Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ, ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
(1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ' ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐ­χα­ρι­στί­ας τὰ αἰ­τή­μα­τα ὑ­μῶν γνω­ρι­ζέ­σθω πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ ἡ ὑπε­ρέ­χου­σα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ' ὑμῶν.                     
 (Φιλιπ. δ΄[4] 4-9)
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
1. ΔΕΗΣΕΙΣ ΜΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ
Ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων εἶναι μία μέρα μοναδική μέσα στην περίοδο τοῦ ἱεροῦ Τριωδίου. Εἶναι ὁ πρόναος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Εἶναι ἡμέρα πανηγυρική ἀνάμεσα στίς τόσες κατανυκτικές. Διό­τι ὁ Κύριος προτυπώνοντας τόν αἰώνιο θρίαμβό του, εἰσέρχεται στήν ἁγία πόλη «καθήμενος ἐπί πῶλον ὄνου». Καί τά πλήθη τοῦ λαοῦ Τόν ὑποδέχονται μετά βαΐων καί κλάδων καί ζητωκραυγάζουν: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ».
Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας μέσα σ᾿ αὐτό τό κλίμα κινεῖται. «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε», μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καί τό ἐπαναλαμβάνει καί πάλι, «χαίρετε». Νά χαίρεστε. Ἡ ἐπιείκεια σας καί ἡ ὑποχωρητικότητά σας ἄς γίνει γνωστή σ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη και στούς ἀπίστους. Ὁ Κύριος πλησιάζει νά ἔλθει καί θ᾿ ἀποδώσει στόν καθένα ὅ,τι τοῦ ἀνήκει. Μή κυριεύεστε ἀπό ἄγχος γιά τίποτε, ἀλλά γιά κάθε τι πού σᾶς παρου­σιάζεται κάνετε γνωστά τά αἰτήματά σας πρός τόν Θεό μέ τήν προσευχή καί μέ τή δέηση, οἱ ὁποῖες πρέπει νά συνοδεύονται καί μέ εὐχαριστία εὐγνωμοσύνης γιά ὅσα ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε. «Μετά εὐχαριστίας τά αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρός τόν Θεόν». Κι ἔτσι, ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας τήν τελειότητα δέν μπορεῖ νά νιώ­σει κάθε νοῦς, θά φρουρήσει τίς καρδιές σας καί τίς σκέψεις σας, ἐφόσον μένετε ἑνωμένοι μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Σ᾿ αὐτό τό ἱερό κείμενο μᾶς προκαλεῖ ἐντύπωση μιά φράση τοῦ Ἀποστόλου πού δέν τήν κατανοεῖ κανείς μέ μία πρώ­τη ἀνάγνωση. Ζητᾶ νά ἀναφέρουμε τά προβλήματα καί τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας στόν Κύριο μας μέ αἰσθήματα εὐχαριστίας καί εὐγνωμοσύνης. Γιατί; Διό­τι ὅταν ἐμπιστευόμαστε τή ζωή μας στά χέρια τοῦ Θεοῦ, κατανοοῦμε ὅτι ἀκόμη καί τά δυσάρεστα γεγονότα εἶναι γιά τό καλό μας. Τά ξέρει ὅλα ὁ Κύριός μας καί ὅ,τι ἐπιτρέπει τελικῶς συντελεῖ στή σωτηρία μας. Ἀφοῦ ὅμως τά ξέρει, γιατί νά Τοῦ τά ἀναφέρουμε; Γιά νά δείξου­με τήν ἐξάρτησή μας ἀπ᾿ Αὐτόν καί τήν ἐμπιστοσύνη μας σ᾿ Αὐτόν. Ὅλα τά προβλήματά μας μόνο ὁ Κύριος μπορεῖ νά μᾶς τά λύσει. Γι᾿ αὐτό νά τ᾿ ἀναθέτουμε ὅλα στόν Θεό. Ὅλη μας τή ζωή νά τήν ἐμπιστευόμαστε σ᾿ Αὐτόν. Τό θέλημά του νά γίνεται. Ἐάν εἴμαστε γνήσιοι ἄνθρω­ποι τοῦ Χριστοῦ, θά πρέπει ὅλα νά τά κάνουμε δοξολογητική προσευχή. Καί τή δυσκολία και τή θλίψη, καί τή χαρά καί τήν ἐπιτυχία. Ὅ,τι κι ἄν μᾶς συμβεῖ. Διότι ὅλα μέ τήν προσευχή παίρνουν τόν δρό­μο τους, ὅταν ἐμεῖς ἔχουμε ἐμπιστοσύνη καί πίστη στήν ἀγάπη του καί τήν πρό­νοιά Του. Ἔτσι θά ζοῦμε χωρίς ἀγωνία. Ὅλα θά γίνονται προσευχή. Μέσα στό κλίμα τῆς προσευχῆς ὅλα γίνονται μέ χάρη καί χαρά.
2. ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ
Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος στή συνέχεια μᾶς δίνει πνευματικές παρακαταθήκες σπου­δαῖες, πού ἀναφέρονται στίς σκέψεις καί στίς πράξεις μας. Ἀδελφοί, λέει, ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα εἶναι σεμνά, ὅσα εἶναι δίκαια, ὅσα εἶναι ἀμόλυντα καί ἁγνά, ὅσα εἶναι προσφιλή στόν Θεό καί στούς καλούς ἀνθρώπους, ὅσα ἔχουν καλή φήμη, καί ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρετή καί ὁποιοδήποτε καλό ἔργο πού εἶναι ἄξιο ἐπαίνου, αὐτά νά συλλογίζεστε καί νά προσέχετε, κι ἔτσι νά τά ἐφαρμόζετε καί στή ζωή σας· «ταῦτα λογίζεσθε· καί... ταῦτα πράσσετε». Αὐτά πού μάθατε καί παραλάβατε μέ τήν προφορική διδασκα­λία μου καί τά ἀκούσατε καί τά εἴδατε σ᾿ ὅλη τή συμπεριφορά μου καί τή διαγωγή μου, αὐτά καί νά κάνετε. Καί τότε ὁ Θεός πού εἶναι ὁ χορηγός τῆς εἰρήνης θά εἶναι μαζί σας.
Ὅλες αὐτές οἱ πνευματικές παρακατα­θήκες πού δίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Φιλιππησίους, ἀναφέρονται οὐσια­στικά σ᾿ ἕνα θέμα, στήν καθαρότητα καί τήν ἁγιότητα τῶν σκέψεων καί τῶν πρά­ξεών μας. Νά εἶναι οἱ σκέψεις μας ἀμόλυν­τες, γιά νά εἶναι καί οἱ πράξεις μας θεάρεστες. Διότι ἀπό τό περιεχόμενο τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς μας πηγάζουν καί οἱ πρά­ξεις μας. Αὐτήν βέβαια τή γενική ἀλήθεια μποροῦμε ἰδιαιτέρως τώρα τίς ἅγιες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος νά τήν ἐφαρ­μόσουμε μέ ἰδιαίτερο περιεχόμενο. Μήν ἀφήσουμε δηλαδή τό νοῦ μας τίς μεγά­λες καί κοσμοσωτήριες καί ἱερές αὐτές ἡ­μερες νά πελαγοδρομεῖ στά καθημερινά καί τά βιοτικά. Ἀλλά ἄς στρέψουμε τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας στόν ἐρχόμενο Βασι­λέα τῶν βασιλευόντων.
Ἄς Τόν ὑποδεχθοῦμε ὄχι τόσο μέ βαΐα φοινίκων καί πρόσκαιρα ἐπιδερμικά αἰ­σθήματα ἀλλά μέ βιώματα ἱερά. Σέ λίγο ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἀρχίζει. Θά ἀντικρίσουμε τόν Κύριο καί Βασιλέα τῆς ζωῆς μας ἐπάνω στό σταυρό. Ἄς Τοῦ προσφέ­ρουμε ὄχι τόσο τά δάκρυα καί τά ἄνθη μας, ἀλλά τήν καρδιά μας καί τήν ἀγάπη μας. Νά ἀφήσουμε τόν νοῦ μας νά πλημ­μυρίσει μέ ἅγιες σκέψεις καί αἰσθήματα ἀφοσιώσεως καί μετανοίας. Νά γίνει ἡ καρδιά μας ἱερό ὄχημα, γιά νά ἔλθει μέ­σα της ὁ Χριστός. Ἔτσι θά μεταμορφωθεῖ καί ἡ ζωή μας. Ἔτσι καί οἱ πράξεις μας θά ἐξαγιασθοῦν. Μοναδική ἐντρύφηση μας νά εἶναι ἡ μελέτη τῶν ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου μας. Νά πονέσουμε ὅχι μόνο γιά τά δικά του Πάθη ἀλλά καί γιά τίς δι­κές μας ἁμαρτίες, πού τόσο εὔκολα καί ἐξακολουθητικά διαπράττουμε. Κι ἄς Τόν παρακαλέσουμε νά μᾶς κάνει νέους ἀν­θρώπους, ἀναγεννημένους καί ἀναστη­μένους.
     (Δ­ι­α­σ­κ­ε­υὴ ἀ­πὸ π­α­λ­α­ιὸ τ­ό­μο τ­οῦ Π­ε­ρ­ι­ο­δ­ι­κ­οῦ «Ο Σ­Ω­Τ­ΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Πρ ξ ἡ­με­ρῶν το πά­σχα ἦλ­θεν ὁ Ἰ­η­σοῦς ες Βη­θα­νί­αν, ὅ­που ἦν Λζαρος τε­θνη­κώς, ν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. Ἐπο­ί­η­σαν ον αὐ­τῷ δεῖ­πνον ἐ­κεῖ, κα Μρθα δι­η­κό­νει· δ Λζαρος ες ν κ τν ἀ­να­κει­μέ­νων σν αὐ­τῷ. ον Μα­ρί­α, λα­βοῦ­σα λί­τραν μύ­ρου νάρ­δου πι­στι­κῆς πο­λυ­τί­μου, ἤ­λει­ψε τος πό­δας το Ἰ­η­σοῦ κα ἐ­ξέ­μα­ξε τας θρι­ξὶν αὐ­τῆς τος πό­δας αὐ­τοῦ· δ οἰ­κί­α ἐ­πλη­ρώ­θη ἐκ τς ὀ­σμῆς το μύ­ρου. λέ­γει ον ες κ τν μα­θη­τῶν αὐ­τοῦ, Ἰ­ο­ύ­δας Σμωνος Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, μέλ­λων αὐ­τὸν πα­ρα­δι­δό­ναι· Δια­τί τοῦ­το τ μύ­ρον οκ ἐ­πρά­θη τρι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων κα ἐ­δό­θη πτω­χοῖς; εἶ­πε δ τοῦ­το οχ ὅ­τι πε­ρὶ τν πτω­χῶν ἔ­με­λεν αὐ­τῷ, ἀλ­λ’ ὅ­τι κλέ­πτης ν, κα τ γλωσ­σό­κο­μον εἶ­χε κα τ βαλ­λό­με­να ἐ­βά­στα­ζεν. εἶ­πεν ον Ἰ­η­σοῦς· Ἄ­φες αὐ­τήν, ες τν ἡ­μέ­ραν το ἐν­τα­φια­σμοῦ μου τε­τή­ρη­κεν αὐ­τό. τος πτω­χοὺς γρ πάν­το­τε ἔ­χε­τε με­θ’ ἑαυ­τῶν, ἐ­μὲ δ ο πάν­το­τε ἔ­χε­τε. Ἔ­γνω ον ὄ­χλος πο­λὺς κ τν Ἰ­ου­δα­ί­ων ὅ­τι ἐ­κεῖ ἐ­στι, κα ἦλ­θον ο δι τν Ἰ­η­σοῦν μό­νον, ἀλ­λ’ ἵ­να κα τν Λζαρον ἴ­δω­σιν ὃν ἤ­γει­ρεν ἐκ νε­κρῶν. ἐ­βου­λε­ύ­σαν­το δ ο ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἵ­να κα τν Λζαρον ἀ­πο­κτε­ί­νω­σιν, ὅ­τι πολ­λοὶ δι’ αὐ­τὸν ὑ­πῆ­γον τν Ἰ­ου­δα­ί­ων κα ἐ­πί­στευ­ον ες τν Ἰ­η­σοῦν. Τ ἐ­πα­ύ­ριον ὄ­χλος πο­λὺς ἐλ­θὼν ες τν ἑ­ορ­τήν, ἀ­κο­ύ­σαν­τες ὅ­τι ἔρ­χε­ται Ἰ­η­σοῦς ες Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἔ­λα­βον τ βαΐ­α τν φοι­νί­κων κα ἐ­ξῆλ­θον ες ὑ­πάν­τη­σιν αὐ­τῷ, κα ἐ­κραύ­γα­ζον· Ὡ­σαν­νά· εὐ­λο­γη­μέ­νος ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, βα­σι­λεὺς το Ἰσ­ρα­ήλ. εὑ­ρὼν δ Ἰ­η­σοῦς ὀ­νά­ριον ἐ­κά­θι­σεν ἐ­π' αὐ­τό, κα­θώς ἐ­στι γε­γραμ­μέ­νον· Μ φο­βοῦ, θύ­γα­τερ Σι­ών· ἰ­δοὺ ὁ βα­σι­λε­ύς σου ἔρ­χε­ται κα­θή­με­νος ἐ­πὶ πῶ­λον ὄ­νου. Ταῦ­τα δ οκ ἔ­γνω­σαν ο μα­θη­ταὶ αὐ­τοῦ τ πρῶ­τον, ἀλ­λ' ὅ­τε ἐ­δο­ξά­σθη ὁ Ἰ­η­σοῦς, τό­τε ἐ­μνή­σθη­σαν ὅ­τι ταῦ­τα ν ἐ­π' αὐ­τῷ γε­γραμ­μέ­να, κα ταῦ­τα ἐ­ποί­η­σαν αὐ­τῷ. Ἐ­μαρ­τύ­ρει ον ὄ­χλος ὁ ν με­τ’ αὐ­τοῦ ὅ­τε τν Λζαρον ἐ­φώ­νη­σεν ἐκ το μνη­με­ί­ου κα ἤ­γει­ρεν αὐ­τὸν κ νε­κρῶν. δι τοῦ­το κα ὑ­πήν­τη­σεν ατ χλος, τι κουσαν τοτο ατν πεποιηκναι τ σημεον.                    
 (Ἰωάν. ιβ΄[12] 1 – 18)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
          Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἑ­ορ­τὴ τοῦ Πά­σχα ἦλ­θε Ἰ­η­σοῦς στὴ Βη­θα­νί­α, ὅ­που ἔ­με­νε ὁ Λά­ζα­ρος ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ Κύ­ριος τὸν εἶ­χε ἀ­να­στή­σει ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Οἱ συγ­γε­νεῖς λοι­πὸν τοῦ Λα­ζά­ρου, ἐ­πει­δὴ αἰ­σθά­νον­ταν με­γά­λο σε­βα­σμὸ καὶ εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρὸς τὸν Ἰησοῦ γιὰ τὸ θαῦ­μα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­τε­λέ­σει, τοῦ ἔ­κα­ναν δεῖ­πνο ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρ­θα ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε. Ὁ Λά­ζα­ρος μά­λι­στα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους ποὺ κά­θον­ταν καὶ ἔ­τρω­γαν στὸ τρα­πέ­ζι μα­ζί του. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε γύ­ρω στὰ τρι­α­κό­σια εἴ­κο­σι πέν­τε γραμ­μά­ρια μύ­ρο κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἀ­πὸ νάρ­δο (εἶ­δος τοῦ ἀ­ρω­μα­τι­κοῦ φυ­τοῦ τῆς βα­λε­ριά­νας), μύ­ρο γνή­σιο, ἀ­νό­θευ­το καὶ πά­ρα πο­λὺ ἀ­κρι­βό, ἄ­λει­ψε μ' αὐ­τὸ τὰ πό­δια τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Κι ἔ­πει­τα, ἐκ­δη­λώ­νον­τας τὴ βα­θιὰ τα­πεί­νω­σή της πρὸς τὸν Κύ­ριο, σκού­πι­σε μὲ τὰ μαλ­λιὰ της τὰ πό­δια του. Κι ὅ­λο τὸ σπί­τι τό­τε  γέ­μι­σε  ἀ­πὸ  τὴν  εὐ­ω­δί­α  τοῦ  μύ­ρου. Ὕ­στε­ρα  λοι­πὸν  ἀ­πὸ τὴν πρά­ξη αὐ­τὴ τῆς Μα­ρί­ας εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς μα­θη­τές του, ὁ Ἰ­ού­δας ὁ γιὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰ­σκα­ρι­ώ­της, ἐ­κεῖ­νος ποὺ σκό­πευ­ε νὰ τὸν προ­δώ­σει καὶ νὰ τὸν πα­ρα­δώ­σει στοὺς σταυ­ρω­τές του: Ἀν­τὶ νὰ χυ­θεῖ καὶ νὰ σπα­τα­λη­θεῖ ἄ­σκο­πα τὸ μύ­ρο αὐ­τό, για­τί δὲν που­λή­θη­κε στὴν τι­μὴ τῶν τρι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων, δη­λα­δὴ τρι­α­κο­σί­ων ἡ­με­ρο­μι­σθί­ων, καὶ δὲν δό­θη­κε τὸ ἀν­τί­τι­μό του ἐ­λε­η­μο­σύ­νη στοὺς φτω­χούς; Καὶ τὸ εἶ­πε αὐ­τό, ὄ­χι για­τί ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ τοὺς φτω­χούς, ἀλλά δι­ό­τι ἦ­ταν κλέ­φτης· καὶ κα­θὼς δι­α­χει­ρι­ζό­ταν τὸ κοι­νὸ τα­μεῖ­ο καὶ εἶ­χε τὸ κου­τὶ τῶν συ­νει­σφο­ρῶν, κρα­τοῦ­σε κρυ­φὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­πὸ τὰ χρή­μα­τα ποὺ ἔ­ρι­χναν σ' αὐ­τό. Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Ἰησοῦς ἄ­κου­σε τὸν Ἰ­ού­δα νὰ ἐ­πι­κρί­νει τὴν Μα­ρί­α, τοῦ εἶ­πε: ­Ἄ­φη­σέ την ἥ­συ­χη καὶ μὴν τὴν κα­τη­γο­ρεῖς. Ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τή, σὰν νὰ προ­αι­σθα­νό­ταν ὅ­τι σὲ λί­γες μέ­ρες πρό­κει­ται νὰ τα­φῶ, φύ­λα­ξε τὸ μύ­ρο αὐ­τὸ γιὰ νὰ μοῦ τὸ προ­σφέ­ρει, προ­α­ναγ­γέλ­λον­τας ἔτσι συμ­βο­λι­κὰ τὴν ἑ­τοι­μα­σί­α τοῦ σώ­μα­τός μου μὲ μύ­ρο τήν ἡμέρα τῆς τα­φῆς μου. Μὴν τὴν ἐμ­πο­δί­ζε­τε λοι­πόν. Τοὺς φτω­χοὺς πάντοτε τούς ἔ­χε­τε μα­ζί σας, καὶ μπο­ρεῖ­τε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στιγ­μὴ νὰ τοὺς ἐ­λε­ή­σε­τε. Ἐμένα ὅ­μως δὲν μὲ ἔ­χε­τε πάντοτε δι­ό­τι σὲ λί­γες μέ­ρες θὰ πε­θά­νω.
Ἀ­πὸ τὸ δεῖ­πνο λοι­πὸν αὐ­τὸ καὶ ἀ­π' ὅ­σα συ­νέβησαν σ' αὐ­τό, πο­λὺς λα­ὸς ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Ἰησοῦς βρισκόταν στὴ Βη­θα­νί­α. Καὶ ἦλ­θαν ἐκεῖ ὄχι μόνο γιά τόν Ἰησοῦ, ἀλλά γιὰ νὰ δοῦν καὶ τὸν Λά­ζα­ρο, τόν ὁποῖο εἶχε ἀ­να­στή­σει ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Με­τὰ ὅ­μως ἀ­π' αὐ­τὸ οἱ ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἀποφά­σι­σαν νά σκο­τώ­σουν καὶ τὸν Λά­ζα­ρο, δι­ό­τι ἐ­ξαι­τί­ας του πολ­λοὶ ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους πήγαιναν στὴ Βη­θα­νί­α γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θοῦν ἂν πραγματικά ἀ­να­στή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Κι ὅ­ταν τὸ διαπίστωναν αὐ­τό, πί­στευ­αν στὸν Ἰ­ησοῦ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, λα­ὸς πο­λὺς ποὺ εἶχε ἔλθει γιὰ τὴν ἑ­ορ­τή, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν ὅ­τι ἔρ­χε­ται ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα, πῆ­ραν στὰ χέ­ρια τους κλα­διὰ ἀ­πὸ τὶς χουρ­μα­δι­ὲς πού ἦ­ταν κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου καὶ βγῆ­καν ἀ­πὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χθοῦν. Καὶ φώ­να­ζαν δυ­να­τά: Δόξα καί τιμή σ' αὐ­τὸν ποὺ ὑ­πο­δε­χό­μα­στε! Εὐλογημένος καὶ δοξα­σμέ­νος νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀπό τὸν Κύ­ριο ὡς ἀν­τι­πρό­σω­πός του. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ἔν­δοξος βα­σι­λιὰς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ποὺ τό­σο και­ρὸ πε­ρι­μέ­να­με.
Ὁ Ἰησοῦς μά­λι­στα ζή­τη­σε καὶ βρῆ­κε ἕ­να πουλαράκι καὶ κά­θι­σε πά­νω σ' αὐ­τό, σύμ­φω­να μ' ἐ­κεῖ­νο ποὺ εἶναι γραμ­μέ­νο στὸν προ­φή­τη Ζα­χα­ρί­α: Μὴ φο­βᾶ­σαι, Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, κό­ρη τοῦ ὄρους Σιών. Νά, ὁ βα­σι­λιάς σου ἔρ­χε­ται ὄ­χι σὰν τύ­ραν­νος καὶ κατακτητής πά­νω σὲ ἄ­λο­γο ἤ σὲ ἅρ­μα πο­λε­μι­κό, ἀλλά καθισμένος πά­νω σ' ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι. Τί σή­μαι­ναν ὅ­μως τὰ λό­για αὐ­τὰ τοῦ Ζα­χα­ρί­α δὲν κα­τά­λα­βαν οἱ μα­θη­τές του ἀ­πὸ τὴν ἀρχή, τὴν ὥ­ρα τῆς θρι­αμ­βευ­τι­κῆς του αὐ­τῆς εἰ­σό­δου, ἀλλά ὅ­ταν ὁ Ἰ­η­σοῦς δο­ξά­σθη­κε μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τὴν Ἀ­νά­λη­ψή του. Τό­τε φω­τί­στη­καν ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα καὶ θυ­μή­θη­καν ὅ­τι τὰ προ­φη­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για τοῦ Ζα­χα­ρί­α ἦ­ταν γι' αὐ­τὸν γραμ­μέ­να. Καὶ οἱ ἴδιοι εἶ­χαν κά­νει μί­α τέ­τοι­α ὑ­πο­δο­χὴ γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ εἶ­χαν συ­νερ­γα­σθεῖ, χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νουν, ὥ­στε νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν ἀ­κρι­βῶς τὰ προ­φη­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για. Ὅ­λοι λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἦ­ταν μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­η­σοῦ ὅ­ταν αὐ­τὸς εἶ­χε φω­νά­ξει ἀ­π' τὸν τά­φο τὸν Λά­ζα­ρο καὶ τὸν εἶ­χε ἀ­να­στή­σει ἀ­πὸ τοὺς νε­κροὺς καὶ τώ­ρα ἦ­ταν στὴν ὑ­πο­δο­χὴ αὐ­τή, δι­η­γοῦνταν καὶ δι­α­βε­βαί­ω­ναν τὸ θαῦ­μα τοῦ Λα­ζά­ρου σ' ὅ­σους δὲν τὸ εἶ­χαν δεῖ. Γι' αὐ­τὸ καὶ τὰ πλή­θη τοῦ λαοῦ τὸν προ­ϋ­πάν­τη­σαν, δι­ό­τι ἄ­κου­σαν ἀ­πὸ τοὺς αὐ­τό­πτες αὐ­τοὺς μάρ­τυ­ρες ὅ­τι αὐ­τὸς εἶχε κά­νει τὸ με­γά­λο αὐ­τὸ θαῦ­μα.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου