Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
                
                 ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ




Δι­καί­ων ψυ­χαὶ ἐν χει­ρὶ Θε­οῦ, καὶ οὐ μὴ ἅ­ψη­ται αὐ­τῶν βά­σα­νος, ἔ­δο­ξαν ἐν ὀ­φθαλ­μοῖς ἀ­φρό­νων τε­θνά­ναι, καὶ ἐ­λο­γί­σθη κά­κω­σις ἡ ἔ­ξο­δος αὐ­τῶν. καὶ ἡ ἀφ᾿ ἡ­μῶν πο­ρεί­α σύν­τριμ­μα, οἱ δὲ εἰ­σιν ἐν εἰ­ρή­νη... καὶ ὀ­λί­γα παι­δευ­θέν­τες με­γά­λα εὐ­ερ­γε­τη­θή­σον­ται, ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἐ­πεί­ρα­σεν αὐ­τοὺς καὶ εὗ­ρεν αὐ­τοὺς ἀ­ξί­ους ἑ­αυ­τοῦ· ὡς χρυ­σὸν ἐν χω­νευ­τη­ρίῳ ἐ­δο­κί­μα­σεν αὐ­τοὺς καὶ ὡς ὁ­λο­κάρ­πω­μα θυ­σί­ας προ­σε­δέ­ξα­το αὐ­τούς.(Σοφ. Σο­λομ.γ΄[3] 1-3, 5-6)
Ἡ ζω­ὴ τῶν δι­καί­ων εὑ­ρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ παν­το­δύ­να­μο προ­στα­τευ­τι­κὸ χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, καὶ καμ­μιὰ θλί­ψις καὶ βά­σα­νος δὲν θὰ τοὺς ἐγ­γί­σει, χω­ρὶς ὁ Θε­ὸς νὰ τὸ ἐ­πι­τρέ­ψει. Εἰς τὰ μά­τια τῶν ἀ­φρό­νων ὁ θά­να­τός των ἐ­θε­ω­ρή­θη ὡς ἀ­φα­νι­σμὸς καὶ μη­δέ­νι­σις καὶ ἡ ἔ­ξο­δός των ἀ­πὸ τὸν κό­σμο αὐ­τὸν ὡς ὀ­δύ­νη καὶ τι­μω­ρί­α· ἡ ἀ­να­χώ­ρη­σίς των ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ αὐ­τὴ ὡς ὄ­λε­θρος καὶ ἀ­πώ­λεια. Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν καὶ ζοῦν ἐν εἰ­ρή­νῃ ... Καὶ ἐ­ὰν ὀ­λί­γον τα­λαι­πω­ρη­θοῦν καὶ βα­σα­νι­σθοῦν στὴν πα­ροῦ­σα ζω­ή, θὰ λά­βουν με­γά­λες ἀ­μοι­βὲς καὶ βρα­βεῖ­α στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Δι­ό­τι ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος ἔ­θε­σεν αὐ­τοὺς ὑ­πὸ δο­κι­μα­σί­α διὰ τῶν θλί­ψε­ων καὶ τοὺς εὖ­ρεν ἀ­ξί­ους νὰ βρα­βευ­θοῦν καὶ νὰ ἀ­μει­φθοῦν ἀ­πὸ αὐ­τόν. Τοὺς ἐ­δο­κί­μα­σεν, ὅ­πως ὁ χρυ­σο­χό­ος δο­κι­μά­ζει καὶ κα­θα­ρί­ζει τὸν χρυ­σὸν διὰ τοῦ πυ­ρός, καὶ τοὺς ἐ­δέ­χθη εὐ­α­ρέ­στως, ὅ­πως δέ­χε­ται τὰ προ­σφε­ρό­με­να ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τα τῶν θυ­σι­ῶν.
Ὁ θε­ό­πνευ­στος Λό­γος τοῦ Θε­οῦ ἤ­δη ἀ­πὸ τοὺς χρό­νους τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να στὸ βι­βλί­ο τῆς Σο­φί­ας Σο­λο­μῶν­τος θε­ο­λο­γών­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ πό­νου καὶ τὴν πα­ρου­σί­α του στὴ ζω­ὴ πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων, καὶ μά­λι­στα πι­στῶν καὶ κα­λῶν, μᾶς ὁ­μι­λεῖ γιὰ τὴ ση­μα­σί­α τοῦ πό­νου στὸν κό­σμο, καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα στοὺς εὐ­σε­βεῖς ἀν­θρώ­πους. Ὁ πο­λὺς κό­σμος μό­λις δεῖ κά­ποι­ον νὰ ὑ­πο­φέ­ρει βγά­ζει τὴν κα­τα­δι­κα­στι­κή του ἀ­πό­φα­ση (καὶ ὅ­πως λέ­ει ἡ Σο­φί­α Σο­λο­μῶν­τος «Εἰς τὰ μά­τια τῶν ἀ­φρό­νων ὁ θά­να­τός των ἐ­θε­ω­ρή­θη ὡς ἀ­φα­νι­σμὸς καὶ μη­δέ­νι­σις καὶ ἡ ἔ­ξο­δός των ἀ­πὸ τὸν κό­σμο αὐ­τὸν ὡς ὀ­δύ­νη καὶ τι­μω­ρί­α· ἡ ἀ­να­χώ­ρη­σίς των ἀ­πὸ τὴν ζω­ὴ αὐ­τὴ ὡς ὄ­λε­θρος καὶ ἀ­πώ­λεια»). Θε­ω­ροῦν οἱ ἄ­φρο­νες λοι­πὸν τὸν θά­να­το τῶν δι­καί­ων ἀ­φα­νι­σμὸ καὶ ἐκ­μη­δέ­νι­ση καὶ ὡς ὀ­δύ­νη, καὶ τι­μω­ρί­α καὶ ὄ­λε­θρο καὶ ἀ­πώ­λεια τὴν ἔ­ξο­δό τους ἀ­πὸ τὴν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Τὸ ἴ­διο ὅ­μως βι­βλί­ο δί­νει καὶ τὴν ἀ­πάν­τη­ση: «Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν καὶ ζοῦν ἐν εἰ­ρή­νῃ.» ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΖΟΥΝ. Δὲν ἔ­χουν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀλ­λὰ ζοῦν καὶ ὑ­πάρ­χουν, ἔ­στω καὶ ἂν ἀ­πὸ τὴν πα­ροῦ­σα ζω­ὴ ἔ­χουν φύ­γει καὶ φαί­νε­ται πὼς τοὺς ἔ­χου­με χά­σει. Ὡς πρὸς δὲ τὸν λό­γον τῶν πολ­λῶν βα­σά­νων συ­νε­χί­ζει ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι αὐ­τὰ παί­ζουν τὸν ρό­λο τῆς δο­κι­μα­σί­ας γιὰ νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν τὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ ἁ­γι­ό­τη­τά τους.
Ὁ θά­να­τος στὴ ζω­ὴ τῶν ἀν­θρώ­πων ἔ­χει κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του με­τὰ τὴν πτώ­ση τῶν πρω­το­πλά­στων ὄ­χι ὡς τι­μω­ρί­α, ἀλ­λ᾿ ὡς εὐ­ερ­γε­σί­α «ἵ­να μὴ τὸ κα­κὸν ἀ­θά­να­τον γέ­νη­ται», ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ σχε­τι­κὴ εὐ­χή, ποὺ μό­λις πρὸ ὀ­λί­γου δι­α­βά­σα­με. Με­τὰ τὴν εἰ­σβο­λὴ τοῦ κα­κοῦ, ποὺ εἰ­σέ­βα­λε με­τὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἂν ὁ ἄν­θρω­πος πα­ρέ­με­νε ἀ­θά­να­τος, ὅ­πως δυ­νά­μει εἶ­χε δη­μι­ουρ­γη­θεῖ, τό­τε δὲ θὰ ὑ­πῆρ­χε δυ­στυ­χέ­στε­ρο πλά­σμα ἀ­πὸ τὸν πε­πτω­κό­τα ἄν­θρω­πο. Μὲ τὸν θά­να­το ὅ­μως ὑ­πάρ­χει ἕ­να τέ­λος στὰ βά­σα­να ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νεια, τὸ γῆ­ρας καὶ τὶς πά­σης φύ­σε­ως τα­λαι­πω­ρί­ες τοῦ ἀν­θρώ­που. Τὸ κα­κο­ποι­η­μέ­νο ἀπ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ σῶ­μα πε­θαί­νει καὶ ἀ­πο­τί­θε­ται στὴν γῆ ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­λή­φθη ἀ­πὸ τὸν Δη­μι­ουρ­γὸ Θε­ὸ κα­τὰ τὴ Δη­μι­ουρ­γί­α. Ἡ δὲ ψυ­χὴ με­τα­βαί­νει στὸν κό­σμο τῶν Πνευ­μά­των.
Μά­λι­στα με­τὰ τὴν Θεί­α Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση καὶ τὸν Σταυ­ρι­κὸ θά­να­το, τὴν τα­φὴ καὶ τὴν Τρι­ή­με­ρο Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου μας, δί­δε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα σὲ μᾶς τοὺς  ἀν­θρώ­πους με­τὰ τὸν θά­να­τό μας νὰ προσ­δο­κοῦ­με «Ἀ­νά­στα­σιν νε­κρῶν καὶ Ζω­ὴν τοῦ Μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος». Οἱ  κε­κοι­μη­μέ­νοι μας «με­τα­βαί­νουν ἐκ τοῦ θα­νά­του εἰς τὴν ζω­ήν». Ὁ θά­να­τος παύ­ει νὰ εἶ­ναι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος σταθ­μὸς τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­φοῦ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­ναι ἡ Ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν. Αὐ­τὴ θὰ γί­νει κα­τὰ τὴν ἔν­δο­ξη Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α, ὅ­πως ἀ­κού­σα­με στὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ Ἀ­νά­γνω­σμα, οἱ νε­κροὶ θὰ ἀ­να­στη­θοῦν ἄ­φθαρ­τοι. Ὅ­σοι δὲ θὰ ζοῦν σὲ ἐ­κεί­νη τὴν χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ θὰ ἁρ­πα­γοῦν «ἐν νε­φέ­λαις» καὶ θὰ ἀλ­λά­ξουν γιὰ νὰ ἔ­χουν ὅ­λοι, ἀ­να­στη­μέ­νοι καὶ ζῶν­τες, τὸ ἴ­διο πνευ­μα­τι­κὸ καὶ ἄ­φθαρ­το σῶ­μα ἑ­νω­μέ­νο μὲ τὴν ψυ­χὴ γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν τοὺς καρ­ποὺς τῶν ἔρ­γων τῆς ἐ­πὶ γῆς ζω­ῆς τους.
Οἱ ψυ­χὲς λοι­πὸν τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων ἀ­δελ­φῶν μας ζοῦν σὲ μί­α ἄλ­λη κα­τά­στα­ση, στὴ μέ­ση κα­τά­στα­ση, ὅ­πως ἡ ἐκ­κλη­σί­α μας τὴν ὀ­νο­μά­ζει, πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦν ἐ­μᾶς ἐ­δῶ στὴ γῆ καὶ ὅ­σοι ἀ­πὸ αὐ­τοὺς εὐ­α­ρέ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ πρε­σβεύ­ουν ὑ­πὲρ ἡ­μῶν στὸν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Γνω­ρί­ζου­με δὲ ἀ­πὸ τὴν Κα­θο­λι­κὴ Ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ Ἰ­α­κώ­βου ὅ­τι «πο­λὺ ἰ­σχύ­ει δέ­η­σις δι­καί­ου ἐ­νερ­γου­μέ­νη» (Ἰ­ακ. ε΄[5] 16) δη­λα­δή, δέ­η­ση, ἡ ὁ­ποί­α προ­σφέ­ρε­ται μὲ πί­στη πρὸς τὸν Θε­ὸ ἐκ μέ­ρους τοῦ δι­καί­ου, ἔ­χει με­γά­λη δύ­να­μη καὶ φέ­ρει θαυ­μα­στὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα.
Μὲ αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις κη­δεύ­ου­με σή­με­ρα τὸν ἀ­δελ­φό μας Δη­μή­τρη. Ὁ Δη­μή­τρης γεν­νή­θη­κε στὸ Πο­λέ­μι στὶς 8 Σεπτεμβρίου το 1944. Ὑ­πῆρ­ξε παι­δὶ πο­λύ­τε­κνης οἰ­κο­γέ­νειας καὶ σπού­δα­σε στὸ Φυ­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Νυμ­φεύ­τη­κε τὴν Ἀ­ρε­τὴ Μα­ραγ­κοῦ, Μα­θη­μα­τι­κὸ, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σαν δύ­ο παι­διά, τὸν Χρί­στο καὶ τὴν Ἑ­λέ­νη καὶ 5 ἐγ­γό­νια.
Ἀ­πὸ μα­θη­τὴς ὁ Δη­μή­τρης συμ­με­τέ­χον­τας σὲ μί­α δι­α­δή­λω­ση ἐ­ναν­τί­ον τῶν Ἄγ­γλων κα­τα­κτη­τῶν τραυ­μα­τί­στη­κε στὴ φτέρ­να, γε­γο­νὸς ποὺ τὸν συ­νό­δευ­ε σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή. Ἄρ­χι­σαν μὲ τὴν Ἀ­ρε­τὴ μὲ πολ­λὰ ὄ­νει­ρα τὴν κοι­νή τους ζω­ὴ μὲ πο­λὺ κα­λὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ μί­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νη οἰ­κο­γε­νεια­κὴ πο­ρεί­α, μέ­χρι ποὺ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὸ 1986 ἡ με­γά­λη δο­κι­μα­σί­α μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν τε­τρα­πλη­γί­α ποὺ τὸν κα­θη­λώ­νει ἀρ­χι­κὰ στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὸ κρε­βά­τι τοῦ πό­νου. Ὁ Δη­μή­τρης ὅ­μως εἶ­ναι ἀ­γω­νι­στὴς καὶ δὲν τὰ βά­ζει κά­τω. Μέ­σα στὴν ἀ­να­πη­ρί­α του ἀ­να­κα­λύ­πτει τὸ τά­λαν­το τῆς ζω­γρα­φι­κῆς ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Ἅ­γιος Θε­ὸς τὸ ὁ­ποῖ­ο καὶ καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α. Γε­μί­ζει δη­μι­ουρ­γι­κὰ τὸν χρό­νο του ζω­γρα­φί­ζον­τας πί­να­κες μι­κρῶν καὶ με­γά­λων δι­α­στά­σε­ων μὲ ποι­κί­λο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἀ­πὸ νε­κρὰ φύ­ση, μέ­χρι το­πί­α καὶ ναυ­μα­χί­ες καὶ ὅ,τι ἄλ­λο φαν­τα­στεῖ κα­νείς. Πα­ρου­σιά­ζει τὰ ἔρ­γα του σὲ ἀ­το­μι­κὲς ἐκ­θέ­σεις μὲ πο­λὺ κο­λα­κευ­τι­κὰ σχό­λια. 
Ὁ χρό­νος ὅ­μως κα­θὼς περ­νᾶ ἀ­φή­νει ἐ­πά­νω του τὰ ση­μά­δια μὲ τὴν ἐ­πι­δεί­νω­ση τῆς κα­τά­στα­σής του καὶ τὴν κα­θή­λω­σή του στὸ κρε­βά­τι. Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια δί­πλα του ἦ­ταν ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του. Ἡ Ἀ­ρε­τὴ καὶ τὰ παι­διά τους. Ἡ δο­κι­μα­σί­α με­γά­λη, οἱ δυ­σκο­λί­ες ἐν πολ­λοῖς ἀ­νυ­πέρ­βλη­τες, οἱ εἰ­σα­γω­γὲς στὰ νο­ση­λευ­τή­ρια συ­χνές, ὅ­μως πα­ρό­λα αὐ­τὰ κα­νεὶς δὲν γόγ­γυ­σε, κα­νεὶς δὲν δυ­σα­να­σχέ­τη­σε ἀλ­λὰ ὅ­λοι μὲ τὸ χα­μό­γε­λο καὶ τὴν χα­ρὰ στὸ πρό­σω­πο ἀν­τι­με­τώ­πι­ζαν τὴν κα­τά­στα­σή τους.  

Ὁ Δη­μή­τρης δο­κι­μά­στη­κε πο­λύ. Στὴ δι­κή του πε­ρί­πτω­ση ἐ­φαρ­μό­ζε­ται πλή­ρως τὸ τῆς Σο­φί­ας Σο­λο­μῶν­τος «ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἐ­πεί­ρα­σεν αὐ­τοὺς καὶ εὗρεν αὐ­τοὺς ἀ­ξί­ους ἑ­αυ­τοῦ» (Σοφ. Σο­λο­μῶν­τος γ΄[3] 5) δη­λα­δὴ ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος ἔ­θε­σεν αὐ­τούς, τοὺς δι­καί­ους, ὑ­πὸ δο­κι­μα­σί­αν διὰ τῶν θλί­ψε­ων καὶ τοὺς εὗ­ρεν ἀ­ξί­ους νὰ βρα­βευ­θοῦν καὶ νὰ ἀ­μει­φθοῦν ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ὸς νὰ δο­κι­μα­στεῖ ὁ Δη­μή­τρης μὲ τὴν ἀ­σθέ­νεια, γιὰ νὰ δεί­ξει τὴν ἀ­ρε­τή του. Τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καὶ τῆς καρ­τε­ρί­ας. Ὅ­σες φο­ρὲς τὸν ἐ­πι­σκε­φτό­μουν, δυ­στυ­χῶς ὄ­χι πο­λὺ συ­χνά, ὁ Δη­μή­τρης ἦ­ταν πάν­τα αἰ­σι­ό­δο­ξος καὶ χα­μο­γε­λα­στός. Καὶ πρὶν ἀ­κρι­βῶς 15 μέ­ρες, τὴν Με­γά­λη Τε­τάρ­τη, ὅ­ταν τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα γιὰ νὰ κοι­νω­νή­σει τῶν Ἀ­χράν­των μυ­στη­ρί­ων, καὶ ἐ­νῶ μό­λις εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ μί­α με­γά­λη τα­λαι­πω­ρί­α τῆς ὑ­γεί­ας του, ὅ­ταν τὸν ἐ­ρώ­τη­σα «πῶς εἶ­σαι Δη­μή­τρη;» ἡ ἀ­πάν­τη­σή του ἦ­ταν «κα­λά, δό­ξα τῷ Θε­ῶ». Ὅ­μως ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ μᾶς ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει. Ὅ­ταν τὸ βρά­δυ τῆς Δευ­τέ­ρας ἐ­κλή­θη­κα νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φτῶ στὴν Ἐν­τα­τι­κή, οἱ για­τροὶ εἶ­παν, καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἔ­δει­χναν, ὅ­τι φεύ­γει, τό­τε ὡς ἱ­ε­ρέ­ας βρέ­θη­κα στὴ δύ­σκο­λη θέ­ση νὰ δι­α­βά­σω τὴν ἀ­κο­λου­θί­α εἰς ψυ­χορ­ρα­γοῦν­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ζη­τᾶ τὴν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ τὴν συγ­χώ­ρε­ση ὅ­λων τῶν κα­τα­στά­σε­ων ποὺ δυ­σκο­λεύ­ουν τὴν ψυ­χὴ στὸ οὐ­ρά­νιο τα­ξί­δι της. Αὐ­τὰ ποὺ ἔ­λε­γε ἡ μεγάλη εὐ­χὴ ποὺ δι­α­βά­σα­με προ­η­γου­μέ­νως, εἶ­ναι τὰ ἴ­δια ποὺ προ­σευ­χη­θή­κα­με καὶ πρὶν τὸν θά­να­το, ὥ­στε ὁ θά­να­τος νὰ γί­νει κοί­μη­σις ἐν Κυ­ρί­ῳ.
Ὁ θά­να­τος πάν­το­τε δη­μι­ουρ­γεῖ πό­νο καὶ θλί­ψη. Ὅ­σοι μέ­νου­με πί­σω γνω­ρί­ζου­με πὼς δὲ θὰ ξα­να­δοῦ­με, στὴ ζω­ὴ αὐ­τή, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο μας πρό­σω­πο, ποὺ κη­δεύ­ου­με. Καὶ ὁ σω­μα­τι­κὸς χω­ρι­σμὸς φέρ­νει πό­νο στὴν ψυ­χή. Ὅ­μως ὅ­ταν αὐ­τὸς ποὺ κη­δεύ­ου­με γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι δο­κι­μά­στη­κε καὶ ἀ­πέ­δει­ξε τὴν πί­στη του καὶ τὴν ἀ­ρε­τή του (ὅ­ταν γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ, τό­τε ἡ λύ­πη καὶ τὸ πέν­θος μπο­ροῦν μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ νὰ μα­λα­κώ­σουν καὶ νὰ ἔρ­θει ἡ πα­ρά­κλη­ση στὶς ψυ­χές, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἀ­κού­σα­με πρὸ ὀ­λί­γου τὸν Ἀ­πό­στο­λο νὰ μᾶς πα­ραγ­γέλ­λει: «ἵ­να μὴ λυ­πῆ­σθε κα­θὼς καὶ οἱ λοι­ποὶ οἱ μὴ ἔ­χον­τες ἐλ­πί­δα» (Α’ Θεσ. δ΄[4] 13). Γιὰ τοὺς Χρι­στια­νοὺς ἡ ἐλ­πί­δα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ δί­νει πα­ρη­γο­ριὰ σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ μέ­νουν. Καὶ ὁ Δη­μή­τρης ὑ­πῆρ­ξε ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­γω­νι­ζό­ταν. Πί­στευ­ε καὶ δε­χό­ταν τὶς δο­κι­μα­σί­ες ποὺ ὁ Θε­ὸς ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φτοῦν ἀ­γόγ­γυ­στα καὶ ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα. Οἱ δο­κι­μα­σί­ες δὲ αὐ­τὲς τὸν κα­τα­τάσ­σουν ἀ­νά­με­σα στοὺς μάρ­τυ­ρες καὶ με­γα­λο­μάρ­τυ­ρες τῆς πί­στε­ώς μας. Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι ἄν­τε­χαν σὲ ὅ­λα τὰ βα­σα­νι­στή­ρια ποὺ οἱ δι­ῶ­κτες τοὺς ἔ­κα­ναν ἔ­τσι καὶ ὁ Δη­μή­τρης ἄν­τε­ξε τὴ φο­βε­ρὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς ἀ­σθέ­νειάς του χω­ρὶς νὰ λυ­γί­σει.
Ὁ ἅ­γιος Θε­ὸς, στὸν ὁ­ποῖ­ο βρί­σκε­ται τώ­ρα ἐμ­πρὸς ὁ Δη­μή­τρης, εὐ­χό­μα­στε νὰ κα­τα­τά­ξει τὴν ψυ­χή του ἔν­θα οἱ δί­και­οι ἀ­να­παύ­ον­ται μέ­χρι τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καὶ νὰ πα­ρη­γο­ρή­σει τὴν σύ­ζυ­γο, τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς λοι­ποὺς συγ­γε­νεῖς.
Τοῦ ἀ­δελ­φοῦ ἡ­μῶν Δη­μη­τρί­ου αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου