Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(4 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018)
(ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Κα­τ' ἀρ­χάς σύ, Κριε, τν γν ἐ­θε­με­λί­ω­σας, κα ἔρ­γα τν χει­ρῶν σο εἰ­σιν ο οὐ­ρα­νοί· αὐ­τοὶ ἀ­πο­λοῦν­ται, σ δ δι­α­μέ­νεις· κα πάν­τες ς ἱ­μά­τιον πα­λαι­ω­θή­σον­ται, κα ὡ­σεὶ πε­ρι­βό­λαι­ον ἑ­λί­ξεις αὐ­το­ύς, κα ἀλ­λα­γή­σον­ται· σ δ αὐ­τὸς ε, κα τ ἔ­τη σου οκ ἐ­κλε­ί­ψου­σι. πρς τί­να δ τν ἀγ­γέ­λων εἴ­ρη­κέ πο­τε· κά­θου κ δε­ξι­ῶν μου ἕ­ως ἂν θ τος ἐχ­θρο­ύς σου ὑ­πο­πό­διον τν πο­δῶν σου; Οὐ­χὶ πάν­τες εἰ­σὶ λει­τουρ­γι­κὰ πνε­ύ­μα­τα ες δι­α­κο­νί­αν ἀ­πο­στελ­λό­με­να δι τος μέλ­λον­τας κλη­ρο­νο­μεῖν σω­τη­ρί­αν; Δι τοῦ­το δε πε­ρισ­σο­τέ­ρως ἡ­μᾶς προ­σέ­χειν τος ἀ­κου­σθεῖ­σι, μή­πο­τε πα­ραρ­ρυ­ῶ­μεν. Εγρ δι' ἀγ­γέ­λων λα­λη­θεὶς λό­γος ἐ­γέ­νε­το βέ­βαι­ος, κα πᾶ­σα πα­ρά­βα­σις κα πα­ρα­κο­ὴ ἔ­λα­βεν ἔν­δι­κον μι­σθα­πο­δο­σί­αν, πς ἡ­μεῖς ἐκ­φευ­ξό­με­θα τη­λι­κα­ύ­της ἀ­με­λή­σαν­τες σω­τη­ρί­ας; ἥ­τις ἀρ­χὴν λα­βοῦ­σα λα­λεῖ­σθαι δι το Κυ­ρί­ου, ὑ­πὸ τν ἀ­κου­σάν­των ες ἡ­μᾶς ἐ­βε­βαι­ώ­θη.
                                               (Ἑβρ. α΄[1]10 – β΄[2] 3)

ΧΡΙΣΤΟΣ, Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
1. ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ ΣΤΑ ΑΙΩΝΙΑ
Στό ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς Β' Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν ὁ ἀπόστολος Παῦλος διατυπώνει ἐπιγραμματικά ἕνα μεγάλο μυστήριο τῆς πίστεώς μας: ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι μόνο ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι καί ὁ προαι­ώνιος καί ἀναλλοίωτος Θεός. Καί τεκμη­ριώνει τή μεγάλη αὐτή δογματική ἀλήθεια ἀναφέροντας ἕνα χωρίο τῆς Παλαιᾶς Δι­αθήκης πού ἀπευθύνεται στόν Υἰό τοῦ Θεοῦ καί λέει: Ἐσύ, Κύριε, στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας θεμελίωσες τή γῆ στό οὐρά­νιο στερέωμα, καί «ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοί ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις». Αὐτοί θά ἐξαφανιστοῦν καί τό σχῆμα τους θά ἀλλάξει. Ἐσύ ὅμως παρα­μένεις ἀμετάβλητος. Ὅλος ὁ κόσμος σάν ἔνδυμα θά παλιώσει. Κι Ἐσύ θά τόν περι­τυλίξεις σάν ροῦχο καί θά γίνει καινούρ­γιος. Ἐσύ ὅμως εἶσαι πάντοτε ὁ ἴδιος καί τά ἔτη σου θά εἶναι ἀτελείωτα. Στή συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ ὅτι ὁ Κύριός μας εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ἀπό τούς ἀγγέλους, θέτοντας τό ἑξῆς ἐ­ρώτημα: Σέ ποιόν ἀπό τούς ἀγγέλους ἔχει πεῖ ποτέ ὁ Θεός Πατήρ: Κάθισε στά δεξιά μου, μέχρι νά ὑποτάξω τούς ἐ­χθρούς σου καί νά τούς βάλω κάτω ἀπό τά πόδια σου; Σέ κανένα. Μόνο στόν Υἱό του τό εἶπε.
Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ προαιώ­νιος Υἱός τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κτίσεως. Αὐτός δημιούργησε τόν οὐ­ρανό καί τή γῆ καί ὅλη τήν οἰκουμένη. Ὅλα μέσα στήν κτίση φθείρονται, γηρά­σκουν και χάνονται. Τό σύμπαν ὁλόκλη­ρο εἶναι ὑπόδουλο στή φθορά καί ὁδηγεῖται πρός τό τέλος του. Ἀλλά καί ἡ ἱστορία τῶν ἀνθρώπων διαρκῶς μεταβάλλεται. Βασιλεῖες καί αὐτοκρατορίες ἐμφανίζον­ται, ἀκμάζουν, παρακμάζουν καί τελικά ἐξαφανίζονται. Ὅλα κάποτε τελειώνουν. Καί οἱγκόσμιες ἐπιτυχίες σβήνουν. Οἱ γενιές διαδέχονται ἡ μία τήν ἄλλη. Κι ἐμεῖς ὁλοένα ἀλλάζουμε. Στόν κόσμο αὐτό ὅλοι εἴμαστε προσωρινοί. Ἤμασταν παι­διά, μεγαλώσαμε, θά γεράσουμε, θά φύ­γουμε. Ἡ ζωή μας κλίνει πρός τή δύση της. Θά πεθάνουμε καί τό σῶμα μας θά διαλυθεῖ στόν τάφο. Ἀλλά μετά ἀπό τόν μακρύ αὐτόν ὕπνο θά ἀναστηθοῦμε καί θά εἰσέλθουμε στήν αἰώνια ζωή.
Ἄς μήν ἀφήνουμε λοιπόν τήν καρδιά μας νά προσκολλᾶται στά ἐπίγεια καί φθαρτά, πού φεύγουν καί χάνονται. Ἀλλά νά ζοῦμε μέ τόν πόθο καί τήν ἀγάπη γιά τόν ἀσυγκρίτως ἀνώτερο ἐκεῖνο κόσμο πού θά ἀνατείλει, τόν αἰώνιο καί ἄφθαρτο καί ἀληθινό. Νά ποθοῦμε τόν οὐρανό καί τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ νά στρέφου­με τή σκέψη μας καί τή ζωή μας. Ἐκεῖ νά εἶναι τά ὄνειρά μας καί οἱ προσδοκίες μας. Καί νά εἴμαστε πάντοτε ἄγρυπνοι γιά νά τήν κατακτήσουμε.
2. ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στή συνέχεια μᾶς θέτει ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν μας. Ἀφοῦ λοιπόν, λέει, ὁ Κύριός μας εἶναι ὁ προ­αιώνιος Θεός, «διά τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι». Πρέπει περισσότερο νά προσέχουμε σ᾿ αὐτά πού ἀκούσαμε καί εἶναι λόγοι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διότι ἐάν δέν προσέξουμε, διατρέχουμε τόν κίνδυνο νά παρασυρθοῦμε καί νά πέσουμε ἔξω. Καί ἀλίμονό μας, ἄν μᾶς συμβεῖ αὐτό. Διότι, ἄν ὁ νόμος πού ἔδωσε ὁ Θεός στόν Μωυσῆ διά μέσου ἀγγέλων, ἀπο­δείχθηκε βέβαιος, καί κάθε παράβασή του τιμωρήθηκε δίκαια, πῶς ἐμεῖς θά ξε­φύγουμε τήν τιμωρία, ἐάν ἀμελήσουμε μία τόσο σπουδαία σωτηρία; Ἡ σωτηρία αὐτή ἀφοῦ ἄρχισε νά κηρύττεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, μᾶς παραδόθηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους, πού τήν ἄκουσαν ἀ­πευθείας ἀπό τόν Κύριο.
Στό ἱερό αὐτό κείμενο ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι κινδυνεύ­ουμε νά χάσουμε τή σωτηρία μας, ἐάν δέν δείξουμε τήν ἀνάλογη προσοχή στίς θεῖες ἀλήθειες πού μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Κύ­ριος. Κινδυνεύουμε νά τίς συνηθίσουμε καί σιγά-σιγά νά χάσουμε τό δρόμο μας. Καί τότε θά εἴμαστε ἀναπολόγητοι τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Διότι δέν μπορούμε νά παίζουμε μέ τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί νά τόν περιφρονοῦμε.
Γι᾿ αὐτό ὁ θεῖος Ἀπόστολος μᾶς ζητᾶ νά δείξουμε σοβαρότητα καί ὑπευθυνότη­τα ἀπέναντι στό νόμο τοῦ Θεοῦ. Νά τόν ἀκοῦμε μέ προσοχή καί ἐνδιαφέρον. Πό­σες φορές ἀκοῦμε στήν ἐκκλησία τό ἱερό Εὐαγγέλιο ἤ κάποιο κήρυγμα; Πόσες φο­ρές διαβάζουμε στό σπίτι μας τήν Ἁγία Γραφή ἤ κάποιο πνευματικό βιβλίο! Κάθε φορά λοιπόν πού ἀκοῦμε τόν θεῖο λόγο, νά κατανοοῦμε ὅτι εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος. Καί γι᾿ αὐτό νά τόν ἀκοῦμε μέ πίστη καί φόβο Θεοῦ. Νά τόν μελετοῦμε συχνά καί μέ προσοχή, συγκρατώντας τά θεῖα νοήματα στή μνήμη μας καί στις καρδιές μας. Κι ἔτσι νά εὐθυγραμμίζουμε τή ζωή μας μέ τό θεῖο νόμο. Γιά νά μή χάσουμε τήν ψυχή μας, ἀλλά νά κερδί­σουμε τή σωτηρία μας καί νά ἀξιωθοῦμε νά ζήσουμε κι ἐμεῖς μαζί μέ τόν Κύριο στή Βασιλεία του αἰωνίως.
(Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ   
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ εἰ­σῆλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ες Κα­περ­να­οὺμ κα ἠ­κο­ύ­σθη ὅ­τι ες οἶ­κόν ἐ­στι. Κα εὐ­θέ­ως συ­νή­χθη­σαν πολ­λοὶ, ὥ­στε μη­κέ­τι χω­ρεῖν μη­δὲ τ πρς τν θύ­ραν· κα ἐ­λά­λει αὐ­τοῖς τν λό­γον. κα ἔρ­χον­ται πρς αὐ­τὸν πα­ρα­λυ­τι­κὸν φέ­ρον­τες, αἰ­ρό­με­νον ὑ­πὸ τεσ­σά­ρων. Κα μ δυ­νά­με­νοι προ­σεγ­γί­σαι αὐ­τῷ δι τν ὄ­χλον, ἀ­πε­στέ­γα­σαν τν στέ­γην ὅ­που ἦν, κα ἐ­ξο­ρύ­ξαν­τες χα­λῶ­σι τν κρά­βατ­τον ἐφ' ᾧ πα­ρα­λυ­τι­κὸς κα­τέ­κει­το. Ἰ­δὼν δ Ἰ­η­σοῦς τν πί­στιν αὐ­τῶν λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Τκνον, ἀ­φέ­ων­ταί σοι α ἁ­μαρ­τί­αι σου. Ἦ­σαν δ τι­νες τν γραμ­μα­τέ­ων ἐ­κεῖ κα­θή­με­νοι κα δι­α­λο­γι­ζό­με­νοι ν τας καρ­δί­αις αὐ­τῶν· Τ οὗ­τος οὕ­τως λα­λεῖ βλα­σφη­μί­ας; τς δύ­να­ται ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τί­ας ε μ ες Θε­ός; Κα εὐ­θέ­ως ἐ­πι­γνοὺς ὁ Ἰ­η­σοῦς τ πνε­ύ­μα­τι αὐ­τοῦ ὅ­τι οὕ­τως αὐ­τοὶ δι­α­λο­γί­ζον­ται ν ἑ­αυ­τοῖς εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Τ ταῦ­τα δι­α­λο­γί­ζε­σθε ν τας καρ­δί­αις ὑ­μῶν; Τ ἐ­στιν εὐ­κο­πώ­τε­ρον, εἰ­πεῖν τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ, ἀ­φέ­ων­ταί σου α ἁ­μαρ­τί­αι, εἰ­πεῖν, ἔ­γει­ρε κα ἆ­ρον τν κρά­ββατόν σου κα πε­ρι­πά­τει; Ἵ­να δ εἰ­δῆ­τε ὅ­τι ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χει ὁ υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἀ­φι­έ­ναι ἐ­πὶ τς γς ἁ­μαρ­τί­ας (λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ). Σο λέ­γω, ἔ­γει­ρε κα ἆ­ρον τν κρά­βατ­τόν σου κα ὕ­πα­γε ες τν οἶ­κόν σου. Κα ἠ­γέρ­θη εὐ­θέ­ως, κα ἄ­ρας τν κρά­βατ­τον ἐ­ξῆλ­θεν ἐ­ναν­τί­ον πάν­των, ὥ­στε ἐ­ξί­στα­σθαι πάν­τας κα δο­ξά­ζειν τν Θε­ὸν λέ­γον­τας ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε οὕ­τως εἴ­δο­μεν. 
                                             (Μᾶρκ. β΄[2] 1 - 12)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρόν μπῆ­κε πά­λι ὁ Ἰ­η­σοῦς στὴν Κα­περ­να­ούμ· κι ἔ­γι­νε γνω­στὸ ὅ­τι βρί­σκε­ται σὲ κά­ποι­ο σπί­τι. Ἀ­μέ­σως λοι­πὸν μα­ζεύ­τη­καν τό­σο πολ­λοί, ὥ­στε νὰ γε­μί­σει τὸ σπί­τι καὶ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος πλέ­ον οὔτε δί­πλα στὴ θύ­ρα. Καὶ τοὺς δί­δα­σκε τὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Ἔρ­χον­ται τό­τε καὶ τοῦ φέρ­νουν ἕ­ναν πα­ρά­λυ­το, ποὺ τὸν σή­κω­ναν πά­νω σ' ἕ­να κρε­βά­τι τέσ­σε­ρις. Κι ἐ­πει­δὴ δὲν μπο­ροῦ­σαν ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ πλή­θους νὰ τὸν πλη­σιά­σουν, ξε­σκέ­πα­σαν τὴ σκε­πὴ στὸ μέ­ρος ὅ­που βρι­σκό­ταν ὁ Κύ­ριος, κι ἀ­φοῦ ἔ­κα­ναν ἕ­να ἄ­νοιγ­μα, ἔ­ρι­ξαν ἀ­πὸ κεῖ κά­τω σι­γὰ-σι­γὰ τὸ κρε­βά­τι, πά­νω στὸ ὁποῖο ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ὁ πα­ρά­λυ­τος. Ὅ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­δε τὴν πί­στη ποὺ εἶχαν ὅ­λοι αὐ­τοί, καὶ ὁ πα­ρά­λυ­τος καὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν, λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το, ποὺ ἀ­γω­νι­οῦ­σε μή­πως οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του γί­νουν ἐμ­πό­διο στὴ θε­ρα­πεί­α του: «Παι­δί μου, σοῦ ἔ­χουν συγ­χω­ρη­θεῖ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, οἱ ὁποῖες εἶ­ναι καὶ ἡ αἰ­τί­α τῆς σω­μα­τι­κῆς σου πα­ρα­λυ­σί­ας.» Ἦ­ταν ὅ­μως με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς γραμ­μα­τεῖς ποὺ κά­θον­ταν ἐκεῖ καὶ συλ­λο­γί­ζον­ταν μέ­σα τους: «Για­τί ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς μι­λά­ει ἔ­τσι καὶ ξε­στο­μί­ζει βλα­σφη­μί­ες; Ποι­ὸς ἄλ­λος μπο­ρεῖ νὰ συγ­χω­ρεῖ ἁ­μαρ­τί­ες πα­ρὰ μό­νον ἕ­νας, ὁ Θε­ός;» Ἀ­μέ­σως ὅ­μως ὁ Ἰησοῦς, μὲ ὑ­περ­φυ­σι­κὴ πλη­ρο­φο­ρί­α ποὺ ἔ­δι­νε στὸ πνεῦμα του ἡ θε­ό­τη­τά του, ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἔ­τσι σκέ­φτον­ται αὐ­τοὶ μέ­σα τους, καὶ τοὺς εἶ­πε: «Για­τί δέ­χε­στε καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖ­τε τέ­τοι­ους λο­γι­σμοὺς μέ­σα στὶς καρ­δι­ές σας; Τί εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρο· νὰ πῶ στὸν πα­ρα­λυ­τι­κό, εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, ἤ νὰ τοῦ πῶ, σή­κω καὶ πά­ρε στὸν ὦ­μο σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ περπάτα; Ἐσεῖς θε­ω­ρεῖ­τε δυ­σκο­λό­τε­ρο αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ νὰ μά­θε­τε λοι­πὸν ὅ­τι ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσ­σί­ας, ὁ μο­να­δι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς ἀν­θρω­πό­τητος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλ­θει καὶ πά­λι πά­νω στὶς νε­φέ­λες ὡς Κρι­τὴς ἔν­δο­ξος, ἔ­χει ἐ­ξου­σί­α νὰ συγ­χω­ρεῖ πά­νω στὴ γῆ ἁ­μαρ­τί­ες· λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το: Σὲ σέ­να ποὺ πι­στεύ­εις μι­λῶ. Σή­κω καὶ πά­ρε στὸν ὦ­μο σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι σου.» Κι ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­θη­κε ἀ­μέ­σως, πῆ­ρε τὸ κρε­βά­τι του καὶ βγῆ­κε ἀ­π' τὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νο μπρο­στὰ σ' ὅ­λους. Κι ἔ­τσι τὸν εἶ­δαν ὅ­λοι μὲ τὰ μά­τια τους καὶ γέ­μι­σαν μὲ ἔκ­πλη­ξη. Καὶ δό­ξα­σαν τὸν Θε­ὸ λέ­γον­τας ὅ­τι πο­τὲ μέ­χρι τώ­ρα δὲν εἴ­δα­με κά­τι τέ­τοι­ο, ἕ­νας πα­ρά­λυ­τος μὲ μί­α προ­στα­γὴ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­μέ­σως ὑ­γι­ὴς καὶ νὰ περ­πα­τᾶ.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου