί πλάτος ἀγάπης. Αὐτό ἔκανε ὁ θεῖος Παῦλος, αὐτό ἔκαναν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Τό ἴδιο νά κάνουμε κι ἐμεῖς.
 (Διασκευή ἀπό παλαιό τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Εἶπεν Κύριος· ὅ­ταν ἔλ­θῃ ὁ υ­ς τοῦ ἀν­θρ­που ν τ δ­ξ α­το κα πν­τες οἱ ἅ­γι­οι γ­γε­λοι με­τ' α­το, τ­τε κα­θ­σει ­π θρ­νου δ­ξης α­το· κα συ­να­χθ­σε­ται μ­προ­σθεν α­το πν­τα τὰ ἔ­θνη, καὶ ἀ­φο­ρι­ε α­τος ­π' λ­λ­λων, ­σπερ ποι­μν ­φο­ρ­ζει τ πρ­βα­τα ­π τν ­ρ­φων, κα στ­σει τ μν πρ­βα­τα κ δε­ξι­ν α­το τ δὲ ἐ­ρ­φι­α ξ ε­ω­ν­μων. τ­τε ­ρεῖ ὁ βα­σι­λες τος κ δε­ξι­ν α­το· δε­τε, ο ε­λο­γη­μ­νοι το πα­τρς μου, κλη­ρο­νο­μ­σα­τε τν ­τοι­μα­σμ­νην ­μν βα­σι­λε­­αν ­π κα­τα­βο­λς κ­σμου· ­πε­να­σα γρ καὶ ἐ­δ­κα­τ μοι φα­γεν, ­δ­ψη­σα καὶ ἐ­πο­τ­σα­τ με, ξ­νος ­μην κα συ­νη­γ­γε­τ με, γυ­μνς κα πε­ρι­ε­β­λε­τ με, ­σθ­νη­σα καὶ ἐ­πε­σκ­ψα­σθ με, ν φυ­λα­κῇ ἤ­μην καὶ ἤλ­θε­τε πρς με. τ­τε ­πο­κρι­θ­σον­ται α­τ ο δ­και­οι λ­γον­τες· κ­ρι­ε, π­τε σε ε­δο­μεν πει­νν­τα καὶ ἐ­θρ­ψα­μεν, δι­ψν­τα καὶ ἐ­πο­τ­σα­μεν; π­τε δ σε ε­δο­μεν ξ­νον κα συ­νη­γ­γο­μεν, γυ­μνν κα πε­ρι­ε­β­λο­μεν; π­τε δ σε ε­δο­μεν ­σθε­νῆ ἢ ἐν φυ­λα­κ καὶ ἤλ­θο­μεν πρς σε; καὶ ἀ­πο­κρι­θες βα­σι­λες ­ρε α­τος· ­μν λ­γω ­μν, ­φ' ­σον ­ποι­­σα­τε ἑ­ν το­των τν ­δελ­φν μου τν ­λα­χ­στων, ­μοὶ ἐ­ποι­­σα­τε. Ττε ­ρε κα τος ξ ε­ω­ν­μων· πο­ρε­­ε­σθε ­π' ­μο ο κα­τη­ρα­μ­νοι ες τ πρ τ α­­νι­ον τὸ ἡ­τοι­μα­σμ­νον τ δι­α­β­λ κα τος γ­γ­λοις α­το· ­πε­­να­σα γρ κα οκ ­δ­κα­τ μοι φα­γεν, ­δ­ψη­σα κα οκ ­πο­τ­σα­τ με, ξ­νος ­μην κα ο συ­νη­γ­γε­τ με, γυ­μνς κα ο πε­ρι­ε­β­λε­τ με, ­σθε­νς καὶ ἐν φυ­λα­κ κα οκ ­πε­σκψα­σθ με. τ­τε ­πο­κρι­θ­σον­ται α­τ κα α­το λ­γον­τες· κ­ρι­ε, π­τε σε ε­δο­μεν πει­νν­τα δι­ψν­τα ξ­νον γυ­μνν ἢ ἀ­σθε­νῆ ἢ ἐν φυ­λα­κ κα ο δι­η­κο­ν­σα­μν σοι; τ­τε ­πο­κρι­θ­σε­ται α­τος λ­γων·  ­μν  λ­γω  ­μν,  φ' σον  οκ  ποισατε  ν  τοτων τν λαχστων, οδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. καὶ ἀ­πε­λε­ύ­σον­ται οὗ­τοι ες κό­λα­σιν αἰ­ώ­νι­ον, ο δ δί­και­οι ες ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον.  
  (Ματθ. κε΄[25] 31 - 46)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Εἶπεν Κύριος· Ὅ­ταν θά ἔρ­θει ὁ Υἱ­ός τοῦ Ἀν­θρώ­που μὲ τὴ δό­ξα του καὶ μα­ζί του ὅ­λοι οἱ ἅ­γι­οι ἄγ­γε­λοι, τό­τε θὰ κα­θί­σει σὲ θρό­νο ἔν­δο­ξο καὶ λαμ­πρό. Καὶ θὰ συ­να­χθοῦν μπρο­στά του ὅ­λα τὰ ἔ­θνη, ὅ­λοι δη­λα­δὴ οἱ ἄν­θρω­ποι πού ἔ­ζη­σαν ἀ­π' τὴν ἀρχή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου. Καὶ θὰ τοὺς χω­ρί­σει τὸν ἕ­να ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο, ὅ­πως ὁ βο­σκὸς χω­ρί­ζει τὰ πρό­βα­τα ἀ­πὸ τὰ γί­δι­α. Καὶ θὰ το­πο­θε­τή­σει τοὺς δι­καί­ους, πού εἶ­ναι ἥ­με­ροι σὰν τὰ πρό­βα­τα, στὰ δε­ξι­ὰ του· ἐνῶ τούς ἁ­μαρ­τω­λούς, πού εἶ­ναι ἀ­τί­θα­σοι καὶ ἄ­τα­κτοι σὰν τὰ γί­δι­α, θὰ τοὺς βά­λει στὰ ἀ­ρι­στε­ρά του. Τό­τε θὰ πεῖ ὁ βα­σι­λι­ὰς σ' ἐ­κεί­νους πού θά εἶναι στὰ δε­ξι­ά του: Ἐ­λᾶ­τε ἐσεῖς πού εἶ­στε εὐ­λο­γη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ­ρα μου, κλη­ρο­νο­μῆ­στε τὴ βα­σι­λεί­α πού ἔ­χει ἑ­τοι­μα­στεῖ γι­ὰ σᾶς ἀ­πὸ τό­τε πού θε­με­λι­ω­νό­ταν ὁ κό­σμος. Σᾶς ἀ­νή­κει λοι­πὸν ἡ κλη­ρο­νο­μι­ὰ αὐ­τὴ· δι­ό­τι πεί­να­σα καὶ μοῦ δώ­σα­τε νὰ φά­ω, ἤ­μουν δι­ψα­σμέ­νος καὶ μοῦ δώ­σα­τε νὰ πι­ῶ, ἤ­μουν ξέ­νος καὶ δὲν εἶ­χα ποῦ νὰ μεί­νω καὶ μὲ πε­ρι­μα­ζέ­ψα­τε στὸ σπί­τι σας, ἤ­μουν γυ­μνὸς καὶ μὲ ντύ­σα­τε, ἀρ­ρώ­στη­σα καὶ μὲ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­τε, ἤ­μουν μέ­σα στὴ φυ­λα­κὴ καὶ ἤλ­θα­τε νὰ μὲ δεῖτε καὶ νὰ μὲ πα­ρη­γο­ρή­σε­τε. Τό­τε θὰ τοῦ ἀ­πο­κρι­θοῦν οἱ δί­και­οι: Κύ­ρι­ε, πό­τε σὲ εἴ­δα­με πει­να­σμέ­νο καὶ σὲ θρέ­ψα­με, ἢ δι­ψα­σμέ­νο καὶ σοῦ δώ­σα­με νὰ πιεῖς; Καὶ πό­τε σὲ εἴ­δα­με ξέ­νο καὶ σὲ πε­ρι­μα­ζέ­ψα­με, ἢ γυ­μνὸ καὶ σὲ ντύ­σα­με; Καὶ πό­τε σὲ εἴ­δα­με ἄρ­ρω­στο ἢ φυ­λα­κι­σμέ­νο καὶ ἤλ­θα­με νὰ σὲ ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με; Τό­τε θὰ τοὺς ἀ­πο­κρι­θεῖ ὁ βα­σι­λι­άς: Ἀ­λη­θι­νά σάς λέ­ω ὅ­τι κά­θε τί πού κά­να­τε σ' ἕ­ναν ἀ­πό τους φτω­χοὺς αὐ­τοὺς ἀ­δελ­φούς μου πού φαί­νον­ταν ἄ­ση­μοι καὶ πο­λὺ μι­κροί, τὸ κά­να­τε σὲ μέ­να.
Τό­τε θὰ πεῖ καὶ σὲ κεί­νους πού θὰ εἶ­ναι στὰ ἀ­ρι­στε­ρά του: Ἐ­σεῖς πού ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα σας γί­να­τε κα­τα­ρα­μέ­νοι, φύ­γε­τε μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ μέ­να στὸ πῦρ τὸ αἰ­ώ­νι­ο, πού ἔ­χει ἑ­τοι­μα­σθεῖ γι­ὰ τὸ δι­ά­βο­λο καὶ τοὺς ἀγ­γέ­λους του. Δι­ό­τι πεί­να­σα καὶ δὲν μοῦ δώ­σα­τε νὰ φά­ω, δί­ψα­σα καὶ δὲν μοῦ δώ­σα­τε νὰ πι­ῶ, ἤ­μουν ξέ­νος καὶ δὲν μὲ πε­ρι­μα­ζέ­ψα­τε νὰ μὲ φι­λο­ξε­νή­σε­τε, ἤ­μουν γυ­μνὸς καὶ δὲν μὲ ντύ­σα­τε, ἤ­μουν ἄρ­ρω­στος καὶ μέ­σα στὴ φυ­λα­κὴ καὶ δὲν μὲ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­τε. Τό­τε θὰ τοῦ ἀ­πο­κρι­θοῦν κι αὐ­τοί: Κύ­ρι­ε, πό­τε σὲ εἴ­δα­με νὰ πει­νᾶς ἢ νὰ δι­ψᾶς ἢ νὰ εἶ­σαι ξέ­νος ἢ γυ­μνὸς ἢ ἄρ­ρω­στος ἢ φυ­λα­κι­σμέ­νος, καὶ δὲν σὲ ὑ­πη­ρε­τή­σα­με; Τό­τε θὰ τοὺς ἀ­πο­κρι­θεῖ: Ἀ­λη­θι­νά σας λέ­ω, κά­θε τί πού δὲν κά­να­τε σ' ἕ­ναν ἀ­π' αὐ­τοὺς πού ὁ κό­σμος θε­ω­ροῦ­σε πο­λὺ μι­κρούς, οὔ­τε σὲ μέ­να τὸ κά­να­τε.
Καὶ θὰ ὁ­δη­γη­θοῦν αὐ­τοὶ σὲ κό­λα­ση πού δὲν θὰ ἔ­χει τέ­λος, ἀλλά θὰ εἶ­ναι αἰ­ώ­νι­α· ἐ­νῶ οἱ δί­και­οι θὰ πᾶ­νε γι­ὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν ζω­ὴ αἰ­ώ­νι­α.

       


          

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου