Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Η Μ­Ε­Γ­Α­ΛΗ Ε­Β­Δ­Ο­Μ­Α­ΔΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ

Η Μ­Ε­Γ­Α­ΛΗ Ε­Β­Δ­Ο­Μ­Α­ΔΑ
Πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ὁ ὄρ­θρος κά­θε μέ­ρας ψάλ­λε­ται τὸ ἑ­σπέ­ρας τῆς προ­η­γου­μέ­νης μέ­ρας.
Οἱ πρῶ­τες τ­ρ­ε­ῖς βρα­δι­νὲς ἀ­κο­λου­θί­ες τ­ῆς Μ. Ἐ­βδο­μά­δας ὀ­νο­μά­στη­καν «Ἀ­κο­λου­θί­ες τ­οῦ Νυμ­φί­ου», για­τί σ’ αὐ­τὲς δε­σπό­ζουν οἱ δύ­ο π­ιο κά­τω ἐμ­πνευ­σμέ­νοι ὕ­μνοι:
1. «Ἰ­δοὺ ὁ Νυμ­φί­ος (τ­ῆς Ἐκ­κλη­σί­ας) ἔρ­χε­ται ἐν τῷ μέ­σῳ τ­ῆς νυ­κτός, κ­αὶ μα­κά­ριος ὁ δοῦ­λος ὃν εὑ­ρή­σει γρη­γο­ροῦν­τα (π­οὺ θὰ β­ρ­εῖ νὰ ἀ­γρυ­πνεῖ κ­αὶ νὰ πε­ρι­μέ­νει),  ἀ­νά­ξιος δὲ πά­λιν ὃν εὑ­ρή­σει ρα­θυ­μοῦν­τα (ὅ­ποι­ον θὰ β­ρ­εῖ νὰ εἶ­ναι ρά­θυ­μος κ­αὶ ἀ­με­λής). Βλέ­πε ο­ὖν ψυ­χή μ­ου μὴ τῷ ὕ­πνῳ κα­τε­νε­χθῇς (μὴ κα­τα­λη­φθεῖς ἀ­πὸ τ­ὸν πνευ­μα­τι­κὸ ὕ­πνο) ἵ­να μὴ τῷ θα­νά­τῳ πα­ρα­δο­θῇς (γ­ια νὰ μὴ πα­ρα­δο­θῇς σ­τ­ὸν πνευ­μα­τι­κὸ θά­να­το) κ­αὶ τ­ῆς (οὐ­ρά­νιας) βα­σι­λεί­ας ἔ­ξω κλει­σθῇς, ἀλ­λὰ ἀ­νά­νη­ψον κρά­ζου­σα (ἀλ­λὰ φρόν­τι­σε νὰ συ­νέλ­θεις κ­αὶ φώ­να­ξε δυ­να­τά): Ἅ­γιος, Ἅ­γιος, Ἅ­γιος εἶ ὁ Θε­ός, δ­ια τ­ῆς Θε­ο­τό­κου ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς”. 
2. «Τ­ὸν Νυμ­φῶ­να (τὸ σπί­τι τ­οῦ γά­μου, τ­ὴν βα­σι­λεί­α) σου βλέ­πω, Σω­τήρ μ­ου, κε­κο­σμη­μέ­νον (στο­λι­σμέ­νο) κ­αὶ ἔν­δυ­μα ο­ὐκ ἔ­χω, ἵ­να εἰ­σέλ­θω ἐν αὐ­τῷ, λάμ­πρυ­νόν μ­ου (κά­νε λαμ­πε­ρὴ) τ­ὴν στο­λὴν τ­ῆς ψυ­χῆς, Φω­το­δό­τα κ­αὶ σῶ­σόν με». (Ὁ κά­θε πι­στὸς νι­ώ­θει ὅ­τι ἡ στο­λὴ τ­ῆς ψυ­χῆς του εἶ­ναι λε­ρω­μέ­νη ἀ­πὸ τ­ὶς ἁ­μαρ­τί­ες τ­ου.)
Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη σ­τὴ μνή­μη τ­οῦ μα­κα­ρί­ου Ἰ­ω­σὴφ τ­οῦ παγ­κά­λου (πο­λὺ κα­λοῦ), γ­ι­οῦ τ­οῦ πα­τριά­ρχη Ἰ­α­κώβ. Θε­ω­ρεῖ­ται τύ­πος τ­οῦ Χρι­στοῦ γ­ια τὰ πα­θή­μα­τα, τ­ὴν ἀ­ρε­τή, τ­ὴν πρα­ό­τη­τα κ­αὶ τ­ὴν ἀ­νε­ξι­κα­κί­α τ­ου. Ἐ­πί­σης, γί­νε­ται μνεί­α τ­ῆς «ξη­ραν­θεί­σης συ­κῆς» π­οὺ συμ­βό­λι­ζε τὴ συ­να­γω­γὴ τ­ῶν Ἰ­ου­δαί­ων κ­αὶ κά­θε ἄν­θρω­πο π­οὺ δ­ὲν ἔ­χει πνευ­μα­τι­κοὺς καρ­πούς.
Τὴ  Με­γά­λη Τρί­τη ἐν­θυ­μού­μα­στε τ­ὶς πα­ρα­βο­λὲς τ­ῶν Δέ­κα Παρ­θέ­νων κ­αὶ τ­ῶν τα­λάν­των. Οἱ φρό­νι­μες, κον­τὰ σ­τ­ὶς ἄλ­λες ἀ­ρε­τές, φρόν­τι­σαν νὰ ἔ­χουν ἄ­φθο­νο κ­αὶ τὸ λά­δι τ­ῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης. Μὲ τ­ὴν ἀ­να­φο­ρὰ τ­ῶν τα­λάν­των ὑ­πεν­θυ­μί­ζε­ται τὸ χρέ­ος μ­ας νὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὰ χα­ρί­σμα­τα π­οὺ μ­ᾶς δί­νει ὁ Θε­ὸς ὄ­χι μό­νο γιὰ τὸ δι­κό μ­ας κα­λὸ ἀλ­λὰ κ­αὶ τ­ῶν συ­ναν­θρώ­πων μ­ας.
Τὴ Με­γά­λη Τε­τάρ­τη τι­μᾶ­με τ­ὴν με­τά­νοι­α τ­ῆς ἁ­μαρ­τω­λῆς γυ­ναί­κας, ἡ ὁ­ποί­α ἄ­λει­ψε μὲ μύ­ρο τὰ πό­δια τ­οῦ Κυ­ρί­ου κ­αὶ θυ­μού­μα­στε κ­αὶ τ­ὴν προ­δο­σί­α τ­οῦ Ἰ­ού­δα. Τὸ συγ­κι­νη­τι­κὸ «Τρο­πά­ριο τ­ῆς Κασ­σια­νής» (ἀ­πὸ τὴ μο­να­χὴ Κασ­σια­νή) ἐκ­φρά­ζει τ­ὴν θερ­μὴ με­τά­νοι­α τ­ῆς ἁ­μαρ­τω­λῆς γυ­ναί­κας, ἡ ὁ­ποί­α με­τα­νο­εῖ κ­αὶ ἐ­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τ­ὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἐ­νῶ ὁ Ἰ­ού­δας αἰχ­μα­λω­τί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴ φι­λαρ­γυ­ρί­α κ­αὶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ό: «Κ­ύ­ρ­ιε, ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή, τ­ὴν σ­ὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα (σ­ὰν ἔ­νι­ω­σε τὴ θε­ό­τη­τά σ­ου), μυ­ρο­φό­ρου ἀ­να­λα­βοῦ­σα τά­ξιν(ἔ­γι­νε μυ­ρο­φό­ρα), ὀ­δυ­ρο­μέ­νη, μύ­ρα σ­οι, π­ρὸ τ­οῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει. Οἴ­μοι! (ἀλ­λοί­μο­νο) λέ­γου­σα, ὅ­τι ν­ύξ μ­οι ὑ­πάρ­χει (μέ­σα μ­ου εἶ­ναι νύ­χτα), οἶ­στρος ἀ­κο­λα­σί­ας (μα­νί­α τ­ῆς ἀ­σω­τεί­ας), ζο­φώ­δης τε κ­αὶ ἀ­σέ­λη­νος (κα­τα­σκό­τει­νη κ­αὶ χω­ρὶς φεγ­γά­ρι) ἔ­ρως τ­ῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Δ­έ­ξ­αι μ­ου τ­ὰς πη­γὰς τ­ῶν δα­κρύ­ων, ὁ νε­φέ­λαις δι­ε­ξά­γων τ­ῆς θα­λάσ­σης τὸ ὕ­δωρ (π­οὺ με­ταλ­λά­ζεις μὲ τὰ σύν­νε­φα τὸ νε­ρὸ τ­ῆς θά­λασ­σας)· κάμ­φθη­τί μ­οι π­ρ­ὸς τ­ο­ὺς στε­ναγ­μοὺς τ­ῆς καρ­δί­ας (λύ­γι­σε σ­τὰ ἀ­να­στε­νάγ­μα­τα)­, ὁ κλί­νας (ἐ­σὺ π­οὺ ἔ­γει­ρες) το­ὺς οὐ­ρα­νοὺς τῇ ἀ­φά­τῳ σ­ου κε­νώ­σει (κ­αὶ κα­τέ­βη­κες σ­τὴ γῆ)­. Κα­τα­φι­λή­σω τ­ο­ὺς ἀ­χράν­τους σ­ου πό­δας, ἀ­πο­σμή­ξω (σφουγ­γί­σω) το­ύ­τους δὲ πά­λιν τ­ο­ῖς τ­ῆς κε­φα­λῆς μ­ου βο­στρύ­χοις (μὲ τὰ πλο­κά­μια τ­ῆς κε­φα­λῆς μ­ου)· ὧν ἐν τῷ πα­ρα­δε­ί­σῳ Εὔ­α τὸ δει­λι­νόν, κρό­τον τ­ο­ῖς ὠ­σὶν ἠ­χη­θεῖ­σα (ἄ­κου­σε τ­ὶς πα­τη­μα­σι­ές σ­ου), τῷ φό­βῳ ἐ­κρύ­βη. Ἁ­μαρ­τι­ῶν μου τὰ πλή­θη κ­αὶ κρι­μά­των σ­ου ἀ­βύσ­σους (τ­ὴν ἄ­βυσ­σον) τ­ίς ἐ­ξι­χνι­ά­σει (ποι­ὸς μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξι­χνιά­σει), ψυ­χο­σῶ­στα Σω­τήρ μ­ου; Μή με τ­ὴν σ­ὴν δο­ύ­λην πα­ρί­δῃς (κα­τα­φρο­νή­σεις), ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος».  (Φ. Κόν­το­γλου)
Τὴ Με­γά­λη Πέμ­πτη ἑ­ορ­τά­ζου­με τὰ σω­τή­ρια γε­γο­νό­τα: 1. Τὸν Ἱ­ε­ρὸ Νι­πτή­ρα. Σύμ­βο­λο ἑ­κού­σιας τα­πεί­νω­σης – πάν­των «δι­ά­κο­νοι», ἐλ­πί­δα σω­τη­ρί­ας. 2. Τὸν Μυ­στι­κὸ Δεῖ­πνο. (Ὁ Χρι­στὸς μ­ᾶς πα­ρα­δί­δει τὸ σω­τή­ριο μυ­στή­ριο τῆς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας) 3. Τὴν προ­σευ­χὴ τ­οῦ Κυ­ρί­ου σ­τὴ Γεθ­ση­μα­νῆ (μ­ᾶς δεί­χνει τὴ με­γά­λη δύ­να­μη τ­ῆς προ­σευ­χῆς). 4. Τὴν προ­δο­σί­α τ­οῦ Ἰ­ού­δα (πα­ρά­δειγ­μα π­ρ­ὸς ἀ­πο­φυ­γὴ τ­ῆς φι­λαρ­γυ­ρί­ας)
Τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ προ­σκυ­νοῦ­με τὰ σω­τή­ρια πά­θη τ­οῦ Κυ­ρί­ου. Τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τ­ῆς ἀ­κο­λου­θί­ας τ­ῶν πα­θῶν εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­γνω­ση 12 Εὐ­αγ­γε­λί­ων. Τὸ πρῶ­το πε­ρι­λαμ­βά­νει τ­ὶς ὑ­πο­θῆ­κες τ­οῦ Χρι­στοῦ π­ρ­ὸς τ­ο­ὺς μα­θη­τές Του κ­αὶ τ­ὴν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κὴ προ­σευ­χή Τ­ου. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα Εὐ­αγ­γέ­λια ἐ­ξι­στο­ροῦν τὴ σύλ­λη­ψη, τὴ δί­κη, τὰ πά­θη, τ­ὸν σταυ­ρι­κὸ θά­να­το, τ­ὴν τα­φὴ τ­οῦ Κυ­ρί­ου κ­αὶ τ­ὴν ἀ­σφά­λι­ση τοῦ τά­φου μὲ τὴ βο­ή­θεια τ­ῆς κου­στω­δί­ας. Με­τὰ τ­ὴν ἀ­νά­γνω­ση τ­οῦ πέμ­πτου Εὐ­αγ­γε­λί­ου γί­νε­ται ἡ λι­τά­νευ­ση τ­οῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου κ­αὶ ἡ το­πο­θέ­τη­σή Τ­ου σ­τὸ μέ­σον τ­οῦ Να­οῦ. Τό­τε ψάλ­λε­ται τὸ ὑ­πέ­ρο­χο Ἀν­τί­φω­νο: «Σή­με­ρον κρε­μᾶ­ται ἐ­πὶ ξύ­λου ὁ ἐν ὕ­δα­σι τ­ὴν γ­ῆν κρε­μά­σας. Στέ­φα­νον ἐξ ἀ­καν­θῶν πε­ρι­τί­θε­ται ὁ τ­ῶν ἀγ­γέ­λων βα­σι­λεύς. Ψευ­δῆ πορ­φύ­ραν πε­ρι­βάλ­λε­ται ὁ πε­ρι­βάλ­λων τ­ὸν οὐ­ρα­νὸν ἐν νε­φέ­λαις. 'Ρ­ά­π­ι­σ­μα κα­τε­δέ­ξα­το ὁ ἐν Ἰ­ορ­δά­νῃ ἐ­λευ­θε­ρώ­σας τ­ὸν Ἀ­δάμ. Ἥ­λοις προ­ση­λώ­θη ὁ Νυμ­φί­ος τ­ῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Λόγ­χη ἐ­κεν­τή­θη ὁ Υἱ­ὸς τ­ῆς Παρ­θέ­νου. Προ­σκυ­νοῦ­μέν σ­ου τὰ πά­θη, Χρι­στέ. Δεῖ­ξον ἡ­μῖν κ­αὶ τ­ὴν ἒν­δο­ξόν σ­ου ἀ­νά­στα­σιν». Με­τά­φρα­ση: Σή­με­ρα κρε­μᾶ­ται ἐ­πά­νω σ­τὸ ξύ­λο Ἐ­κεῖ­νος ποὺ κρέ­μα­σε τὴ γῆ πά­νω σ­τὰ ὕ­δα­τα. Στε­φά­νι ἀ­πὸ ἀγ­κά­θια φο­ρά­ει σ­τ­ὴν κε­φα­λή, Ἐ­κεῖ­νος π­οὺ εἶ­ναι ὁ βα­σι­λιὰς τ­ῶν Ἀγ­γέ­λων. Ντύ­νε­ται μὲ ψεύ­τι­κη πορ­φύ­ρα (βα­σι­λι­κὸ ἱ­μά­τιο), αὐ­τὸς π­οὺ πε­ρι­βάλ­λει τ­ὸν οὐ­ρα­νὸ μὲ σύν­νε­φα. Δέ­χτη­κε ρά­πι­σμα, Ἐ­κεῖ­νος π­οὺ σ­τ­ὸν Ἰ­ορ­δά­νη (δ­ιὰ τ­οῦ βα­πτί­σμα­τός τ­ου) ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τ­ὸν Ἀ­δὰμ ἀ­πὸ τὸν δε­σμὸ τ­ῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Μὲ καρ­φιὰ καρ­φώ­θη­κε ὁ Νυμ­φί­ος τ­ῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μὲ λόγ­χη κεν­τή­θη­κε ὁ Υἱ­ὸς τ­ῆς Παρ­θέ­νου. Προ­σκυ­νοῦ­με τὰ πά­θη σ­ου Χρι­στέ. Δεῖ­ξε σέ μ­ᾶς κ­αὶ τ­ὴν ἔν­δο­ξή σ­ου Ἀ­νά­στα­ση.
Τὸ Με­γά­λο Σάβ­βα­το ἑ­ορ­τά­ζου­με τ­ὴν «θε­ό­σω­μο τα­φὴ τ­οῦ Κυ­ρί­ου μ­ας κ­αὶ τ­ὴν ε­ἰς Ἅ­δου κά­θο­δον» τ­οῦ Κυ­ρί­ου. Ψάλ­λον­ται τὰ Ἐγ­κώ­μια, σύν­το­μα τρο­πά­ρια π­οὺ ἐ­ξι­στο­ροῦν τὰ πά­θη τ­οῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­ξυ­μνοῦν τ­ὴν τα­φή Τ­ου, κ­αὶ δι­α­σαλ­πί­ζουν τ­ὴν νί­κη Τ­ου κα­τὰ τ­οῦ θα­νά­του. Σ­τὴ συ­νέ­χεια γί­νε­ται πε­ρι­φο­ρὰ τ­οῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου γύ­ρω ἀ­πὸ τ­ο­ὺς δρό­μους τ­ῆς ἐ­νο­ρί­ας.Ἡ κά­θο­δος αὐ­τὴ ἦ­ταν τὸ τε­λει­ω­τι­κὸ χτύ­πη­μα κα­τὰ τ­οῦ θα­νά­του. Γι­’­αὐ­τὸ ψέλ­νου­με «Ὅ­τε κα­τῆλ­θες π­ρ­ὸς τ­ὸν θά­να­τον, ἡ ζω­ὴ ἡ ἀ­θά­να­τος, τό­τε τ­ὸν ᾍ­δην ἐ­νέ­κρω­σας τῇ ἀ­στρα­πῇ τ­ῆς θε­ό­τη­τος». Τὸ πρω­ϊ τ­οῦ Μ. Σαβ­βά­του τε­λεῖ­ται σ­τ­ο­ὺς να­οὺς ὁ ἑ­σπε­ρι­νὸς τ­ῆς ἑ­ορ­τῆς τ­ῆς Ἀ­νά­στα­σης, ἡ «πρώ­τη Ἀ­νά­στα­ση». Σ­τ­ὴν βυ­ζαν­τι­νὴ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α ὁ Κύ­ριος πα­ρου­σι­ά­ζε­ται κα­τερ­χό­με­νος σ­τ­ὸν Ἅ­δη μὲ δό­ξα κρα­τών­τας τ­ὸν τί­μιο Σταυ­ρό Τ­ου. Συν­τρί­βει τ­ὶς πύ­λες τ­οῦ Ἅ­δη κ­αὶ ἀ­να­σύ­ρει ἀ­π’ ἐ­κεῖ τ­ὸν Ἀ­δάμ, τ­ὴν Εὔ­α, τ­ὸν Ἄ­βελ, τ­ο­ὺς Πα­τριά­ρχες, τ­ο­ὺς προ­φῆ­τες κ­αὶ ὅ­λους τ­ο­ὺς δι­καί­ους της Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης. (Ι.Μ. Λευ­κά­δος κ­αὶ Ἰ­θά­κης)
Τὸ Πά­σχα μ­ᾶς κα­λεῖ νὰ πε­ρά­σου­με ἀ­πὸ τ­ὸν ἐ­γω­κεν­τρι­σμό μ­ας σ­τὴ συ­να­δέλ­φω­ση. «Πά­σχα ἐν χα­ρᾷ ἀλ­λή­λους πε­ρι­πτυ­ξώ­με­θα». Νὰ προ­σφέ­ρου­με συγ­γνώ­μη, ἀλ­λη­λεγ­γύ­η καὶ ἀ­γά­πη σ­τ­ὸν συ­νά­θρω­πό μ­ας. «Συγ­χω­ρή­σω­μεν πάν­τα τῇ ἀ­να­στά­σει». (Ἀ­να­στά­σιος Ἀλ­βα­νί­ας)
Δι­α­σκευ­ή: Χρυ­σό­στο­μος Ρου­σής, ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς (Ἀ­πρί­λιος 2018)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου