Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΦΟΥ
   ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΝΑΒΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(8 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018)

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Ἀ­δελ­φοί, ἔ­χον­τες χα­ρί­σμα­τα κα­τὰ τὴν χά­ριν τὴν δο­θεῖ­σαν ἡ­μῖν δι­ά­φο­ρα, εἴ­τε προ­φη­τε­ί­αν, κα­τὰ τὴν ἀ­να­λο­γί­αν τῆς πί­στε­ως, εἴ­τε δι­α­κο­νί­αν, ἐν τῇ δι­α­κο­νί­ᾳ, εἴ­τε ὁ δι­δά­σκων, ἐν τῇ δι­δα­σκα­λί­ᾳ, εἴ­τε ὁ πα­ρα­κα­λῶν, ἐν τῇ πα­ρα­κλή­σει, ὁ με­τα­δι­δο­ύς, ἐν ἁ­πλό­τη­τι, ὁ προ­ϊ­στά­με­νος, ἐν σπου­δῇ, ὁ ἐ­λε­ῶν, ἐν ἱ­λα­ρό­τη­τι. ῾Η ἀ­γά­πη ἀ­νυ­πό­κρι­τος. Ἀ­πο­στυ­γοῦν­τες τὸ πο­νη­ρόν, κολ­λώ­με­νοι τῷ ἀ­γα­θῷ, τῇ φι­λα­δελ­φί­ᾳ εἰς ἀλ­λή­λους φι­λό­στορ­γοι, τῇ τι­μῇ ἀλ­λή­λους προ­η­γο­ύ­με­νοι, τῇ σπου­δῇ μὴ ὀ­κνη­ροί, τῷ πνε­ύ­μα­τι ζέ­ον­τες, τῷ Κυ­ρί­ῳ δου­λε­ύ­ον­τες, τῇ ἐλ­πί­δι χα­ί­ρον­τες, τῇ θλί­ψει ὑ­πο­μέ­νον­τες, τῇ προ­σευ­χῇ προ­σκαρ­τε­ροῦν­τες, ταῖς χρε­ί­αις τῶν ἁ­γί­ων κοι­νω­νοῦν­τες, τὴν φι­λο­ξε­νί­αν δι­ώ­κον­τες. Εὐ­λο­γεῖ­τε τοὺς δι­ώ­κον­τας ὑ­μᾶς, εὐ­λο­γεῖ­τε καὶ μὴ κα­τα­ρᾶ­σθε.      
                                                  (Ρωμ. Ιβ΄[12] 6-14)

ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΟΤΗΤΑ
1. ΤΑ XAΡΙΣΜΑΤΑ
Στὸ ση­με­ρι­νὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς δι­δά­σκει ὅ­τι ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ ἔ­χου­με «χα­ρί­σμα­τα κα­τὰ τὴν χά­ριν τὴν δο­θεῖ­σαν ἡ­μῖν δι­ά­φο­ρα». Ἔ­χου­με δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ποὺ μᾶς δό­θη­κε. Γι᾿ αὐ­τὸ ἂς ἀρ­κού­μα­στε σ᾿ αὐ­τὰ κι ἂς μὴ ζη­τοῦ­με ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν ἔ­χου­με. Ὅ­ποι­ος δη­λα­δὴ ἔ­χει τὸ χά­ρι­σμα τῆς προ­φη­τεί­ας, ἂς δι­δά­σκει σύμ­φω­να μὲ τὸν βαθ­μὸ τοῦ χα­ρί­σμα­τος, ποὺ τοῦ δό­θη­κε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν πί­στη του. Ὅ­ποι­ος ἔ­χει χά­ρι­σμα δι­α­κο­νί­ας, μέ­νει στὸ χά­ρι­σμα αὐ­τὸ τῆς δι­α­κο­νί­ας· κι ὅ­ποι­ος εἶ­ναι δι­δά­σκα­λος τῶν θεί­ων ἀ­λη­θει­ῶν, ἂς ἀρ­κεῖ­ται νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὶς ἀ­λή­θει­ες ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­χει τὸ χά­ρι­σμα νὰ προ­τρέ­πει στὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ στὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν θεί­ων ἀ­λη­θει­ῶν, ἂς μέ­νει στὸ ἔρ­γο τῆς προ­τρο­πῆς. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­χει κλί­ση νὰ μοι­ρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θά του στοὺς φτω­χούς, ἂς τὸ κά­νει αὐ­τὸ μὲ ἁ­πλό­τη­τα, χω­ρὶς ἐ­πί­δει­ξη ἢ ἄλ­λα ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­λα­τή­ρια. Ἐ­κεῖ­νος στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ φρον­τί­δα καὶ ἡ ἐ­πι­μέ­λεια ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε κα­λοῦ ἔρ­γου, ἂς ἐ­πι­στα­τεῖ μὲ προ­θυ­μί­α καὶ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ κά­νει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἂς ἐ­λε­εῖ μὲ χα­ρὰ καὶ κα­τα­δε­κτι­κό­τη­τα.
Μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ ὅ­λοι οἱ πι­στοὶ ἔ­χου­με πολ­λὰ καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα. Συ­χνὰ ὅ­μως πα­ρα­τη­ρεῖ­ται τὸ φαι­νό­με­νο κά­ποι­οι πι­στοὶ νὰ κά­νουν συγ­κρί­σεις, νὰ ζη­λεύ­ουν καὶ νὰ γογ­γύ­ζουν. Για­τί ἐ­γὼ νὰ ἔ­χω λι­γό­τε­ρα χα­ρί­σμα­τα καὶ ὁ ἄλ­λος πε­ρισ­σό­τε­ρα; Μᾶς ἀ­παν­τᾶ λοι­πὸν ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ὅ­τι ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­δω­σε τυ­χαῖ­α καὶ ἄ­δι­κα στὸν κα­θέ­να μας τὰ δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα. Ἀλ­λὰ μᾶς τὰ ἔ­δω­σε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ δε­κτι­κό­τη­τα καὶ τὴν πί­στη τοῦ κα­θε­νός μας. Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ μᾶς γί­νε­ται αἴ­τιος νὰ λά­βει με­γα­λύ­τε­ρο ἢ μι­κρό­τε­ρο χά­ρι­σμα. Δι­ό­τι τὰ χα­ρί­σμα­τα μᾶς τὰ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ χω­ρη­τι­κό­τη­τα τοῦ σκεύ­ους ποὺ προ­σφέ­ρου­με στὸν Θε­ό, ἀ­νά­λο­γα δη­λα­δὴ μὲ τὴ δε­κτι­κό­τη­τα καὶ τὴν πί­στη μας.
Αὐ­τὸ τί ἔ­χει νὰ πεῖ γιὰ μᾶς; ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας μας θὰ πρέ­πει νὰ ἀρ­κεῖ­ται στὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ τοῦ δό­θη­καν καὶ νὰ τὰ καλ­λι­ερ­γεῖ ὅ­σο μπο­ρεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο, χω­ρὶς νὰ πα­ρα­σύ­ρε­ται ἀ­πὸ τὴ φι­λαυ­τί­α καὶ τὴ ζή­λεια. Ἄλ­λοι εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στοι στὴ δι­δα­σκα­λί­α καὶ ἄλ­λοι ὄ­χι. Κά­ποι­οι ἔ­χουν χά­ρι­σμα στὴν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α κι ἄλ­λοι εἶ­ναι ψυ­χροὶ καὶ ἀ­δέ­ξιοι. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά: Κά­ποι­ος ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ δι­δα­χθεῖ ἀ­πὸ κά­ποι­ο φω­τι­σμέ­νο δι­δά­σκα­λο, κά­ποι­ος ἄλ­λος ἐ­πι­ζη­τεῖ νὰ πα­ρη­γο­ρη­θεῖ ἀ­πὸ μιὰ θερ­μὴ καρ­διά. Τὰ χα­ρί­σμα­τα δὲν συγ­κεν­τρώ­νον­ται ὅ­λα σ᾿ ἕ­να πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ εἶ­ναι κα­τα­νε­μη­μέ­να σὲ δι­ά­φο­ρα πρό­σω­πα. Ἔ­τσι τὸ ποι­μαν­τι­κὸ ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­πι­τε­λεῖ­ται κα­λύ­τε­ρα μὲ μιὰ σω­στὴ κα­τα­νο­μὴ τοῦ ἔρ­γου της. Καὶ ὅ­λοι ἀ­παρ­τί­ζου­με μιὰ ἑ­νό­τη­τα, μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια, ὅ­που ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἀ­πα­ραί­τη­τοι, ὅ­λοι πρέ­πει νὰ ἐ­πι­τε­λοῦ­με τὸ ἔρ­γο, ποὺ μᾶς ἀ­νέ­θε­σε ὁ Θε­ός.
2. ΑΓΑΠΗ ΕΜΠΡΑΚΤΗ
Στὴ συ­νέ­χεια ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος το­νί­ζει ὅ­τι ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ ἔ­χει ὁ κα­θέ­νας μας, κοι­νὸ χά­ρι­σμα καὶ κα­θῆ­κον ὅ­λων μας εἶ­ναι ἡ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη. Ἡ ἀ­γά­πη μας, λέ­ει, ἂς εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νὴς καὶ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πὸ ὑ­πο­κρι­σί­α. Καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἀ­να­φέ­ρει κά­ποι­ες πρα­κτι­κὲς συμ­βου­λὲς ἐ­φαρ­μο­γῆς αὐ­τῆς τῆς ἀ­γά­πης. Ἡ ἀ­γά­πη σας αὐ­τὴ νὰ μὴν ἔ­χει πο­νη­ρί­α, το­νί­ζει. Νὰ εἶ­στε φι­λό­στορ­γοι με­τα­ξύ σας. Νὰ προ­λα­βαί­νει ὁ κα­θέ­νας τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ τοὺς ἀ­πο­δί­δει πρῶ­τος τὴν τι­μή. Νὰ μὴν εἶ­στε δυ­σκί­νη­τοι στὰ θε­ά­ρε­στα ἔρ­γα ἀλ­λὰ πρό­θυ­μοι. Οἱ πνευ­μα­τι­κές σας δυ­νά­μεις νὰ εἶ­ναι γε­μά­τες ἀ­φο­σί­ω­ση καὶ ζέ­ου­σες ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ φλό­γα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καὶ μ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ­τε τὸν Κύ­ριο ὡς ἀ­φο­σι­ω­μέ­νοι δοῦ­λοι του. Ἡ ἐλ­πί­δα σας στὰ αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θὰ νὰ σᾶς γε­μί­ζει χα­ρὰ καὶ νὰ σᾶς ἐ­νι­σχύ­ει γιὰ νὰ δεί­χνε­τε ὑ­πο­μο­νὴ στὶς θλί­ψεις. Νὰ ἐ­πι­μέ­νε­τε στὴν προ­σευ­χή, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α θὰ παίρ­νε­τε με­γά­λη βο­ή­θεια. Νὰ βο­η­θᾶ­τε στὶς ἀ­νάγ­κες τῶν χρι­στια­νῶν καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κε­τε τὴ φι­λο­ξε­νί­α χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νε­τε οἱ ξε­νι­τε­μέ­νοι ἀ­δελ­φοὶ νὰ σᾶς τὴ ζη­τή­σουν. Νὰ εὔ­χε­στε γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ σᾶς κα­τα­δι­ώ­κουν· καὶ πο­τὲ νὰ μὴν τοὺς κα­τα­ρι­έ­σθε.
Ὅ­πως γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτό, κοι­νὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν προ­τρο­πῶν τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου εἶ­ναι ἡ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη. Ἀ­γά­πη ὄ­χι πλα­σμα­τι­κὴ ἀλ­λὰ εἰ­λι­κρι­νής. Ἀ­γά­πη ποὺ δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ ὡ­ραῖ­α λό­για χω­ρὶς οὐ­σί­α. Μιὰ ἀ­γά­πη θερ­μὴ καὶ δι­ά­πυ­ρη, αὐ­θόρ­μη­τη καὶ ἐγ­κάρ­δια καὶ ὄ­χι ἀ­ναγ­κα­στι­κή. Καὶ αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τὸ κύ­ριο ἔρ­γο μας. Ὅ­ποι­α δι­α­κο­νί­α κι ἂν κά­νου­με, ὅ­ταν τὴν κά­νου­με μὲ ἀ­νυ­πό­κρι­τη ἀ­γά­πη, τό­τε ἐ­πι­δι­ώ­κου­με μὲ ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις νὰ τὴν κά­νου­με ἄρ­τια· δὲν τὴν ἐ­πι­τε­λοῦ­με πρό­χει­ρα, μὲ χλι­α­ρό­τη­τα καὶ ρα­θυ­μί­α, οὔ­τε δυ­σκο­λευ­ό­μα­στε νὰ θυ­σι­ά­σου­με τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν ἀ­νά­παυ­σή μας. Ὅ­ταν ἔ­χου­με ἀ­γά­πη ἀ­νυ­πό­κρι­τη, τό­τε ὅ­λα γί­νον­ται μὲ πνευ­μα­τι­κὴ θερ­μό­τη­τα καὶ ζέ­ση. Μὲ θερ­μὸ πό­θο πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ τὰ τοῦ Θε­οῦ. Ἡ θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­φο­σι­ώ­σε­ώς μας αὐ­τῆς μᾶς προ­σφέ­ρει ἀ­σύγ­κρι­τη χα­ρὰ στὴ δι­α­κο­νί­α μας. Αὐ­τὴ μᾶς τε­λει­ο­ποι­εῖ καὶ μᾶς ἀ­νοί­γει τὶς πύ­λες τοῦ Πα­ρα­δεί­σου.    
  (Διασκευὴ ἀπὸ παλαιὸ τόμο τοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ»)

ΤΟ ΙΕΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐμ­βὰς ὁ Ἰ­η­σοῦς ες πλοῖ­ον δι­ε­πέ­ρα­σεν κα ἦλ­θεν ες τν ἰ­δί­αν πό­λιν. Κα ἰ­δοὺ προ­σέ­φε­ρον αὐ­τῷ πα­ρα­λυ­τι­κὸν ἐ­πὶ κλί­νης βε­βλη­μέ­νον. κα ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς τν πί­στιν αὐ­τῶν εἶ­πεν τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Θρσει, τέ­κνον· ἀ­φέ­ων­ταί σοι α ἁ­μαρ­τί­αι σου. κα ἰ­δού τι­νες τν γραμ­μα­τέ­ων εἶ­πον ν ἑ­αυ­τοῖς· Οὗ­τος βλα­σφη­μεῖ. κα εἰ­δὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς τς ἐν­θυ­μή­σεις αὐ­τῶν εἶ­πεν· Ἵ­να τ ὑ­μεῖς ἐν­θυ­μεῖ­σθε πο­νη­ρὰ ν τας καρ­δί­αις ὑ­μῶν; τ γρ ἐ­στιν εὐ­κο­πώ­τε­ρον, εἰ­πεῖν, ἀ­φέ­ων­ταί σου α ἁ­μαρ­τί­αι, εἰ­πεῖν, ἔ­γει­ρε κα πε­ρι­πά­τει; ἵ­να δ εἰ­δῆ­τε ὅ­τι ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χει ὁ υἱ­ὸς το ἀν­θρώ­που ἐ­πὶ τς γς ἀ­φι­έ­ναι ἁ­μαρ­τί­ας – τό­τε λέ­γει τ πα­ρα­λυ­τι­κῷ· Ἐ­γερ­θεὶς ἆ­ρόν σου τν κλί­νην κα ὕ­πα­γε ες τν οἶ­κόν σου. κα ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θεν ες τν οἶ­κον αὐ­τοῦ. ἰ­δόν­τες δ ο ὄ­χλοι ἐ­θα­ύ­μα­σαν κα ἐ­δό­ξα­σαν τν Θε­ὸν τν δόν­τα ἐ­ξου­σί­αν τοι­α­ύ­την τος ἀν­θρώ­ποις.
                                                                                      (Ματθ. θ΄[9]  1 –8)
ΕΡ­ΜΗ­ΝΕΙΑ (Π.Ν.ΤΡΕΜ­ΠΕ­ΛΑ)
Ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ Ἰ­η­σοῦς ἀ­φοῦ μπῆ­κε σ᾿ ἕ­να πλοῖ­ο, πέ­ρα­σε στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τς λί­μνης, καί ἦλ­θε στὴ δι­κή του πό­λη, τὴν Κα­περ­να­ούμ. Τό­τε τοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­ναν πα­ρά­λυ­το, πού τόν εἶ­χαν βά­λει πά­νω σ᾿ ἕ­να κρε­βά­τι. Καὶ κα­θὼς ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­δε τήν πί­στη ποὺ εἶ­χε καὶ ὁ πα­ρά­λυ­τος κι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν με­τέ­φε­ραν, εἶ­πε στὸν πα­ρά­λυ­το, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νη­συ­χοῦ­σε καί φο­βό­ταν μή­πως οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του γί­νουν ἐμ­πό­διο στή θε­ρα­πεί­α του: Ἔ­χε θάρ­ρος, παι­δί μου· σοῦ ἔ­χουν συγ­χω­ρη­θεῖ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου. Τό­τε ὅ­μως με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς γραμ­μα­τεῖς εἶ­παν μέ­σα τους: Αὐ­τός βλα­σφη­μεῖ, δι­ό­τι σφε­τε­ρί­ζε­ται δι­καί­ω­μα πού μό­νον ὁ Θε­ός ἔ­χει. Ὁ Ἰ­η­σοῦς τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­δε στά βά­θη τῆς καρ­διᾶς τους τίς σκέ­ψεις τους καί εἶ­πε: Για­τὶ κά­νε­τε μέ­σα στίς καρ­δι­ές σας σκέ­ψεις πο­νη­ρὲς καὶ κα­κο­προ­αί­ρε­τες; Καὶ εἶ­ναι πράγ­μα­τι οἱ σκέ­ψεις σας αὐ­τὲς κα­κό­βου­λες καὶ κα­κο­προ­αί­ρε­τες, δι­ό­τι, τὶ εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρο: νά πεῖ κα­νείς· εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νες οἱ ἁ­μαρ­τί­ες σου, ἢ νὰ πεῖ, σή­κω ὄρ­θιος καὶ περ­πά­τα; Ἐ­σεῖς θε­ω­ρεῖ­τε δυ­σκο­λό­τε­ρο αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ νὰ μά­θε­τε λοι­πὸν τώ­ρα ὅ­τι ὁ υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ Μεσ­σί­ας, ὁ ἐκ­πρό­σω­πος τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τος καὶ ἔν­δο­ξος Κρι­τής της κα­τά τὴ δευ­τέ­ρα πα­ρου­σί­α του, ἔ­χει ἐ­ξου­σί­α νά συγ­χω­ρεῖ στή γῆ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων, τό­τε λέ­ει στὸν πα­ρά­λυ­το: Σή­κω ὄρ­θιος καί πά­ρε στοὺς ὤ­μους σου τὸ κρε­βά­τι σου καὶ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι σου. Καὶ πραγ­μα­τι­κά ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὸ σπί­τι του. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὰ πλή­θη τοῦ λα­οῦ εἶ­δαν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­γι­νε, θαύ­μα­σαν καὶ δό­ξα­σαν τὸν Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­δω­σε δι­α­μέ­σου τοῦ Χρι­στοῦ στοὺς ἀν­θρώ­πους τέ­τοι­α ἐ­ξου­σί­α, νὰ συγ­χω­ροῦν­ται δη­λα­δὴ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες, καί συγ­χρό­νως νὰ γι­α­τρεύ­ον­ται μ᾿ ἕ­να λό­γο ἀ­θε­ρά­πευ­τες ἀ­σθέ­νει­ες τοῦ σώ­μα­τος.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου