Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
 (22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018)


 ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)
Ἐν ταῖς ἡ­μέ­ραις ἐ­κεί­ναις, πλη­θυ­νόν­των τῶν μα­θη­τῶν ἐ­γέ­νε­το γογ­γυ­σμὸς τῶν ῾Ελ­λη­νι­στῶν πρὸς τοὺς ῾Ε­βρα­ί­ους, ὅ­τι πα­ρε­θε­ω­ροῦν­το ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τῇ κα­θη­με­ρι­νῇ αἱ χῆ­ραι αὐ­τῶν. Προ­σκα­λε­σά­με­νοι δὲ οἱ δώ­δε­κα τὸ πλῆ­θος τῶν μα­θη­τῶν εἶ­πον· Οὐκ ἀ­ρε­στόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς κα­τα­λε­ί­ψαν­τας τὸν λό­γον τοῦ Θε­οῦ δι­α­κο­νεῖν τρα­πέ­ζαις. Ἐ­πι­σκέ­ψα­σθε οὖν, ἀ­δελ­φοί, ἄν­δρας ἐξ ὑ­μῶν μαρ­τυ­ρου­μέ­νους ἑ­πτά, πλή­ρεις Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου καὶ σο­φί­ας, οὓς κα­τα­στή­σο­μεν ἐ­πὶ τῆς χρε­ί­ας τα­ύ­της· ἡ­μεῖς δὲ τῇ προ­σευ­χῇ καὶ τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ τοῦ λό­γου προ­σκαρ­τε­ρή­σο­μεν. Καὶ ἤ­ρε­σεν ὁ λό­γος ἐ­νώ­πιον παν­τὸς τοῦ πλή­θους· καὶ ἐ­ξε­λέ­ξαν­το Στέ­φα­νον, ἄν­δρα πλή­ρη πί­στε­ως καὶ Πνε­ύ­μα­τος ῾Α­γί­ου, καὶ Φί­λιπ­πον καὶ Πρό­χο­ρον καὶ Νι­κά­νο­ρα καὶ Τί­μω­να καὶ Παρ­με­νᾶν καὶ Νι­κό­λα­ον προ­σή­λυ­τον ᾿Αν­τι­ο­χέ­α, οὓς ἔ­στη­σαν ἐ­νώ­πιον τῶν ἀ­πο­στό­λων, καὶ προ­σευ­ξά­με­νοι ἐ­πέ­θη­καν αὐ­τοῖς τὰς χεῖ­ρας. Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ηὔ­ξα­νε, καὶ ἐ­πλη­θύ­νε­το ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μα­θη­τῶν ἐν ῾Ι­ε­ρου­σα­λὴμ σφό­δρα, πο­λύς τε ὄ­χλος τῶν Ἰ­ου­δαί­ων ὑ­πή­κου­ον τῇ πί­στει.      
 (Πράξ. στ΄[6] 1 – 7)  

ΟΙ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΙ
1.    Ο ΓΟΓΓΥΣΜΟΣ
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στίς πρῶτες ἡμέρες της ἐξαπλωνόταν μέ θαυμαστή ἄν­θηση. Ἕνα ὅμως ἐσωτερικό πρόβλημα ἦλθε νά ταράξει τήν εἰρήνη καί τήν ἑνότητα τῶν πρώτων πιστῶν. Καθώς αὔξανε ὁ ἀριθμός τῶν πιστῶν, «ἐγένετο γογγυσμός τῶν Ἑλληνιστῶν πρός τούς Ἑβραίους». Δηλαδή οἱ Ἰουδαῖοι χριστιανοί πού ἦταν ἀπό ξένα μέρη καί γι᾿ αὐτό μιλοῦσαν Ἑλ­ληνικά, ἄρχισαν νά γογγύζουν ἐναντίον τῶν ντόπιων Ἑβραίων χριστιανῶν, πού μιλοῦσαν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα. Κι ἄρχισαν τά παράπονα, ὅτι οἱ χῆρες τῶν ἑλληνόφωνων Ἰουδαίων χριστιανῶν παραμελοῦνταν στήν καθημερινή περίθαλψη καί στή διανομή τῶν τροφῶν καί τῶν ἐλεημοσυνῶν.
Ὁ γογγυσμός αὐτός, πού ἐκδηλώθηκε μέσα στά σπλάχνα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ἦταν περισσότερο ἐπικίνδυνος ἀπό τούς ἐξωτερικούς της ἐχθρούς. Διότι οἱ πο­λέμιοι τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἐχθρότητά τους συσπείρωναν τό σῶμα τῶν πιστῶν, ἐνῶ ὁ γογγυσμός ἦταν διαλυτικό στοιχεῖο καί ἔπρεπε ἄμεσα νά ἐξαλειφθεῖ. Μέχρι πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες ἦταν ὅλοι οἱ πιστοί μιά ψυχή και μιά καρδιά. Ὅταν ὅμως αὐξήθηκαν σέ ἀριθμό, ἄρχισαν τά παράπονα. Βέβαια εἶναι λογικό, ὅταν αὐξάνεται ὁ ἀρι­θμός, νά δημιουργοῦνται κάποια ὀργανω­τικά προβλήματα. Τό πλῆθος δέν βοηθᾶ πάντοτε στήν ποιότητα. Οἱ Ἀπόστολοι ἄλλωστε δέν ἐπαρκοῦσαν στή διευθέτηση τό­σων θεμάτων. Δέν μποροῦσαν νά κάνουν ταυτόχρονα τά πάντα. Ἡ παραμέληση τῶν Ἑλληνιστῶν ὅμως δέν ἦταν μιά σκόπιμη ἐνέργεια ἀλλά ἀποτέλεσμα δυσλειτουργί­ας. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά καί οἱ χῆρες τῶν Ἑλληνιστῶν δέν ἦταν δίκαιο νά πα­ραμελοῦνται. Ἀλλά τό πρόβλημα δημιουρ­γήθηκε ἐπειδή οἱ ντόπιες χῆρες εἶχαν εὐνοϊκότερη  μεταχείριση καί ἔπαιρναν πε­ρισσότερα ἀγαθά. Δηλαδή οὐσιαστικά μέ­σα ἀπό τό ὅλο πρόβλημα ἐκδηλώνονταν τά πάθη τῆς πλεονεξίας καί τῆς ζήλειας. Καί στίς ἁγιότερες λοιπόν κοινωνίες εἶναι δυνατόν νά δημιουργηθοῦν ἀφορμές πα­ραπόνων ὄχι πάντοτε ἀβάσιμες. Ἕνα δί­δαγμα λοιπόν πού μποροῦμε νά πάρου­με ἀπό τήν ὅλη διήγηση εἶναι ὅτι σέ κάθε πρόβλημα πού ἀνακύπτει στίς σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους ἀδελφούς μας, νά μή γογγύζουμε διαρκῶς οὔτε νά ψάχνουμε νά βροῦμε ψεγάδια. Λάθη εἶναι φυσικό νά γίνονται. Νά τά ἀντιμετωπίζουμε ὅμως μέ σύνεση, κατανόηση καί διάκριση. Χωρίς νά γκρινιάζουμε διαρκῶς καί νά ἐπικρίνουμε τά πάντα καί νά εἴμαστε πάντοτε δυσαρε­στημένοι ἀπό τό καθετί. Ἔτσι καί τήν ψυχή μας μολύνουμε καί στούς ἄλλους μεταδί­δουμε ἕνα πνεῦμα διαλυτικό.
2. ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΙΕΡΗ
Μετά ἀπό τό πρόβλημα πού δημιουργή­θηκε, οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι συγκάλεσαν τό πλῆθος τῶν πιστῶν καί τούς εἶπαν: Δέν μᾶς φαίνεται σωστό νά ἀφήσουμε ἐμεῖς τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί νά ὑπηρετοῦμε στά τραπέζια τοῦ φαγητοῦ. Ἐξετάστε λοιπόν προσεκτικά καί ἐκλέξτε ἀπό σᾶς τούς ἴδιους ἑπτά ἄνδρες πού νά ἔχουν καλή μαρτυρία ἀπό ὅλους καί σύνε­ση καί νά εἶναι γεμάτοι ἀπό Ἅγιον Πνεῦμα, «ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά», γιά νά ἐπιτελοῦν τή διακονία αὐτή. Κι ἐμεῖς θά ἀφοσιωθοῦμε ἀποκλειστικά στήν προσ­ευχή καί στή διακονία τοῦ κηρύγματος.
Ἡ πρόταση αὐτή τῶν Ἀποστόλων φάνη­κε ἀρεστή στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Καί διάλεξαν τόν Στέφανο, ἄνδρα γεμάτο μέ πίστη καί πολλά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τόν Φίλιππο, τόν Πρόχορο και τόν Νικάνορα, τόν Τίμωνα καί τόν Παρμενᾶ καί τόν Νικόλαο ἀπό τήν Ἀντιόχεια. Αὐτούς τούς ἑπτά τούς παρουσίασαν ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων. Καί αὐτοί, ἀφοῦ προσευχήθηκαν, ἔβαλαν ἐπάνω τους τά χέρια τους, γιά νά τούς μεταδοθεῖ ἡ θεία Χάρις. Ἔτσι τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶχε θαυμαστή πρόοδο καί διάδοση. Καί ὁ ἀ­ριθμός τῶν πιστῶν στά Ἱεροσόλυμα μεγάλωνε πάρα πολύ. Ἀλλά καί πλῆθος πολύ ἀπό τούς ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων ἀποδέχον­ταν τήν πίστη.
Πῶς λοιπόν λύθηκε τό πρόβλημα τῶν γογγυσμῶν; Μήπως τό ἔλυσαν οἱ γογγυστές; Κάθε ἄλλο. Τό ἔλυσαν ἄνθρωποι πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου. Ἄνθρωποι πού εἶχαν τήν ἔξωθεν καλή μαρτυρία, ἀκέραιοι καί ἀξιόπιστοι, ἐνάρετοι καί ταπεινοί. Μέ διοικητικά και πνευματικά χαρίσματα. Τί­μιοι στή διαχείριση, συνετοί στή συμπεριφορά τους. Διότι μέ τά πολλά αὐτά χαρί­σματα καί τίς ἀρετές τους μποροῦσαν νά διευθετοῦν καλύτερα τά διάφορα προβλή­ματα πού προέκυπταν· νά προλαβαίνουν τά παράπονα τῶν πιστῶν καί νά διανέ­μουν τά ἀγαθά τῆς Ἐκκλησίας μέ δικαιο­σύνη.
Μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρ­χουν σέ κάθε ἐποχή ἄνθρωποι πού δια­κονοῦν στά ἱερά της ἔργα: κληρικοί καί λα­ϊκοί, ἐπίτροποι, ψάλτες, νεωκόροι, κυρίες τοῦ φιλοπτώχου, κύριοι καί κυρίες στά συσ­σίτια, στούς ἐράνους, στίς φιλανθρωπίες, σέ κάθε ἔργο. Ὅσοι λοιπόν διακονοῦμε στά ἱερά ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, καί πολύ περισ­σότερο ὅσοι διαχειριζόμαστε τά ἱερά χρή­ματα, πρέπει νά ἔχουμε φρόνηση, σύνεση καί φόβο Θεοῦ. Νά ἐπιτελοῦμε τά ἱερά ἔργα μέ φόβο καί τρόμο. Μέ τή συναίσθηση ὅτι θά δώσουμε κάποτε λόγο στόν Θεό. Γι᾿ αὐτό νά ἐκζητοῦμε διαρκῶς τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά νά ἐργαζόμαστε τά ἱερά μας ἔργα μέ δικαιοσύνη καί σοφία, μέ πίστη και φόβο Θεοῦ.
      (Δι­α­σκευ­ὴ ἀ­πὸ πα­λαι­ὸ τό­μο τοῦ Πε­ρι­ο­δι­κοῦ «Ο ΣΩ­ΤΗΡ»)

     ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλ­θὼν Ἰ­ω­σὴφ ὁ ἀ­πὸ Ἁ­ρι­μα­θα­ί­ας, εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, ς κα αὐ­τὸς ν προσ­δε­χό­με­νος τν βα­σι­λε­ί­αν το Θε­οῦ, τολ­μή­σας εἰ­σῆλ­θε πρς Πι­λᾶ­τον κα ᾐ­τή­σα­το τ σῶ­μα το Ἰ­η­σοῦ. δ Πι­λᾶ­τος ἐ­θα­ύ­μα­σεν ε ἤ­δη τέ­θνη­κε, κα προ­σκα­λε­σά­με­νος τν κεν­τυ­ρί­ω­να ἐ­πη­ρώ­τη­σεν αὐ­τὸν ε πά­λαι ἀ­πέ­θα­νε· κα γνος ἀ­πὸ το κεν­τυ­ρί­ω­νος ἐ­δω­ρή­σα­το τ σῶ­μα τ Ἰ­ω­σήφ. κα ἀ­γο­ρά­σας σιν­δό­να κα κα­θε­λὼν αὐ­τὸν ἐ­νε­ί­λη­σε τ σιν­δό­νι κα κα­τέ­θη­κεν αὐ­τὸν ν μνη­με­ί­ῳ ν λε­λα­το­μη­μέ­νον κ πέ­τρας, κα προ­σε­κύ­λι­σε λί­θον ἐ­πὶ τν θύ­ραν το μνη­με­ί­ου. δ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α Ἰ­ω­σῆ ἐ­θε­ώ­ρουν πο τί­θε­ται. Κα δι­α­γε­νο­μέ­νου το σαβ­βά­του Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ κα Μα­ρί­α το Ἰ­α­κώ­βου κα Σα­λώ­μη ἠ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα ἵ­να ἐλ­θοῦ­σαι ἀ­λε­ί­ψω­σιν αὐ­τόν. κα λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των ἔρ­χον­ται ἐ­πὶ τ μνη­μεῖ­ον, ἀ­να­τε­ί­λαν­τος το ἡ­λί­ου. κα ἔ­λε­γον πρς ἑ­αυ­τάς· Τς ἀ­πο­κυ­λί­σει ἡ­μῖν τν λί­θον κ τς θύ­ρας το μνη­με­ί­ου; κα ἀ­να­βλέ­ψα­σαι θε­ω­ροῦ­σιν ὅ­τι ἀ­πο­κε­κύ­λι­σται ὁ λί­θος· ν γρ μέ­γας σφό­δρα. κα εἰ­σελ­θοῦ­σαι ες τ μνη­μεῖ­ον εἶ­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον ν τος δε­ξι­οῖς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λὴν λευκήν, κα ἐ­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. δ λέ­γει αὐ­ταῖς· Μ ἐκ­θαμβεῖ­σθε· Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τν Να­ζα­ρη­νὸν τν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον· ἠ­γέρ­θη, οκ ἔ­στιν ὧ­δε· ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν. ἀλ­λ' ὑ­πά­γε­τε εἴ­πα­τε τος μα­θη­ταῖς αὐ­τοῦ κα τ Πτρ ὅ­τι προ­ά­γει ὑ­μᾶς ες τν Γα­λι­λα­ί­αν· ἐ­κεῖ αὐ­τὸν ὄ­ψε­σθε, κα­θὼς εἶ­πεν ὑ­μῖν. κα ἐ­ξελ­θοῦ­σαι ἔ­φυ­γον ἀ­πὸ το μνη­με­ί­ου· εἶ­χε δ αὐ­τὰς τρό­μος κα ἔκ­στα­σις, κα οὐ­δε­νὶ οὐ­δὲν εἶ­πον· ἐ­φο­βοῦν­το γρ.
               (Μάρκ. ιε΄[15] 43 – 47, ιστ΄[16] 1 – 8)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ)
Ἐκεῖνο τόν καιρό ἦλ­θε ὁ Ἰ­ω­σὴφ πού κα­τα­γό­ταν ἀ­π' τὴν πό­λη Ἀ­ρι­μαθαί­α, ἕ­να σε­βα­στὸ καὶ ἐ­πί­ση­μο μέ­λος τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ συνε­δρί­ου, πού εἶ­χε πι­στέ­ψει κι αὐ­τὸς στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θεοῦ καὶ πε­ρί­με­νε τὴ βα­σιλεί­α αὐ­τὴ χω­ρὶς νὰ κλο­νι­σθεῖ ἡ ἐλ­πί­δα του ἀ­πὸ τὸ θάνα­το τοῦ Ἰησοῦ· αὐ­τὸς λοι­πὸν τόλ­μη­σε καὶ πα­ρου­σιάστη­κε στὸν Πι­λά­το καὶ ζή­τη­σε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Πι­λά­τος μά­λι­στα ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτος κι ἀ­πό­ρη­σε πού τό­σο γρή­γο­ρα εἶ­χε κι­ό­λας πε­θά­νει ὁ Ἰησοῦς. Κι ἀ­φοῦ προ­σκά­λε­σε τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο, τὸν ρώ­τη­σε ἐ­ὰν εἶ­χε ὥ­ρα πολ­λὴ πού πέ­θα­νε. Κι ὅ­ταν ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ πέ­θα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς, χά­ρι­σε τὸ σῶ­μα του στὸν Ἰ­ω­σήφ. Κι ἐ­κεῖ­νος, ἀφοῦ ἀ­γό­ρα­σε και­νούρ­γιο καὶ ἀ­με­τα­χείρι­στο σεν­τό­νι καὶ κα­τέ­βα­σε τὸν Ἰησοῦ ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό, τύ­λι­ξε τὸ σῶ­μα του στὸ σεν­τό­νι καὶ τὸν ἔ­βα­λε κά­τω σ' ἕ­να μνη­μεῖ­ο, τὸ ὁποῖο ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νο μέ­σα στὸ βράχο· καὶ κύ­λι­σε ἕ­να με­γά­λο λί­θο πά­νω στὸ στό­μιο τοῦ μνη­μεί­ου κλεί­νον­τας ἔ­τσι τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου. Στὸ με­τα­ξὺ ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α τοῦ Ἰωσῆ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν προ­σε­κτι­κὰ καὶ μὲ πο­λὺ ἐν­διαφέ­ρον ποῦ το­πο­θε­τή­θη­κε τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ.
Ἀφοῦ πέ­ρα­σε τὸ Σάβ­βα­το, ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ἡ Μα­ρί­α ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ ἡ Σα­λώ­μη ἀ­γό­ρα­σαν τὸ βρά­δυ τοῦ Σαβ­βά­του ἀ­ρώ­μα­τα, γιὰ νὰ ἔλ­θουν τὸ πρω­ὶ στὸν τά­φο καὶ νὰ ἀ­λεί­ψουν τὸ σῶ­μα τοῦ Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται στό μνημεῖο τήν ὥρα πού ὁ ἥλιος ἄρχισε νά διαλύει τό πρωινό σκοτάδι, καθώς πῆρε ν᾿ ἀνατέλλει κάτω ἀπ᾿ τόν ὁ­ρί­ζον­τα. Κι ἔ­λε­γαν με­τα­ξύ τους: Ποι­ὸς θὰ μᾶς κυ­λί­σει τὴ με­γάλη πέ­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μνη­μεί­ου; Μό­λις ὅ­μως ἔ­στρε­ψαν τὰ μά­τια τους πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶ­δαν ὅ­τι εἶ­χε με­τα­το­πι­σθεῖ ἡ πέ­τρα μα­κριὰ ἀπ’ τό μνημεῖο. Καὶ τὰ ἔ­λε­γαν αὐ­τὰ με­τα­ξύ τους, δι­ό­τι ἡ πέ­τρα αὐ­τὴ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη καὶ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ με­τα­κι­νη­θεῖ. Κι ἀφοῦ μπῆ­καν στὸ μνη­μεῖ­ο, εἶ­δαν ἕ­να νέ­ο πού καθόταν στὰ δε­ξιὰ τοῦ μνη­μεί­ου καὶ ἦ­ταν ντυ­μέ­νος μὲ λευκή στο­λή, καὶ γέ­μι­σαν μὲ τρό­μο καὶ κα­τά­πλη­ξη. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοὺς εἶπε: Μὴν τρο­μά­ζε­τε καὶ μὴ φο­βάστε. Ξέ­ρω ποι­ὸν ζη­τᾶ­τε. Ζη­τᾶ­τε τὸν Ἰησοῦ τὸν Να­ζα­ρηνὸ τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ἀ­να­στή­θη­κε. Δέν εἶναι ἐ­δῶ. Νά, εἶ­ναι ἀ­δεια­νὸ τὸ μέ­ρος πού τὸν ἔ­βα­λαν. Ἀλ­λὰ πη­γαί­νε­τε καὶ πέ­στε στοὺς μα­θη­τές του καὶ ἰ­διαι­τέ­ρως στὸν Πέ­τρο, πού ἔ­χει ἀ­νάγ­κη πα­ρη­γο­ριᾶς καὶ βε­βαι­ώ­σε­ως ὅ­τι συγ­χω­ρή­θη­κε γιὰ τὴν ἄρ­νη­σή του, ὅ­τι πη­γαί­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς στὴ Γα­λι­λαί­α καὶ σᾶς πε­ρι­μέ­νει ἐκεῖ. Ἐ­κεῖ θὰ τὸν δεῖ­τε, ὅ­πως σᾶς τὸ εἶπε πρίν σταυρωθεῖ. Ἐ­κεῖ­νες τό­τε βγῆ­καν κι ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὸ μνη­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μά­λι­στα γε­μά­τες τρό­μο καὶ ἔκ­στα­ση. Δὲν εἶ­παν ὅ­μως τί­πο­τε σὲ κα­νέ­να, δι­ό­τι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νες.  


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου