Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(10 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, δό­ξα καὶ τι­μὴ καὶ εἰ­ρή­νη παν­τὶ τῷ ἐρ­γα­ζο­μέ­νῳ τὸ ἀ­γα­θόν, ᾿Ι­ου­δα­ί­ῳ τε πρῶ­τον καὶ ῞Ελ­λη­νι· οὐ γάρ ἐ­στι προ­σω­πο­λη­ψί­α πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ. Ὅ­σοι γὰρ ἀ­νό­μως ἥ­μαρ­τον, ἀ­νό­μως καὶ ἀ­πο­λοῦν­ται· καὶ ὅ­σοι ἐν νό­μῳ ἥ­μαρ­τον, διὰ νό­μου κρι­θή­σον­ται. Οὐ γὰρ οἱ ἀ­κρο­α­ταὶ τοῦ νό­μου δί­και­οι πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποι­η­ταὶ τοῦ νό­μου δι­και­ω­θή­σον­ται. Ὅ­ταν γὰρ ἔ­θνη τὰ μὴ νό­μον ἔ­χον­τα φύ­σει τὰ τοῦ νό­μου ποι­ῇ, οὗ­τοι νό­μον μὴ ἔ­χον­τες ἑ­αυ­τοῖς εἰ­σι νό­μος, οἵ­τι­νες ἐν­δε­ί­κνυν­ται τὸ ἔρ­γον τοῦ νό­μου γρα­πτὸν ἐν ταῖς καρ­δί­αις αὐ­τῶν, συμ­μαρ­τυ­ρο­ύ­σης αὐ­τῶν τῆς συ­νει­δή­σε­ως καὶ με­τα­ξὺ ἀλ­λή­λων τῶν λο­γι­σμῶν κα­τη­γο­ρούν­των ἢ καὶ ἀ­πο­λο­γου­μέ­νων - ἐν ἡ­μέ­ρᾳ ὅ­τε κρι­νεῖ ὁ Θε­ὸς τὰ κρυ­πτὰ τῶν ἀν­θρώ­πων κα­τὰ τὸ εὐ­αγ­γέ­λι­όν μου διὰ ᾿Ι­η­σοῦ Χρι­στοῦ.           
          (Ρωμ.β΄[2] 10 - 16)

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ
1. ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
Ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ συ­χνὰ προ­βλη­μα­τί­ζει πολ­λοὺς εἶ­ναι τὸ ἑ­ξῆς: Τί θὰ γί­νουν στὴν ἄλ­λη ζω­ὴ τὰ ἀ­μέ­τρη­τα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ δὲν γνώ­ρι­σαν πο­τὲ στὴ ζω­ή τους τὸν Χρι­στὸ καὶ τὸ νό­μο του; Θὰ κα­τα­δι­κα­σθοῦν ὅ­λοι στὴν Κό­λα­ση; Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ὁ Θε­ὸς νὰ ἐ­πι­τρέ­ψει μιὰ τέ­τοι­α ἀ­δι­κί­α; Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τὸ μᾶς ἀ­παν­τᾶ τὸ ση­με­ρι­νὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα. Μᾶς λέ­ει λοι­πὸν ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὅ­τι ὁ Θε­ὸς δὲν κά­νει δι­α­κρί­σεις σὲ πρό­σω­πα. Θὰ χα­ρί­σει τὶς δω­ρε­ές του σ᾿ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ κά­νουν τὸ κα­λό, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἐ­ὰν εἶ­ναι Ἰ­ου­δαῖ­οι ἢ εἰ­δω­λο­λά­τρες. Σ᾿ ὅ­λους αὐ­τοὺς θὰ χα­ρί­σει τὴ δό­ξα, τὴν τι­μὴ καὶ τὴν εἰ­ρή­νη του.
Βέ­βαι­α δὲν θὰ κρί­νει ὅ­λους ὁ Θε­ὸς μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο. Ἀλ­λὰ τὸν κα­θέ­να θὰ τὸν κρί­νει ἀ­νά­λο­γα μὲ τὰ ὅ­σα γνώ­ρι­σε καὶ ἔ­μα­θε. Γι᾿ αὐ­τὸ ὅ­σοι ἁ­μάρ­τη­σαν χω­ρὶς νὰ ἔ­χουν κά­ποι­ο γρα­πτὸ νό­μο, θὰ κρι­θοῦν χω­ρὶς νὰ ἔ­χουν ὡς κα­τή­γο­ρο τὸ νό­μο αὐ­τό. Καὶ ὅ­σοι ἁ­μάρ­τη­σαν, ἐ­νῶ γνώ­ρι­σαν τὸ νό­μο τοῦ Θε­οῦ, αὐ­τοὶ θὰ κρι­θοῦν μὲ βά­ση τὸ νό­μο αὐ­τό. Δι­ό­τι τε­λι­κὰ θὰ δι­και­ω­θοῦν καὶ θὰ σω­θοῦν ὄ­χι ὅ­σοι ἁ­πλῶς ἄ­κου­σαν τὸ θεῖ­ο νό­μο, ἀλ­λὰ ὅ­σοι τὸν τή­ρη­σαν στὴ ζω­ή τους.
Μὲ βά­ση λοι­πὸν ὅ­λα αὐ­τὰ θὰ κρί­νει ὁ Θε­ὸς πο­λὺ αὐ­στη­ρό­τε­ρα ὄ­χι ὅ­σους ἔ­ζη­σαν μέ­σα στὴν ἄ­γνοι­α καὶ τὴν ἀ­μά­θεια, ἀλ­λὰ ἐ­μᾶς ποὺ γνω­ρί­σα­με τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Δι­ό­τι ἐ­μεῖς, ἐ­ὰν δὲν ἐ­φαρ­μό­σου­με τὰ ὅ­σα μά­θα­με, θὰ εἴ­μα­στε ἀ­να­πο­λό­γη­τοι. Θὰ ἔ­χου­με κα­τή­γο­ρό μας τὸ νό­μο τοῦ Θε­οῦ ποὺ γνω­ρί­σα­με.
Ἔ­τσι ὅ­μως τε­λι­κὰ ἐ­μεῖς οἱ πι­στοὶ εἴ­μα­στε προ­νο­μι­οῦ­χοι ἢ ὄ­χι; Εἴ­μα­στε προ­νο­μι­οῦ­χοι, ἀλ­λὰ ἔ­χου­με καὶ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­θύ­νη. Δι­ό­τι ἐ­μεῖς γνω­ρί­σα­με καὶ μά­θα­με τί θέ­λει ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ μᾶς. Ζή­σα­με μέ­σα στὴ χά­ρη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας του, ἀ­πο­λαύ­σα­με τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν ἱ­ε­ρῶν Μυ­στη­ρί­ων. Ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ προ­νό­μιά μας με­γα­λώ­νουν κα­τὰ πο­λὺ καὶ τὴν εὐ­θύ­νη μας. Δι­ό­τι δὲν ἀρ­κεῖ νὰ γνω­ρί­ζου­με μό­νο τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, νὰ εἴ­μα­στε μό­νο ἀ­κρο­α­τὲς τοῦ νό­μου. Πρέ­πει καὶ νὰ τὸν τη­ροῦ­με στὴ ζω­ή μας. Δὲν φθά­νει νὰ καυ­χι­ό­μα­στε ὅ­τι ἔ­χου­με τὴν ἀ­λη­θι­νὴ πί­στη, τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Θὰ πρέ­πει καὶ νὰ ζοῦ­με ὅ­πως ὁ Θε­ὸς θέ­λει. Καὶ θὰ εἶ­ναι πράγ­μα­τι τρα­γι­κὸ κά­ποι­οι ἀ­πό μᾶς τοὺς Ὀρ­θό­δο­ξους πι­στοὺς νὰ βρε­θοῦ­με κά­πο­τε στὴν αἰ­ώ­νια Κό­λα­ση, ἐ­νῶ ἀ­μέ­τρη­τοι ἄλ­λοι ποὺ δὲν γνώ­ρι­σαν τὸν ἀ­λη­θι­νὸ Θε­ό, νὰ ζοῦν αἰ­ω­νί­ως μα­ζί Του στὴν ἄ­λη­κτη χα­ρὰ τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἂς προ­σέ­ξου­με λοι­πὸν πο­λύ, γιὰ νὰ μὴ βρε­θοῦ­με στὴν ἄλ­λη ζω­ὴ μπρο­στὰ σὲ φο­βε­ρὲς ἐκ­πλή­ξεις.
Μὲ ποι­ὸ κρι­τή­ριο ὅ­μως θὰ κρι­θοῦν ὅ­λοι ὅ­σοι δὲν γνώ­ρι­σαν στὴ ζω­ή τους τὸ νό­μο τοῦ Θε­οῦ; Σ᾿ αὐ­τὸ μᾶς ἀ­παν­τᾶ ὁ θεῖ­ος Ἀ­πό­στο­λος στὴ συ­νέ­χεια.
2. Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ
Λέ­ει λοι­πὸν ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὅ­τι ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δω­λο­λά­τρες, ἐ­νῶ δὲν ἔ­χουν λά­βει ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ γρα­πτὸ νό­μο, τη­ροῦν στὴ ζω­ή τους ὅ­σα προ­στά­ζει ὁ γρα­πτὸς νό­μος. Για­τί; Ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς ἔ­χουν ὡς ὁ­δη­γὸ στὴ ζω­ή τους τὸν ἔμ­φυ­το ἠ­θι­κὸ νό­μο, δη­λα­δὴ τὴ συ­νεί­δη­σή τους. Καὶ ἐ­ξη­γεῖ ὁ Ἀ­πό­στο­λος ὅ­τι αὐ­τοὶ οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες ξέ­ρουν νὰ δι­α­κρί­νουν τὸ κα­λὸ ἀ­πὸ τὸ κα­κό, δι­ό­τι ἔ­χουν γραμ­μέ­νο μέ­σα στὶς καρ­δι­ές τους τὸν ἔμ­φυ­το ἠ­θι­κὸ νό­μο. Ἡ συ­νεί­δη­σή τους τοὺς δί­νει τὰ κρι­τή­ρια γιὰ κά­θε πρά­ξη. Ὅ­λοι αὐ­τοί, συ­νε­χί­ζει, θὰ ἀ­να­κη­ρυ­χθοῦν δί­και­οι καὶ τη­ρη­τὲς τοῦ νό­μου τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ θὰ κρί­νει ὁ Θε­ὸς τὶς ἀ­πό­κρυ­φες πρά­ξεις τῶν ἀν­θρώ­πων σύμ­φω­να μὲ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Κυ­ρί­ου.
Ἡ συ­νεί­δη­ση λοι­πὸν εἶ­ναι τὸ κρι­τή­ριο μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κρι­θοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ δὲν ἔ­χουν λά­βει γρα­πτὸ νό­μο. Δι­ό­τι μέ­σα στὴ συ­νεί­δη­ση κά­θε ἀν­θρώ­που ὁ Θε­ὸς φύ­τε­ψε τὸ νό­μο του. Βέ­βαι­α ὁ θεῖ­ος Ἀ­πό­στο­λος δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται σ᾿ ὅ­λους τοὺς εἰ­δω­λο­λά­τρες ἀλ­λὰ σὲ ὅ­σους φο­βοῦν­ται τὸν Θε­ό. Γιὰ νὰ ἔ­χει ὅ­μως ἡ συ­νεί­δη­ση φω­νὴ θὰ πρέ­πει ὁ ἄν­θρω­πος νὰ τὴν καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ τὴ με­λέ­τη τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ, νὰ τὴν ἐ­ξα­γιά­ζει μὲ τὴ χά­ρη τῶν Μυ­στη­ρί­ων, νὰ τὴν ἀ­φή­νει νὰ ἐ­νερ­γεῖ μέ­σα του. Ἀρ­κε­τοὶ ἄν­θρω­ποι ὅ­μως μὲ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α καὶ τὴ σκλη­ρό­τη­τά τους πε­ρι­φρο­νοῦν τὴ συ­νεί­δη­σή τους, τὴν κα­θι­στοῦν πω­ρω­μέ­νη, τυ­φλὴ καὶ ἀ­δρα­νή. Μιὰ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νη συ­νεί­δη­ση ἐ­πι­τε­λεῖ τε­ρά­στιο πνευ­μα­τι­κὸ ἔρ­γο στὴν ψυ­χὴ κά­θε ἀν­θρώ­που. Τὸν βο­η­θᾶ νὰ δι­α­κρί­νει ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ σω­στὸ καὶ ποι­ὸ ὄ­χι. Καὶ ἀν­τί­στοι­χα τὸν προ­τρέ­πει στὸ κα­λὸ ἢ τὸν ἀ­πο­τρέ­πει ἀ­πὸ τὸ κα­κό. Αὐ­τὴ δί­νει ἐ­σω­τε­ρι­κὴ μαρ­τυ­ρί­α γιὰ κα­θε­τί. Ἡ φω­νή της ἀν­τη­χεῖ μυ­στι­κὰ στὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς μας. Κά­πο­τε δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται τό­σο ἔν­το­να ποὺ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ μᾶς ἀ­να­στα­τώ­νει. Δι­ό­τι εἶ­ναι τὸ λυ­χνά­ρι ποὺ ἔ­βα­λε ὁ Θε­ὸς στὶς ψυ­χὲς ὅ­λων μας, ἕ­να λυ­χνά­ρι ποὺ φα­νε­ρώ­νει ὅ­τι εἶ­ναι θε­ό­πλα­στος ὁ ἄν­θρω­πος.
Ἂς μά­θου­με λοι­πὸν νὰ ἀ­κοῦ­με τὴ φω­νὴ τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἐ­μεῖς ποὺ γνω­ρί­ζου­με τὸ θεῖ­ο θέ­λη­μα. Ἂς ἀ­γα­πή­σου­με τὴ μυ­στι­κὴ αὐ­τὴ φω­νὴ τῆς ψυ­χῆς μας κι ἂς ἀ­κοῦ­με τὶς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες της καὶ τὶς προ­τρο­πές της μὲ φό­βο Θε­οῦ καὶ μὲ δι­ά­θε­ση με­τα­νοί­ας. Κι ἂς ἐκ­θέ­του­με στὸν Πνευ­μα­τι­κό μας τοὺς λο­γι­σμοὺς ποὺ αὐ­τὴ μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει. Ἔ­τσι θὰ κα­θαί­ρε­ται ἡ συ­νεί­δη­σή μας. Ἔ­τσι θὰ προ­ο­δεύ­ου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἐν Χρι­στῷ ζω­ή. Καὶ ἔ­τσι θὰ ἀ­ξι­ω­θοῦ­με κά­πο­τε νὰ πα­ρα­στα­θοῦ­με μπρο­στὰ στὸ φο­βε­ρὸ βῆ­μα τοῦ Κρι­τοῦ μὲ ἐλ­πί­δα στὸ ἔ­λε­ός του καὶ νὰ ζή­σου­με μα­ζί Του στὴν αἰ­ώ­νια μα­κα­ρι­ό­τη­τα.
 (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ, πε­ρι­πα­τῶν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς πα­ρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λα­ί­ας, εἶ­δε δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, Σίμωνα τὸν λε­γό­με­νον Πέτρον καὶ ᾿Αν­δρέ­αν τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, βάλ­λον­τας ἀμ­φί­βλη­στρον εἰς τὴν θά­λασ­σαν· ἦ­σαν γὰρ ἁ­λι­εῖς· καὶ λέ­γει αὐ­τοῖς· Δεῦ­τε ὀ­πί­σω μου καὶ ποι­ή­σω ὑ­μᾶς ἁ­λι­εῖς ἀν­θρώ­πων. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὰ δί­κτυ­α ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ προ­βὰς ἐ­κεῖ­θεν, εἶ­δεν ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φο­ύς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζε­βε­δα­ί­ου καὶ ᾿Ι­ω­άν­νην τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ, ἐν τῷ πλο­ί­ῳ με­τὰ Ζε­βε­δα­ί­ου τοῦ πα­τρὸς αὐ­τῶν, κα­ταρ­τί­ζον­τας τὰ δί­κτυ­α αὐ­τῶν· καὶ ἐ­κά­λε­σεν αὐ­το­ύς. Οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὸ πλοῖ­ον καὶ τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τῶν, ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν αὐ­τῷ. Καὶ πε­ρι­ῆ­γεν ὅ­λην τὴν Γα­λι­λα­ί­αν ὁ ᾿Ι­η­σοῦς δι­δά­σκων ἐν ταῖς συ­να­γω­γαῖς αὐ­τῶν, καὶ κη­ρύσ­σων τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον τῆς βα­σι­λε­ί­ας, καὶ θε­ρα­πεύ­ων πᾶ­σαν νό­σον καὶ πᾶ­σαν μα­λα­κί­αν ἐν τῷ λα­ῷ.
                                                                                        (Ματθ. δ΄[4] 18 – 23)

ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Κα­θὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς περ­πα­τοῦ­σε κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα τῆς Γα­λι­λαίας, εἶ­δε δυ­ὸ ἀ­δελ­φούς, τὸν Σί­μω­να, τὸν ὁποῖο κα­τό­πιν ὀ­νό­μα­σε Πέ­τρο, καὶ τὸν Ἀν­δρέ­α τὸν ἀ­δελ­φό του, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­ρι­χναν δί­χτυ­α στὴ θά­λασ­σα, δι­ό­τι ἦ­ταν ψα­ρά­δες. Καὶ τοὺς λέ­ει: Ἀ­κο­λου­θῆ­στέ με, καὶ θὰ σᾶς κά­νω ἱ­κα­νοὺς νὰ ψα­ρεύ­ε­τε ἀν­τὶ γιὰ ψά­ρια ἀν­θρώ­πους. Αὐ­τοὺς θὰ ἑλ­κύ­ε­τε στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν μὲ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δί­χτυ­α τοῦ κη­ρύγ­μα­τος. Κι αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως ἄ­φη­σαν τὰ δί­χτυ­ά τους καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν. Κι ἀφοῦ προ­χώ­ρη­σε πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ ἐκεῖ, εἶ­δε ἄλ­λους δύ­ο ἀ­δελ­φούς, τὸν Ἰ­ά­κω­βο, τὸν γιὸ τοῦ Ζε­βε­δαί­ου, καὶ τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν ἀ­δελ­φό του, νὰ ἑ­τοι­μά­ζουν τὰ δί­χτυ­ά τους μέ­σα στὸ πλοῖ­ο μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τέ­ρα τους Ζε­βε­δαῖο. Καὶ τοὺς κά­λε­σε. Κι αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως ἄ­φη­σαν τὸ πλοῖ­ο καὶ τὸν πα­τέ­ρα τους καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν.
Καὶ πε­ρι­ό­δευ­ε ὁ Ἰησοῦς ὅ­λη τὴ Γα­λι­λαί­α δι­δά­σκον­τας στὶς συ­να­γω­γές τους, ὅ­που κά­θε Σάβ­βα­το μα­ζεύ­ον­ταν οἱ Ἑ­βραῖ­οι γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καὶ νὰ προ­σευ­χη­θοῦν. Καὶ κή­ρυτ­τε ἐκεῖ τὸ χαρ­μό­συ­νο ἄγ­γελ­μα ὅ­τι πλη­σί­α­ζε ὁ χρό­νος τῆς πνευ­μα­τι­κῆς βα­σι­λεί­ας, πού θὰ ἔ­φερ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν ἀ­πο­λύ­τρω­ση καὶ τὴ χα­ρά. Καὶ θε­ρά­πευ­ε κά­θε εἴ­δους ἀ­σθέ­νεια καὶ ἀ­δι­α­θε­σί­α στὸ λα­ό.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου