Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
 ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
 (1 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018)
(ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ)


Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ)
Ἀ­δελ­φοί, ὑ­μεῖς ἐ­στε σῶ­μα Χρι­στοῦ καὶ μέ­λη ἐκ μέ­ρους. Καὶ οὓς μὲν ἔ­θε­το ὁ θε­ὸς ἐν τῇ ἐκ­κλη­σί­ᾳ πρῶ­τον ἀ­πο­στό­λους, δε­ύ­τε­ρον προ­φή­τας, τρί­τον δι­δα­σκά­λους, ἔ­πει­τα δυ­νά­μεις, εἶ­τα χα­ρί­σμα­τα ἰ­α­μά­των, ἀν­τι­λή­ψεις, κυ­βερ­νή­σεις, γέ­νη γλωσ­σῶν. Μὴ πάν­τες ἀ­πό­στο­λοι; μὴ πάν­τες προ­φῆ­ται; μὴ πάν­τες δι­δά­σκα­λοι; Μὴ πάν­τες δυ­νά­μεις; Μὴ πάν­τες χα­ρί­σμα­τα ἔ­χου­σιν ἰ­α­μά­των; Μὴ πάν­τες γλώσ­σαις λα­λοῦ­σι; Μὴ πάν­τες δι­ερ­μη­νε­ύ­ου­σι; Ζη­λοῦ­τε δὲ τὰ χα­ρί­σμα­τα τὰ κρε­ίτ­το­να. Καὶ ἔ­τι καθ᾿ ὑ­περ­βο­λὴν ὁ­δὸν ὑ­μῖν δε­ί­κνυ­μι. ᾿Ε­ὰν ταῖς γλώσ­σαις τῶν ἀν­θρώ­πων λα­λῶ καὶ τῶν ἀγ­γέ­λων, ἀ­γά­πην δὲ μὴ ἔ­χω, γέ­γο­να χαλ­κὸς ἠ­χῶν ἢ κύμ­βα­λον ἀ­λα­λά­ζον. Καὶ ἐ­ὰν ἔ­χω προ­φη­τε­ί­αν καὶ εἰ­δῶ τὰ μυ­στή­ρια πάν­τα καὶ πᾶ­σαν τὴν γνῶ­σιν, καὶ ἐ­ὰν ἔ­χω πᾶ­σαν τὴν πί­στιν, ὥ­στε ὄ­ρη με­θι­στά­νειν, ἀ­γά­πην δὲ μὴ ἔ­χω, οὐ­δέν εἰ­μι. Καὶ ἐ­ὰν ψω­μί­σω πάν­τα τὰ ὑ­πάρ­χοντά μου, καὶ ἐ­ὰν πα­ρα­δῶ τὸ σῶ­μά μου ἵ­να καυ­θή­σο­μαι, ἀ­γά­πην δὲ μὴ ἔ­χω, οὐ­δὲν ὠ­φε­λοῦ­μαι. ῾Η ἀ­γά­πη μα­κρο­θυ­μεῖ, χρη­στε­ύ­ε­ται, ἡ ἀ­γά­πη οὐ ζη­λοῖ, ἡ ἀ­γά­πη οὐ περ­πε­ρε­ύ­ε­ται, οὐ φυ­σι­οῦ­ται, οὐκ ἀ­σχη­μο­νεῖ, οὐ ζη­τεῖ τὰ ἑ­αυ­τῆς, οὐ πα­ρο­ξύ­νε­ται, οὐ λο­γί­ζε­ται τὸ κα­κόν, οὐ χα­ί­ρει ἐ­πὶ τῇ ἀ­δι­κί­ᾳ, συγ­χα­ί­ρει δὲ τῇ ἀ­λη­θε­ί­ᾳ· πάν­τα στέ­γει, πάν­τα πι­στε­ύ­ει, πάν­τα ἐλ­πί­ζει, πάν­τα ὑ­πο­μέ­νει. Ἡ ἀ­γά­πη οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει. 
                                    (Α΄ Κορ. ιβ΄ [12] 27 – ιγ΄ [13] 8)

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ
Ὅ­σο καὶ ἂν μᾶς φαί­νε­ται πα­ρά­δο­ξο, ἡ ἀ­γά­πη ὅ­πως τὴν προ­βάλ­λει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἐν­σαρ­κω­μέ­νη, εἶ­ναι ἄ­γνω­στη γιὰ τὸν πο­λὺ κό­σμο. Ἡ μνή­μη λοι­πὸν τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων Κο­σμᾶ καὶ Δα­μια­νοῦ καὶ τὸ ση­με­ρι­νὸ Ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ποὺ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο σ᾿ αὐ­τήν, εἶ­ναι δύ­ο ἄ­ρι­στες εὐ­και­ρί­ες, ὥ­στε νὰ μα­θη­τεύ­σου­με στὴν δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας γιὰ τὴν ἀ­γά­πη.
1) Η Αγάπη συνιστΑ τΗν Εν Χριστῼ ζωή.
Οἱ Ἅ­γιοι Ἀ­νάρ­γυ­ροι μα­ζὶ μὲ τὴν κα­τάρ­τι­σή τους στὴν ἰ­α­τρι­κὴ τέ­χνη, μορ­φώ­θη­καν καὶ πνευ­μα­τι­κά. Ἔ­γι­ναν ζων­τα­νὲς εἰ­κό­νες τοῦ Θε­οῦ, ἄν­θρω­ποι ἀ­λη­θι­νῆς ἀ­γά­πης καὶ ἔ­ζη­σαν εὐ­ερ­γε­τών­τας ψυ­χι­κὰ καὶ σω­μα­τι­κὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους πα­ρέ­χον­τας δω­ρε­ὰν τὶς ἰ­α­τρι­κές τους ὑ­πη­ρε­σί­ες. Γι᾿ αὐ­τὸ ὀ­νο­μά­σθη­καν Ἀ­νάρ­γυ­ροι.
Κα­τευ­θυν­τή­ρια δύ­να­μή τους ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν Χρι­στὸ καὶ πρὸς κά­θε ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως συ­νάν­θρω­πο, χά­ρη στὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­ναν κα­τοι­κη­τή­ρια τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Για­τί «ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη καὶ ὅ­ποι­ος μέ­νει στὴν ἀ­γά­πη μέ­σα στὸ Θε­ὸ μέ­νει, καὶ ὁ Θε­ὸς μέ­σα σ᾿ αὐ­τὸν» (Α΄ Ἰ­ω­άν. δ΄[4] 16). Ἡ Πα­τε­ρι­κὴ θε­ο­λο­γί­α το­νί­ζει ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μη μὲ τὴν ζω­ή, ἐ­φό­σον αὐ­τὴ καὶ μό­νη κι­νεῖ τοὺς ἀ­λη­θι­νῶς ζών­τας ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὸν πα­ρόν­τα μέ­χρι καὶ τὸν μέλ­λον­τα αἰ­ώ­να. Κι ἂν ἐ­ξε­τά­σου­με τὴν ἐν Χρι­στῷ ζω­ὴ τῶν ἁ­γί­ων ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῆς δι­κῆς τους συ­νει­σφο­ρᾶς καὶ συ­νερ­γί­ας, τό­τε θὰ δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι τί­πο­τε ἄλ­λο δὲν συ­νι­στᾶ αὐ­τὴ τὴν ζω­ὴ πα­ρὰ μό­νο ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν συ­νάν­θρω­πο. Ἄλ­λω­στε ὅ­λες οἱ ἐν­το­λὲς τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­λη ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Πα­τέ­ρων, ὅ­λοι οἱ κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν πα­ρὰ τοὺς ὁ­δο­δεῖ­κτες στὴν ὁ­δὸ τῆς ἀ­γά­πης, ἡ ὁ­ποί­α ὁ­δη­γεῖ τὸν ἄν­θρω­πο στὴν ἕ­νω­ση μὲ τὸν Θε­ό. Μή­πως αὐ­τὸ δὲν ἔ­λε­γε ὁ Κύ­ριος στὶς τε­λευ­ταῖ­ες Του πα­ρα­κα­τα­θῆ­κες πρὸς τοὺς Μα­θη­τές : «Ἐ­ὰν ἀ­γα­πᾶ­τέ με, θὰ τη­ρή­σε­τε τὶς ἐν­το­λές μου. Καὶ ἐ­γὼ θὰ πα­ρα­κα­λέ­σω τὸν Πα­τέ­ρα καὶ θὰ σᾶς δώ­σει ἄλ­λον Πα­ρά­κλη­τον γιὰ νὰ μεί­νει μα­ζί σας αἰ­ώ­νια» (Ἰ­ω­άν. ιδ΄[14] 15-16).
Μέ­σα σ᾿ αὐ­τὴν τὴν προ­ο­πτι­κή, κα­τα­λα­βαί­νου­με για­τί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος θε­ω­ρεῖ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα χα­ρί­σμα­τα κι αὐ­τὸν ἀ­κό­μη τὸν μαρ­τυ­ρι­κὸν θά­να­τον ἀ­νε­παρ­κή, ἂν ὁ ἄν­θρω­πος δὲν ἔ­χει ἀ­γά­πη. Πλέ­κον­τας τὸν ὕ­μνο τῆς ἀ­γά­πης, λέ­γει ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ κοι­νὴ πη­γὴ ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν τῆς πί­στε­ως, τῆς ἐλ­πί­δας, τῆς ὑ­πο­μο­νῆς, τῆς μα­κρο­θυ­μί­ας, τῆς ἀ­γα­θο­ερ­γί­ας, τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, τῆς ἀ­ορ­γη­σί­ας, τῆς ἁ­πλό­τη­τος, τῆς συ­νέ­σε­ως, τῆς χα­ρᾶς γιὰ τὴν ἀ­λή­θεια, τῆς ἀ­πο­φυ­γῆς κά­θε ἀ­δι­κί­ας καὶ κα­κί­ας.
Ἑ­πο­μέ­νως ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στὴν ζω­ὴ τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν προ­τύ­πων μας γιὰ τὴν ἐν Χρι­στῷ ζω­ὴ πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ἕ­να ἑ­νια­ῖο καὶ ἄρ­τιο σῶ­μα μὲ κε­φα­λὴ τὴν ἀ­γά­πη.
Ὁ ἅ­γιος Συ­με­ὼν ὁ Νέ­ος Θε­ο­λό­γος λέ­γει, ὅ­τι χω­ρὶς τὴν κε­φα­λὴ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα τῶν ἀ­ρε­τῶν εἶ­ναι τε­λεί­ως νε­κρὸ καὶ ἀ­νε­νέρ­γη­το, ὅ­πως καὶ ἡ κε­φα­λὴ δί­χως τὸ σῶ­μα δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­νερ­γή­σει. Οἱ Ἅ­γιοι Ἀ­νάρ­γυ­ροι λοι­πὸν δὲν εἶ­χαν ἁ­πλῶς κά­ποι­α φι­λάν­θρω­πα αἰ­σθή­μα­τα, ὥ­στε νὰ προ­σφέ­ρουν δω­ρε­ὰν τὴν δι­α­κο­νί­α τους, ἀλ­λὰ ἐν­σάρ­κω­ναν τὴν κα­θο­λι­κὴ ἀ­γά­πη, τὴν συ­νι­στα­μέ­νη τῶν ἄλ­λων ἀ­ρε­τῶν.
2) Η Αγάπη εΙναι σταυρός.
Μὲ τὰ προ­η­γού­με­να το­νί­σα­με ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη δὲν εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς, ἀλ­λὰ ἡ οὐ­σί­α της. Δὲν εἶ­ναι κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ χρι­στια­νοῦ, ἀλ­λὰ τὸ βα­θύ­τε­ρο βί­ω­μά του, τὸ ὁ­ποῖ­ο καὶ ἐκ­φρά­ζε­ται διὰ μέ­σου τῶν ἐ­πι­μέ­ρους ἀ­ρε­τῶν. Πῶς ὅ­μως καλ­λι­ερ­γεῖ­ται καὶ κα­τα­κτᾶ­ται ἡ ζω­ὴ τῆς ἀ­γά­πης καὶ πρὸς τὰ ποῦ συγ­κε­κρι­μέ­να ἀ­πευ­θύ­νε­ται;
Ἡ ἀ­γά­πη ἐκ­δη­λώ­νε­ται σταυ­ρι­κά, ἑ­νώ­νον­τας τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γω­νι­στὴ μὲ τὸν Θε­άν­θρω­πο καὶ τὸν συ­νάν­θρω­πο. Ὁ Ὅ­σιος ἀβ­βὰς Δω­ρό­θε­ος θέ­λον­τας νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴν φύ­ση αὐ­τὴ τῆς ἀ­γά­πης, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ κύ­κλου. Ἂς θε­ω­ρή­σου­με λέ­γει ὅ­τι ὁ κό­σμος μας εἶ­ναι σὰν ἕ­νας κύ­κλος μὲ τὸν Θε­ὸ στὸ κέν­τρο καὶ τοὺς δι­α­φό­ρους τρό­πους ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων σὰν ἀ­κτί­νες.
Ὅ­πως λοι­πὸν οἱ ἀ­κτί­νες συγ­κλί­νουν καὶ ἑ­νώ­νον­ται ὅ­ταν φθά­σουν στὸ κέν­τρο τοῦ κύ­κλου, ἐ­νῶ ἀ­πο­κλί­νουν καὶ δι­α­χω­ρί­ζον­ται με­τα­ξύ τους, ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο κά­τι ἀν­τί­στοι­χο συμ­βαί­νει καὶ μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὅ­σο δη­λα­δὴ πλη­σιά­ζουν μὲ τὴν ζω­ή τους τὸν Θε­ό, συγ­χρό­νως πλη­σιά­ζουν καὶ με­τα­ξύ τους. Ὅ­σο πά­λι, προ­σεγ­γί­ζει ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, ἄλ­λο τό­σο προ­σεγ­γί­ζει καὶ τὸν Θε­ό. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ ἀ­πο­ξε­νώ­νον­ται καὶ με­τα­ξύ τους. Αὐ­τὴ ἡ πα­ρο­μοί­ω­ση ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τὴν σχε­τι­κὴ πα­τε­ρι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἄλ­λο­τε το­νί­ζει ὅ­τι «ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἀ­γα­πᾶ τὸν Θε­ὸ δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ καὶ κά­θε ἄλ­λο ἄν­θρω­πο νὰ ἀ­γα­πή­σει σὰν τὸν ἑ­αυ­τό του» (Ἅ­γιος Μά­ξι­μος Ὁ­μο­λο­γη­τὴς) καὶ ἄλ­λο­τε ὅ­τι «ὅ­ποι­ος ἀ­γα­πᾶ τὸν Θε­ὸ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­χει ἀ­γα­πή­σει τὸν ἀ­δελ­φό του» (Ὅ­σιος Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος).
Μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι ἡ ἀ­λη­θι­νὴ φι­λαν­θρω­πί­α εἶ­ναι φι­λό­θε­η, ὅ­πως καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κὴ φι­λο­θε­ΐ­α εἶ­ναι φι­λάν­θρω­πη.
Ἀλ­λὰ ἡ ζω­ὴ τῆς ἀ­γά­πης ὄ­χι μό­νο ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται σταυ­ρι­κῶς, συ­νά­μα ἀ­πο­τε­λεῖ σταυ­ρὸ πραγ­μα­τι­κό. «Μὴ θέ­λεις νὰ ἀ­ρέ­σεις στὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ δὲν θὰ μι­σεῖς τὸν ἀ­δελ­φό σου. Μὴν εἶ­σαι φί­λαυ­τος καὶ θὰ γί­νεις φι­λό­θε­ος» συμ­βου­λεύ­ει ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής. Ὅ­ποι­ος λοι­πὸν δὲν σταυ­ρώ­νει – νε­κρώ­νει τὸ ἐ­γω­ϊ­στι­κό του φρό­νη­μα εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἀ­γά­πη. Ἡ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση ὁ­μό­φω­να το­νί­ζει ὅ­τι προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς ἀ­γά­πης εἶ­ναι ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ αὐ­τα­πάρ­νη­ση καὶ ἡ ζω­ὴ τῆς ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κῆς με­τά­νοι­ας, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴν ἀ­πο­χὴ ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ κα­κὰ καὶ τὴν καλ­λι­έρ­γεια ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν, ὅ­πως προ­α­να­φέ­ρα­με. Μό­νο ἔ­τσι μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­γα­πή­σει τὸν Χρι­στὸ μὲ ὅ­λη τὴν ψυ­χή του καὶ τὴν καρ­διά του μὲ ὅ­λο τὸν νοῦ του καὶ τὴν δύ­να­μη ἀλ­λὰ καὶ τὸν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀ­δι­α­κρί­τως πλη­σί­ον του σὰν τὸν ἑ­αυ­τό του. Μό­νο ἔ­τσι μπο­ρεῖ νὰ φθά­σει στὴν τε­λει­ό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης.
Ἀ­δελ­φοί μου,
Ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ μπο­ροῦ­με νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με πό­σο πο­λὺ ἔ­χει ἀλ­λοι­ώ­σει ἡ κο­σμι­κὴ νο­ο­τρο­πί­α τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­γά­πης, ὥ­στε νὰ χω­ρά­ει στὰ μέ­τρα τοῦ πτω­τι­κοῦ καὶ ἐ­γω­κεν­τρι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Τὴν ἀ­πο­κα­θή­λω­σε ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ σταυ­ροῦ της, γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τὴν δύ­να­μη πο­τὲ πιὰ νὰ ἀ­να­σταί­νει στὶς καρ­δί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων τὴν πε­σοῦ­σαν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Μὲ τὶς κο­σμι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις εἶ­ναι ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κὸ νὰ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε τὴν χρι­στι­α­νι­κὴ ἀ­γά­πη σὰν ἕ­να πο­λι­τι­κό – κοι­νω­νι­κὸ σύν­θη­μα, γιὰ νὰ κα­λύ­ψου­με τὸν ἀ­ναι­μι­κὸ ἀν­θρω­πι­σμό μας. Τὴν ὁ­δὸ τῆς ἀ­γά­πης τὴν φα­νε­ρώ­νουν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ οἱ ἅ­γιοι ὁ­δοι­πό­ροι της, γιὰ νὰ γί­νου­με καὶ μεῖς συ­νο­δοι­πό­ροι τους καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με μα­ζί τους τὴν Αὐ­το­α­γά­πη, τὸν Χρι­στό. Ἀ­μή­ν 

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, ἐλ­θόν­τι τῷ ᾿Ι­η­σοῦ εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γερ­γε­ση­νῶν ὑ­πήν­τη­σαν αὐ­τῷ δύ­ο δαι­μο­νι­ζό­με­νοι, ἐκ τῶν μνη­με­ί­ων ἐ­ξερ­χό­με­νοι, χα­λε­ποὶ λί­αν, ὥ­στε μὴ ἰ­σχύ­ειν τι­νὰ πα­ρελ­θεῖν διὰ τῆς ὁ­δοῦ ἐ­κε­ί­νης. Καὶ ἰ­δοὺ ἔ­κρα­ξαν, λέ­γον­τες· Τί ἡ­μῖν καὶ σοί, ᾿Ι­η­σοῦ Υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; ἦλ­θες ὧ­δε πρὸ και­ροῦ βα­σα­νί­σαι ἡ­μᾶς; Ἦν δὲ μα­κρὰν ἀπ᾿ αὐ­τῶν ἀ­γέ­λη χο­ί­ρων πολ­λῶν βο­σκο­μέ­νη. Οἱ δὲ δα­ί­μο­νες πα­ρε­κά­λουν αὐ­τὸν λέ­γον­τες· Εἰ ἐκ­βάλ­λεις ἡ­μᾶς, ἐ­πί­τρε­ψον ἡ­μῖν ἀ­πελ­θεῖν εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Ὑ­πά­γε­τε. Οἱ δὲ ἐ­ξελ­θόν­τες, ἀ­πῆλ­θον εἰς τὴν ἀ­γέ­λην τῶν χο­ί­ρων. Καὶ ἰ­δοὺ, ὥρ­μη­σε πᾶ­σα ἡ ἀ­γέ­λη τῶν χο­ί­ρων κα­τὰ τοῦ κρη­μνοῦ εἰς τὴν θά­λασ­σαν, καὶ ἀ­πέ­θα­νον ἐν τοῖς ὕ­δα­σιν. Οἱ δὲ βό­σκον­τες ἔ­φυ­γον· καὶ ἀ­πελ­θόν­τες εἰς τὴν πό­λιν, ἀ­πήγ­γει­λαν πάν­τα καὶ τὰ τῶν δαι­μο­νι­ζο­μέ­νων. Καὶ ἰ­δοὺ πᾶ­σα ἡ πό­λις ἐ­ξῆλ­θεν εἰς συ­νάν­τη­σιν τῷ ᾿Ι­η­σοῦ· καὶ ἰ­δόν­τες αὐ­τὸν, πα­ρε­κά­λε­σαν ὅ­πως με­τα­βῇ ἀ­πὸ τῶν ὁ­ρί­ων αὐ­τῶν.  Καὶ ἐμ­βὰς εἰς πλοῖ­ον, δι­ε­πέ­ρα­σε, καὶ ἦλ­θεν εἰς τὴν ἰ­δί­αν πό­λιν.
                                         (Ματθ. η΄[8] 28 – θ΄[9] 1)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ, ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος ἦλ­θε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη, στὴ χώ­ρα τῶν Γερ­γε­ση­νῶν, τὸν συ­νάν­τη­σαν δύ­ο δαι­μο­νι­σμέ­νοι ποὺ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὰ μνή­μα­τα ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ, στὰ ὁ­ποῖ­α εὐ­χα­ρι­στι­οῦν­ταν νὰ κα­τοι­κοῦν. Ἦ­ταν καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­θε­τι­κοὶ καὶ πο­λὺ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι· τό­σο, ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πε­ρά­σει ἀπ᾿ τὸν δρό­μο ἐ­κεῖ­νο. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀπ᾿ τὸν φό­βο τους κραύ­γα­σαν δυ­να­τὰ καὶ εἶ­παν: Ποι­ὰ σχέ­ση ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς καὶ σὲ σέ­να, Ἰ­η­σοῦ, υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ; Ἦλ­θες ἐ­δῶ πρό­ω­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς παγ­κό­σμιας κρί­σε­ως, γιὰ νᾶ μᾶς βα­σα­νί­σεις; Στὸ με­τα­ξὺ ὑ­πῆρ­χε μα­κριὰ ἀπ᾿ αὐ­τοὺς ἕ­να κο­πά­δι μὲ πολ­λοὺς χοί­ρους, ποὺ ἔ­βο­σκαν ἐ­κεῖ. Οἱ δαί­μο­νες τό­τε ἄρ­χι­σαν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λοῦν λέ­γον­τας: Ἐ­ὰν πρό­κει­ται νὰ μᾶς βγά­λεις ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐ­δῶ, δῶσ᾿ μας τὴν ἄ­δεια νὰ φύ­γου­με καὶ νὰ μποῦ­με μέ­σα στὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων. Κι ἐ­πει­δὴ αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­τρε­φαν τοὺς χοί­ρους τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ πα­ρα­βαί­νον­τας τὸν Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο, ποὺ ἀ­πα­γό­ρευ­ε ὡς ἀ­κά­θαρ­το τὸ χοι­ρι­νὸ κρέ­ας, ὁ Κύ­ριος τι­μω­ρών­τας τὴν πα­ρα­νο­μί­α τους αὐ­τὴ εἶ­πε στοὺς δαί­μο­νες: Πη­γαί­νε­τε. Κι αὐ­τοὶ βγῆ­καν ἀπ᾿ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πῆ­γαν στοὺς χοί­ρους. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ὅ­λο τὸ κο­πά­δι τῶν χοί­ρων ὄρ­μη­σε μὲ μα­νί­α ἀ­πὸ τὸ ἐ­πά­νω μέ­ρος τοῦ γκρε­μοῦ πρὸς τὰ κά­τω, στὴ θά­λασ­σα, καὶ πνί­γη­καν στὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης. Τό­τε ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἔ­βο­σκαν τοὺς χοί­ρους ἔ­φυ­γαν, κι ἀ­φοῦ πῆ­γαν στὴν πό­λη, ἀ­νήγ­γει­λαν ὅ­λα ὅ­σα ἔ­γι­ναν, καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὸ τί συ­νέ­βη μὲ τοὺς δαι­μο­νι­σμέ­νους. Καὶ τό­τε ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λε­ως βγῆ­καν γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σουν τὸν Ἰ­η­σοῦ· κι ὅ­ταν τὸν εἶ­δαν, τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὰ σύ­νο­ρά τους, ἀ­πὸ φό­βο μή­πως πά­θουν καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κα­κά. Καὶ ἀ­φοῦ μπῆ­κε σ' ἕ­να πλοῖ­ο, πέ­ρα­σε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τῆς λί­μνης, καὶ ἦλ­θε στὴ δι­κή του πό­λη, τὴν Κα­περ­να­ούμ.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου