Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


Ι­Ε­ΡΑ ΜΗ­ΤΡΟ­ΠΟ­ΛΙΣ ΠΑ­ΦΟΥ
 Ι­Ε­ΡΟΣ ΝΑ­ΟΣ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΩΝ ΠΑΥ­ΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡ­ΝΑ­ΒΑ
ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΟΥ ΠΑ­ΣΧΑ
(8 Α­ΠΡΙ­ΛΙΟΥ 2018)

Ο Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΟΣ
Τὸν μὲν πρῶ­τον λό­γον ἐ­ποι­η­σά­μην πε­ρὶ πάν­των, ὦ Θε­ό­φι­λε, ὧν ἤρ­ξα­το ὁ ᾿Ι­η­σοῦς ποι­εῖν τε καὶ δι­δά­σκειν ἄ­χρι ἧς ἡ­μέ­ρας ἐν­τει­λά­με­νος τοῖς ἀ­πο­στό­λοις διὰ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου οὓς ἐ­ξε­λέ­ξα­το ἀ­νε­λή­φθη· οἷς καὶ πα­ρέ­στη­σεν ἑ­αυ­τὸν ζῶν­τα με­τὰ τὸ πα­θεῖν αὐ­τὸν ἐν πολ­λοῖς τεκ­μη­ρί­οις, δι᾿ ἡ­με­ρῶν τεσ­σα­ρά­κον­τα ὀ­πτα­νό­με­νος αὐ­τοῖς καὶ λέ­γων τὰ πε­ρὶ τῆς βα­σι­λε­ί­ας τοῦ Θε­οῦ. Καὶ συ­να­λι­ζό­με­νος πα­ρήγ­γει­λεν αὐ­τοῖς ἀ­πὸ ῾Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων μὴ χω­ρί­ζε­σθαι, ἀλ­λὰ πε­ρι­μέ­νειν τὴν ἐ­παγ­γε­λί­αν τοῦ πα­τρὸς ἣν ἠ­κο­ύ­σα­τέ μου· ὅ­τι ᾿Ι­ω­άν­νης μὲν ἐ­βά­πτι­σεν ὕ­δα­τι, ὑ­μεῖς δὲ βα­πτι­σθή­σε­σθε ἐν Πνε­ύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ οὐ με­τὰ πολ­λὰς τα­ύ­τας ἡ­μέ­ρας. Οἱ μὲν οὖν συ­νελ­θόν­τες ἐ­πη­ρώ­των αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Κύ­ρι­ε, εἰ ἐν τῷ χρό­νῳ το­ύ­τῳ ἀ­πο­κα­θι­στά­νεις τὴν βα­σι­λε­ί­αν τῷ ᾿Ισ­ρα­ήλ; Εἶ­πε δὲ πρὸς αὐ­το­ύς· Οὐχ ὑ­μῶν ἐ­στι γνῶ­ναι χρό­νους ἢ και­ροὺς οὓς ὁ πα­τὴρ ἔ­θε­το ἐν τῇ ἰ­δί­ᾳ ἐ­ξου­σί­ᾳ, ἀλ­λὰ λή­ψε­σθε δύ­να­μιν ἐ­πελ­θόν­τος τοῦ ῾Α­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος ἐφ᾿ ὑ­μᾶς, καὶ ἔ­σε­σθέ μοι μάρ­τυ­ρες ἔν τε ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ καὶ ἐν πά­σῃ τῇ ᾿Ι­ου­δα­ί­ᾳ καὶ Σα­μα­ρε­ί­ᾳ καὶ ἕ­ως ἐ­σχά­του τῆς γῆς.
                                            (Πράξ. Ἀ­πο­στ. a΄[1] 1 – 8)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
1. ΑΤΡΑΝΤΑΧΤΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ
«Ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως»! Ἀνέστη! Καί τό θριαμβευτικό αὐτό μήνυμα ἀντηχεῖ μέσα στούς αἰῶνες καί πλημμυρίζει τούς πι­στούς μέ ἀγαλλίαση. Μ᾿ αὐτό τό μήνυμα ξεκινᾶ ὁ ἅγιος εὐαγγελιστής Λουκᾶς τίς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων». Καί λέει ὅτι τό πρῶτο του βιβλίο, τό κατά Λουκᾶν Εὐαγ­γέλιο, τό ἔγραψε γιά νά ἐξιστορήσει ὅλα τά ἐκπληκτικά θαύματα πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς καί τίς θαυμαστές διδασκαλίες, πού κήρυξε μέχρι τήν ἡμέρα πού ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς. Πρίν ὅμως ἀπό τήν Ἀνάληψή του ὁ Κύριος μετά τή Σταύρωσή του καί τό θάνατό του εμφανίστηκε ἀναστημένος στούς Ἀποστόλους του. Καί τούς ἔδωσε τίς τελευταῖες του ὁδηγίες καί ἐντολές. «Παρέστησεν ἑαυτόν ζῶντα μετά τό παθεῖν αὐτόν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις». Μέ πολλά καί ἀδιαμφισβήτητα τεκμήρια τούς βεβαί­ωσε ὅτι ἦταν πραγματικά ζωντανός. Γι᾿ αὐτό κάποιες φορές μάλιστα ἔτρωγε μαζί τους. Καί ἐπί σαράντα ἡμέρες ἐμφανιζόταν σ᾿ αὐτούς καί τούς ἐξηγοῦσε τά μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καί τούς παρήγ­γειλε νά μήν ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τά Ἱε­ροσόλυμα, ἀλλά νά περιμένουν τήν πρα­γματοποίηση τῆς ὑποσχέσεως πού τούς ἔδωσε: ὅτι ὁ Θεός Πατήρ θά τούς ἔστελνε τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού θά τούς ἐνίσχυε στό ἔργο τους και στή ζωή τους.
Γιατί ὅμως ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής τονίζει τόσο πολύ τά τεκμήρια τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου; Διότι οἱ μαθητές, πού ἀρχι­κά δυσπιστοῦσαν, ἔπρεπε νά πεισθοῦν στήν Ἀνάσταση μέ ἀποδείξεις μεγάλες καί πολλές, γιά νά μήν τούς μείνει καμία ἀμ­φιβολία. Ἀργότερα ἔπρεπε νά διαβεβαιώ­νουν οἱ ἴδιοι τό μέγιστο θαῦμα τῆς Ἀνα­στάσεως μέσα ἀπό τήν προσωπική τους ἐμπειρία. Νά διαβεβαιώνουν ὅτι δέν ἀπα­τήθηκαν, ὅτι δέν πιστεύουν σ᾿ ἕνα μύθο. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Κύριος ἐνῶ θά μποροῦσε ἀμέσως μετά τήν Ἀνάστασή του νά ἀναληφθεῖ στούς οὐρανούς, παρέμεινε σα­ράντα ὁλόκληρες ἡμέρες κοντά τους, συγ­καταβαίνοντας στήν ἀδυναμία τους. Γιά νά τούς δώσει τεκμήρια ἀδιάσειστα ὅτι πραγματικά ἀναστήθηκε· τεκμήρια πού θά τούς ἔπειθαν μέ τίς αἰσθήσεις τους. Τούς ἔδειξε τίς οὐλές ἀπό τά καρφιά στά χέρια του, στά πόδια του καί στήν ἁγία πλευρά του. Γι᾿ αὐτό καί ἔφαγε μαζί τους. Κι ἔτσι οἱ μαθητές βεβαιωμένοι ἀπόλυτα στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔτρεξαν στά πέ­ρατα τοῦ κόσμου κι ἔγιναν μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Κήρυξαν μέ ἀπόλυτη πεποί­θηση τό συγκλονιστικότερο μήνυμα, ὅτι ὁ Χριστός νίκησε τόν θάνατο. Ἄνοιξε πλέον τόν δρόμο γιά τήν αἰωνιότητα. Μέ τή δική του Ἀνάσταση ἔγινε ὁ πρόδρομος τῆς δικῆς μας Ἀναστάσεως. Καί μᾶς καλεῖ σέ νέα ἀναστημένη ζωή.
2. ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ
Στή συνέχεια ὁ ἱερός εὐαγγελιστής μᾶς περιγράφει κάτι παράδοξο. Ἐνῶ, λέει, ὁ Κύριος ἔδινε ἀδιάσειστα τεκμήρια στούς μαθητές του γιά τό συνταρακτικό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως, αὐτοί περίμεναν μίαν ἄλλη Ἀνάσταση, ἐπίγεια καί πολύ κατώτε­ρη. Περίμεναν τήν ἀνάσταση τοῦ ἔθνους τους. Γι᾿ αὐτό καί κάποια στιγμή ὅλοι μαζί πλησίασαν τόν ἀναστημένο Κύριο καί Τόν ρωτοῦσαν: Κύριε, πές μας, ἔφθασε ἄραγε ἡ ἡμέρα νά ἀποκαταστήσεις τή βα­σιλεία τοῦ Ἰσραήλ; Ὁ Κύριος ὅμως τούς ἀπάντησε: Δέν εἶναι δικό σας δικαίωμα νά μάθετε αὐτό πού κρατᾶ ὁ Πατήρ στήν ἀποκλειστική του ἐξουσία. Ἐσεῖς θά πλημ­μυρίσετε μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύμα­τος. Καί θά γίνετε μάρτυρες τῆς ζωῆς μου καί τῆς διδασκαλίας μου «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».
Μᾶς προκαλεί ἀσφαλῶς ἐντύπωση ἡ ἐσφαλμένη αὐτή ἰδέα πού εἶχαν οἱ μαθητές ακόμη καί μετά τήν Ἀνάσταση γιά τή βα­σιλεία τοῦ Ἰσραήλ. Νόμιζαν ὅτι ὁ Κύριος σέ λίγο θά ἐγκαθίδρυε μία ἐγκόσμια βασι­λεία. Μιά βασιλεία πού θά ἀπελευθέρωνε τό ἔθνος τους ἀπ᾿ τή ρωμαϊκή κυριαρχία καί θά τό ἀποκαθιστοῦσε στήν παλιά του δόξα. Τρία χρόνια ζοῦσαν μαζί μέ τόν Κύ­ριο καί δέν εἶχαν καταλάβει ἀκόμη ὅτι ἡ Βασιλεία του δέν ἦταν «ἐκ τοῦ κόσμου τού­του». Ἀλλά καί τώρα; Βλέπουν τόν Κύριο ἀναστημένο! Αὐτόν πού νίκησε τόν θάνα­το. Αὐτόν πού τούς καλεῖ σέ μία Βασιλεία ἀσυγκρίτως ἀνώτερη. Κι αὐτοί περιμένουν ἀκόμη μιά βασιλεία ἐγκόσμια. Γι᾿ αὐτό ὁ Κύριος τούς διορθώνει καί τούς προσανατολίζει ἀπό τά ἐπίγεια στά οὐράνια. Καί τούς καλεῖ νά δώσουν τή μαρτυρία τους ὄχι γιά μιά βασιλεία ἰουδαϊκή, ἀλλά γιά μιά Βασιλεία παγκόσμια, πνευματική καί αἰώ­νια. Βέβαια οἱ μαθητές πρίν ἀπό τήν Πεν­τηκοστή δέν μποροῦσαν νά κατανοήσουν τίς ἀσύλληπτες διαστάσεις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Μετά ὅμως ὁπλισμένοι μέ τόν φωτισμό καί τήν ἀκατανίκητη δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄργωσαν τά πέρατα τοῦ κόσμου γιά νά κηρύξουν τό θριαμβευτικό μήνυμα τῆς Βασιλείας αὐτῆς· νά κηρύξουν ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἀναστημένος βασι­λεύς ὄχι μόνο τοῦ Ἰσραήλ ἀλλά ὅλης τῆς κτίσεως. Καί γι᾿ αὐτό τους τό κήρυγμα ἔ­δωσαν ἀκόμη καί τή ζωή τους οἱ ἅγιοι Ἀ­πόστολοι καί ἑκατομμύρια μαρτύρων, κη­ρύττοντας τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί προσμένοντας τήν Ἀνάσταση ὅλων τῶν νεκρῶν. Καί ἡ μαρτυρία τους θριαμβευτι­κά ἀντηχεῖ ἀκόμη σ᾿ ὅλη τήν κτίση. Ἀνέστη ὁ Κύριος. Διότι «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ».
 (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)
    
ΤΟ Ι­Ε­ΡΟ ΕΥ­ΑΓ­ΓΕ­ΛΙΟ
Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος, καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θε­όν, καὶ Θε­ὸς ἦν ὁ Λό­γος.  Οὗ­τος ἦν ἐν ἀρ­χῇ πρὸς τὸν Θε­όν. πάν­τα δι' αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, καὶ χω­ρὶς αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το οὐ­δὲ ἕν ὃ γέ­γο­νεν. ἐν αὐ­τῷ ζω­ὴ ἦν, καὶ ἡ ζω­ὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀν­θρώπων καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκο­τί­ᾳ φαί­νει, καὶ ἡ σκο­τί­α αὐ­τὸ οὐ κα­τέ­λα­βεν. Ἐ­γέ­νε­το ἄν­θρω­πος ἀ­πε­σταλ­μέ­νος πα­ρὰ Θε­οῦ, ὄ­νο­μα αὐ­τῷ Ἰ­ω­άν­νης· οὗ­τος ἦλ­θεν εἰς μαρ­τυ­ρί­αν, ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ τοῦ φω­τός, ἵ­να πάν­τες πι­στε­ύ­σω­σιν δι' αὐ­τοῦ. οὐκ ἦν ἐ­κεῖ­νος τὸ φῶς, ἀλ­λ' ἵ­να μαρ­τυ­ρή­σῃ πε­ρὶ τοῦ φω­τός. Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν, ὃ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον, ἐρ­χό­με­νον εἰς τὸν κό­σμον. ἐν τῷ κό­σμῳ ἦν, καὶ ὁ κό­σμος δι' αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το, καὶ ὁ κό­σμος αὐ­τὸν οὐκ ἔ­γνω. εἰς τὰ ἴ­δια ἦλ­θεν, καὶ οἱ ἴ­διοι αὐ­τὸν οὐ πα­ρέ­λα­βον. ὅ­σοι δὲ ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι, τοῖς πι­στε­ύ­ου­σιν εἰς τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ, οἳ οὐκ ἐξ αἱ­μά­των, οὐ­δὲ ἐκ θε­λή­μα­τος σαρ­κὸς, οὐ­δὲ ἐκ θε­λή­μα­τος ἀν­δρὸς, ἀλ­λ' ἐκ Θε­οῦ ἐ­γεν­νή­θη­σαν. Καὶ ὁ Λό­γος σὰρξ ἐ­γέ­νε­το καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν, καὶ ἐ­θε­α­σά­με­θα τὴν δό­ξαν αὐ­τοῦ, δό­ξαν ὡς μο­νο­γε­νοῦς πα­ρὰ πα­τρός, πλή­ρης χά­ρι­τος καὶ ἀ­λη­θε­ί­ας. Ἰ­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεῖ πε­ρὶ αὐ­τοῦ καὶ κέ­κρα­γεν λέ­γων· Οὗ­τος ἦν ὃν εἶ­πον, Ὁ ὀ­πί­σω μου ἐρ­χό­με­νος ἔμ­προ­σθέν μου γέ­γο­νεν, ὅ­τι πρῶ­τός μου ἦν. Καὶ ἐκ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος αὐ­τοῦ ἡ­μεῖς πάν­τες ἐ­λά­βο­μεν, καὶ χά­ριν ἀν­τὶ χά­ρι­τος· ὅ­τι ὁ νό­μος δι­ὰ Μω­ϋ­σέ­ως ἐ­δό­θη, ἡ χά­ρις καὶ ἡ ἀ­λή­θεια δι­ὰ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­γέ­νε­το.
                                              (Ἰ­ω­άν. a΄[1] 1 – 17)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Στὴν ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ὑ­πῆρ­χε ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ, ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­χρό­νως ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ­ρα ὡς ἄ­πει­ρος καὶ ζων­τα­νὸς Λό­γος ἀ­πὸ ἀ­πει­ρο­τέ­λει­ο καὶ πάν­σο­φο Νοῦ. Καὶ ὁ Λό­γος ὡς δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Θε­ό­τη­τος ἦ­ταν ἀ­χώ­ρι­στος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα καὶ πάντο­τε ἑ­νω­μέ­νος μα­ζί του. Καὶ ἦ­ταν Θε­ὸς τέ­λει­ος ὁ Λό­γος. Στὴν ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας αὐ­τὸς ὑ­πῆρ­χε ἑ­νω­μέ­νος μὲ τὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα. Ὅ­λα τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δι’ αὐ­τοῦ σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Πα­τέ­ρα καὶ τὸ Ἅ­γιον Πνεῦ­μα· καὶ χω­ρὶς αὐ­τὸν δὲν ἔ­γι­νε τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἀ­π' ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χουν γί­νει. Εἶ­χε μέ­σα του τὴ ζω­ή, καὶ αὐ­τός, ὡς πη­γὴ τῆς ζω­ῆς ποὺ εἶ­ναι, δη­μι­ούρ­γη­σε καὶ συν­τη­ρεῖ κά­θε ζω­ή. Καὶ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ποὺ εἶ­ναι λο­γι­κὰ ὄν­τα, ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κὸ φῶς, ποὺ φω­τί­ζει τὸ νοῦ τους καὶ τοὺς ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­λή­θεια. Τὸ φῶς βέ­βαι­α σκορ­πί­ζει τὴ λάμ­ψη του καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­ναι σκο­τι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν πλά­νη, γιὰ νὰ τοὺς φω­τί­σει κι αὐ­τούς. Ἀλ­λὰ οἱ σκο­τι­σμέ­νοι αὐ­τοί ἄν­θρω­ποι δὲν τὸ ἀν­τι­λή­φθη­καν καὶ δὲν τὸ ἐγ­κολ­πώ­θη­καν, ἀλ­λά καὶ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ τὸ ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­σουν καὶ νὰ τὸ κα­τα­νι­κή­σουν. Γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν λοι­πὸν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸ φῶς, ἐμ­φα­νί­στη­κε κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ποὺ λεγό­ταν Ἰ­ω­άν­νης. Αὐ­τὸς ἦλ­θε ἔ­χον­τας ὡς κύ­ρια ἀ­πο­στο­λή του νὰ δώ­σει τὴ μαρ­τυ­ρί­α του γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χριστό. Ἦλθε δηλαδὴ νὰ δώσει τὴ μαρτυρία ὅτι αὐτὸς εἶ­ναι τὸ φῶς, γιὰ νὰ πι­στέ­ψουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὸ κή­ρυγ­μά του στὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Δὲν ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Ἰ­ω­άν­νης τὸ φῶς, ἄλ­λα ἦλ­θε ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ γιὰ νὰ μαρ­τυ­ρή­σει γιὰ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι τὸ φῶς. Ὡς Λό­γος καὶ ὡς δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Θε­ό­τη­τος ἦ­ταν πάν­το­τε ὁ Χρι­στὸς τὸ ἀ­πο­λύ­τως τέ­λει­ο φῶς, ἡ μο­να­δι­κὴ πη­γὴ τοῦ φω­τός, ποὺ φω­τί­ζει κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ ἔρ­χε­ται στὸν κό­σμο. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή στὸν κό­σμο, προ­νο­οῦ­σε καί κυ­βερ­νοῦ­σε τὸν κό­σμο. Καὶ ὅ­λα τὰ ὁ­ρα­τὰ καὶ ἀ­ό­ρα­τα κτί­σμα­τα ἀ­π' τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ὁ ἐ­πί­γει­ος κι ὁ οὐ­ρά­νιος κό­σμος, δι­α­μέ­σου αὐ­τοῦ ἔ­γι­ναν. Κι ὅ­μως, ὅ­ταν αὐ­τὸς σαρ­κώ­θη­κε κι ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος, ὁ δι­ε­φθαρ­μέ­νος κό­σμος τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἦ­ταν προ­σκολ­λη­μέ­νος στὰ γή­ι­να δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὡς δη­μι­ουρ­γό του. Καὶ ὄ­χι μό­νο ὁ κό­σμος, ἀλ­λά καὶ οἱ δι­κοὶ του οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, τὸν ἀ­πέρ­ρι­ψαν. Ἦλ­θε ἀ­π' τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­ζη­σε ὡς ἄν­θρω­πος στὴ γῆ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας, ποὺ ἦ­ταν ξε­χω­ρι­σμέ­νη πρὶν ἀ­πὸ πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τὸν Θε­ό ὡς ἰ­δι­αι­τέ­ρως δι­κή του. Μὰ οἱ δι­κοί του ἄν­θρω­ποι, οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, δὲν τὸν πα­ρα­δέ­χθη­καν, ἀλ­λά τόν ἀρ­νή­θη­καν σὰν ξέ­νο καὶ ἐ­χθρό. Ὅ­σοι ὅ­μως τὸν δέ­χθη­καν καὶ τὸν ἐγ­κολ­πώ­θη­καν ὡς σω­τή­ρα τους, καὶ πί­στε­ψαν ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ ποὺ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιὰ νὰ σώ­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους, τοὺς ἔ­δω­σε τὸ δι­καί­ω­μα καὶ τὴ χά­ρη νὰ γὶ­νουν τέ­κνα τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τοὶ δὲν γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ γυ­ναι­κεῖ­α αἵ­μα­τα, οὔ­τε ἀ­πὸ σαρ­κι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α, οὔ­τε ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α κά­ποι­ου ἄν­δρα, ἀλ­λά γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν Θε­ό. Γιά νὰ ἐν­τυ­πω­θεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν κα­θέ­να ποι­ός ἐ­πι­τέ­λε­σε τὴν ὑ­περ­φυ­σι­κὴ αὐ­τὴ γέν­νη­ση καὶ υἱ­ο­θε­σί­α, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω ὅ­τι ὁ Λό­γος ἔ­γι­νε μέ­σα στὸ χρό­νο ἄν­θρω­πος. Καὶ ἔ­χον­τας ὡς σκη­νὴ καὶ ὡς να­ὸ ἅ­γιο τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, πα­ρέ­μει­νε μὲ πολ­λὴ οἰ­κει­ό­τη­τα με­τα­ξύ μας σὰν ἕ­νας ἀ­πό μᾶς. Κι ἐ­μεῖς χορ­τά­σα­με νὰ βλέ­που­με μὲ τὰ μά­τια μας τὴν ὑ­πέρ­λαμ­πρη καὶ θε­ο­πρε­πῆ δό­ξα του, ἡ ὁ­ποί­α φα­νε­ρω­νό­ταν μὲ τὰ θαύ­μα­τα του καί τὴ δι­δα­σκα­λί­α του καὶ τὴ λαμπρό­τη­τα τῆς ἀ­να­μά­ρτη­της καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἅ­γιας ζω­ῆς του. Ἦ­ταν δό­ξα πού δὲν πῆ­ρε ὡς χά­ρι­σμα καὶ δω­ρε­ά, ὅ­πως τὴν παίρ­νουν τά λο­γι­κά δη­μι­ουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λά τὴν εἶ­χε φυ­σι­κὴ ἀ­πό τὸν Πα­τέ­ρα του, ὡς Υἱ­ὸς μο­νά­κρι­βος ποὺ ἦ­ταν· Y­ἱός γε­μά­τος χά­ρη, μὲ τὴν ὁ­ποί­α τό­τε θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σε καί τώ­ρα μᾶς ἀ­να­γεν­νᾶ, καὶ γε­μά­τος ἀ­λή­θεια, μὲ τὴν ὁ­ποί­α μᾶς φω­τί­ζει καὶ μᾶς δι­δά­σκει. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεῖ γι' αὐ­τὸν καὶ φω­νά­ζει δη­μό­σια καὶ χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, μὲ παρ­ρη­σί­α, λέ­γον­τας: Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­πα ὅ­τι: αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται στὴ δη­μό­σια δρά­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μέ­να ὑ­πῆρ­ξε ἀ­συγ­κρί­τως λαμ­πρό­τε­ρος καὶ ἐν­δο­ξό­τε­ρος πο­λὺ πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Αὐ­τὸν ἔ­βλε­παν καὶ κή­ρυτ­ταν ὅ­λοι οἱ πα­τριά­ρχες καὶ οἱ προ­φῆ­τες· δι­ό­τι ὡς πρω­τό­το­κος καὶ μο­νο­γε­νὴς Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ὑ­πῆρ­χε πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­πὸ τὸν ἀ­νε­ξάν­τλη­το πλοῦ­το τῆς τε­λει­ό­τη­τος καὶ τῶν δω­ρε­ῶν του πή­ρα­με ὅ­λοι ἐ­μεῖς. Πή­ρα­με τὴ μί­α χά­ρη πά­νω στὴν ἄλ­λη. Με­τὰ τὴ χά­ρη τῆς ἀ­φέ­σε­ως τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας λά­βα­με καὶ τὴ χά­ρη τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας καὶ τῆς μα­κά­ριας ζω­ῆς. Καὶ ὁ­λο­έ­να δε­χό­μα­στε νέ­α ὑ­πε­ρά­φθο­νη χά­ρη πά­νω σ' ἐ­κεί­νη ποὺ προ­η­γου­μέ­νως λά­βα­με. Δι­ό­τι ὁ νό­μος, ποὺ τὸν πα­ρέ­βαι­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ γί­νον­ταν ἔ­νο­χοι καὶ ἀ­νά­ξιοι νὰ λά­βουν τὴ χά­ρη τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας, δό­θη­κε δι­α­μέ­σου ἀν­θρώ­που καὶ δού­λου, τοῦ Μω­υ­σῆ. Ἐ­νῶ ἡ χά­ρη καὶ ἡ τέ­λεια ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ἀ­λή­θειας, ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὶς σκι­ὲς καὶ τὰ σύμ­βο­λα τοῦ νό­μου, ἦλθαν δι­α­μέ­σου τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ αὐ­τὴ ἡ χά­ρη καὶ ἡ ἀ­λή­θεια ἐ­λευ­θε­ρώ­νουν τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τὸν ἀ­να­γεν­νοῦν.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,
θανάτῳ θάνατον πατήσας,
καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου